5 reasons why we need PiO in our lives

jeremybalius's avatarAm I the Black Rider? Yes.

I’ve had a couple opportunities to tagteam guest lecture on contemporary poetry at an Introduction to Literature course at Murdoch University because of the kindness and sweetheartedness of Amber Fresh asking me along.

I’d already had concrete poetry on my mind and heart, going so far as writing some, and wish I had the wherewithal to publish a blank-paged book titled You write it, but that’s been done before (but I can’t remember who by or when.  I think it was 1960s Czech concrete…).

Amber introduced me to PiO’s work and I got hooked.  Then I found out PiO had launched Eric Dando’s Oink Oink Oink and it was all over.

PiO does much more than concrete. His birth certificate says he’s called Pangiotis Oustabasides and over time he’s also been called Peter Oustabasidis, P.O., Pi-O, π-O and PiO.  He was three years old when his family migrated…

View original post 778 more words

Πόπη Αρωνιάδα, Ουλές / Scars

«Εισελθέτωσαν ύδατα έως ψυχής μου.
Στη γλώσσα μου
μετενσαρκώθηκα
μακριά, φιδίσια
γλίστρησα γλυκά
ανάμεσα στις ρίζες
ακουμπώντας άθελα
φρέσκια ουλή
από βγαλμένο δόντι
πλημμυρίζοντας αλμύρα
ματωμένης απώλειας.
Εισχώρησα αργά μέσα μου,
η καρδιά παιχνιδιάρα
γουργούρισμα αγριοπερίστερου
μπροστά σε σπόρους,
παίζω μαζί της
σαν μωρό σκυλί
που ικανοποιείται απ’ την επανάληψη.
Γλείφω περιμετρικά
το σημείο εκκίνησης,
τη σκοτεινή μήτρα
άπραγη πια, πέτρινη,
άχρηστος παλιός ασκός.
Έρπω γλιστρώντας
στην κομμένη ανάσα
πέφτω στο κενό
της έλλειψης μισού πνεύμονα,
τον ρούφηξε δράκος
απ’ άνοιγμα είκοσι δύο εκατοστών
στην πλάτη, ανάμεσα στα πλευρά.
Στέγνωσα απ’ την περιπλάνηση.
Ως τίμια γλώσσα
βούτηξα να λιπανθώ
στα ύδατα της ψυχής μου.

“Lei water reach my soul”
In my tongue
I was transubstantiated
long, snake-like
I sweetly slipped
in-between the roots
touching unwillingly
the fresh scar
from a lost tooth
flooded with the saltness
of a bleeding loss
I slowly entered my inside
a playful heart
always with a wild pigeon’s gurgle
when facing seeds,
I play with it
like a baby dog
that is satisfied
with repetition.
I lick all around
the starting point
the dark vagina
inactive by now, a stone
a useless old sac.
I crawl slipping
over a breath taken away
I fall into the void
of half a lung missing
sucked in by the dragon
from an opening of twenty two centimeters
of my the back, in between two ribs.
I dried up from wandering around
as an honest tongue
and dipped in to be fertilized
by the water of my soul.

*Από τη συλλογή “Ουλές / Scars”, δίγλωσση έκδοση, Το ΡΟΔΑΚΙό, Οκτώβρη 2016.

**Αγγλική μετάφραση: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ.

Νεκτάριος Μπέσης, Ένας θλιμμένος νότιος άνεμος

Ένα κρύο έρχεται και σκεπάζει τα πάντα,
ένας ταξιδιώτης από την βόρεια πλευρά.
Όλοι τον κοιτάζουν,
εγκλωβισμένοι στις σκέψεις τους,
σαν πουλιά που σκεπάζουν το κεφάλι τους,
σαν μικρά κουλουριασμένα γάντια.
Εγώ δίνω διαταγές στον εαυτό μου,
κάνε αυτό,
κάνε εκείνο,
τον συμβουλεύω να γίνει καλύτερος.
Μια καταιγίδα που έρχεται από την γκρίζα δύση
και καταστρέφει όλες τις δυνατότητες.
Μικρά ζεστά ερείπια χωρίς σκιά,
από την ανατολή.
Ένα φως που συνεχώς επιστρέφει
και καίγεται αργά αργά,
μέσα σε έναν θλιμμένο,
νότιο άνεμο.

Έρμα Βασιλείου, Τρία ποιήματα για τις φωτιές

Ζώνη διακεκαυμένη
 
 
Αν είν’ καλύτερη η χρονιά
μην ρωτάς …
ανοικτά περιμένουν τη βροχή
τ’ αναμμένα κοχύλια
η λάβρα βάφει αλύπητα φέτος
ούτε η θάλασσα
δεν σβήνει τον πυρετό του αέρα
ένα θηρίο φυσάει τα σωθικά του
σαν να θέλει να πεθάνει
σαν να θέλει να ζήσει
μια μικρή με βάδισμα μάγισσας
και κόκκινη φούστα φέρνει μήνυμα
από τα χείλη του αστεριού
οι μαργαρίτες έχουν
πάψει να μαδιούνται γι’ αγάπη
θα βρέξει δεν θα βρέξει
ρωτούν
οι αγάπες έχουν πάψει
να μαδιούνται γι’ αγάπη
θα μείνει δεν θα μείνει
ρωτούν
η μανία του υδράργυρου
πιο μεγάλη από του έρωτα
ζώνη διακεκαυμένη
καμένη που δροσίζει
η υπομονή δεμένη
κι αψίζει, στεγνώνει
πασκίζει

***

Σε δισύλλαβες λέξεις χωρέσαμε

Την εποχή που ο αγέρας
ορθώνεται ζεστότερος
και οι αξίες με του
φθινόπωρου τις έννοιες ταυτίζονται
φωνάζαμε στα δάση
τα σύνορά τους να κρατούν περήφανα
ενώ το χάναμε εμείς
το μισό το κορμί μας.
στην αυτοτέλεια του ονείρου
στην τάφρο του καθήκοντος
αμίλητοι μείναμε
θαρρείς νεκροί

***

Η φλόγα
 
Ζει στο πάθος της
αντανακλά στο φως της
πολεμάται
από τα ίδια τα τομίδια
που γράφτηκαν για να την υμνήσουν
όλα καλά αν το μήνυμα
ταξιδεύει να βρει τη βροχή
ο σίφουνας έχει ένα χαρακτήρα
που ξοδεύεται στον ίσκιο
της ψυχής της

Fernando Pessoa, Ποιήματα

Ο αέρας φυσάει δυνατά
Να ησυχάσω δεν μπορώ
Νιώθω μέσα μου κάτι
Στο τέλος του να φτάνει.

Ίσως αυτό που είναι στην ψυχή μου
Νομίζει τη ζωή αληθινή…
Ίσως αυτό που την ψυχή μου ηρεμεί
Που την κάνει να αισθάνεται…

Φυσάει αέρας δυνατός.
Φοβάμαι να σκεψτώ.
Αν αφήσω ελεύθερη τη σκέψη μου,
Το μυστήριό μου θα ανυψωθεί.

Αέρα που περνάς και λησμονείς,
Στάχτη που σηκώνεσαι και πέφτεις…
Σ’ ευχαριστώ, Θεέ, που μέσα μου
Δεν ξέρω τι συμβαίνει!

5-11-1914

***

Μακριά, στο φεγγαρόφωτο,
Στο ποτάμι, μια βάρκα
Γαλήνια περνά.
Αυτό τι φανερώνει;

Δεν ξέρω, μα εγώ απομακρύνομαι
Από τον εαυτό μου,
Και ονειρεύομαι
Κάτι που δεν μπορώ να δω.

Ποια αγωνία με καταβροχθίζει;
Ποιος έρωτας κανέναν μας δεν εξηγεί;
Η βάρκα περνά
Κι η νύχτα μένει.

Αλέξης Τραϊανός, Παρουσία

Υπήρξα ίσως στο παρελθόν ίσως πάλι να μην υπήρξα
Να ‘μαι το δημιούργημα μιας ιστορίας φανταστικής
Αφού τίποτα δεν ορίζω δεν ξέρω
Μόνον ορίζομαι περιορίζομαι απ’ ομορφιά και θάνατο
Πέφτοντας απ’ ομορφιά σ’ άλλη ομορφιά
Από θάνατο σε θάνατο
Σηκώνοντας στα χέρια μου το κρανίο του κόσμου
Κύματα της πέτρας χρυσά κάτω απ’ το χειμωνιάτικο ήλιο
Στο στόμα του χρόνου ως την άκρη της ματιάς
Και το ξεψύχισμα μιας εποχής αργό τεφρό
Στο πρόσωπό μου

*Από τα Αδημοσίευτα ποιήματα της περιόδου 1968-1972.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Μέσα μου σκάβω

Φώτο: Γιαννης Καρακάσης

Όπως σκάβω με το κλαρί
το χώμα που νότισε
από την πρωινή βροχή
ανάμεσα στα πλακάκια της πλατείας,
μετρώ τις γωνίες και τις πλευρές
αθροίζοντας τα χρόνια
που θα ήθελα να ζήσω.
Μα η γιαγιά καταφθάνει
με τη μαύρη της ρόμπα
και τη μαντίλα
που άλλοτε σκέπαζε τα καρβέλια,
κουνώντας αποδοκιμαστικά τη δεξιά της παλάμη,
μη τύχει και κολλήσω
Τσερνόμπιλ και καρκίνο
προτού προλάβει
να ξημερώσει η νέα μέρα.
Και οι αριθμοί μου ξόφλησαν
κάπου στο τριάντα εννιά,
για φαντάσου άκληρη δίχως ν’ αγαπηθώ,
και δεν έχω και έναν αδερφό
να με καθίσει στα γόνατά του,
να παρηγορηθούμε
που θα πεθάνουμε
άγαμα και άδοξα τέκνα
της μαμάς μας.

Rene Char, από τα «Φύλλα του ύπνου»

1
Όσο γίνεται, δίδασκε πώς να γίνεσαι αποτελεσματικός, για τον επιδιωκόμενο σκοπό αλλά όχι πέρα από αυτόν. Πέραν είναι καπνός. Όπου υπάρχει καπνός υπάρχει αλλαγή.

2
Μη χάνεις χρόνο στην πεπατημένη των αποτελεσμάτων.

3
Να οδηγείς το πραγματικό ώς την πράξη σαν ένα άνθος που γλίστρησε στο ξινό στόμα των μικρών παιδιών. Άφατη γνώση του απέλπιδος αδάμαντος (η ζωή).

4
Να είσαι στωικός, σημαίνει να καθηλώνεσαι, με τα ωραία μάτια του Νάρκισσου. Καταγράψαμε όλη την οδύνη που ενδεχομένως ο δήμιος μπορούσε να αντλήσει από κάθε σπιθαμή του κορμιού μας• έπειτα με σφιγμένη την καρδιά, πήγαμε και τον αντιμετωπίσαμε 1.

5
Δεν ανήκουμε σε κανέναν εκτός από το χρυσάφι σημείο αυτής της άγνωστης σε μας λάμπας, της απρόσιτης για μας λάμπας που κρατάει ξάγρυπνα το κουράγιο και τη σιωπή.

6
Η προσπάθεια του ποιητή αποβλέπει στη μετατροπή παλαιών εχθρών σε έντιμους αντιπάλους■ κάθε γόνιμο αύριο εξαρτάται από την επιτυχία αυτού του σχεδίου, κυρίως εκεί όπου ορμάει, συμπλέκεται, αποκρούει, αποδεκατίζεται όλη η κλίμακα των ιστίων όπου ο άνεμος των ηπείρων παραδίνει την καρδιά του στον άνεμο της αβύσσου.

Σημείωση:
1. Ξεκάθαρη διατύπωση της απόφασης για αντίσταση σύμφωνα με τα τέσσερα αποσπάσματα εντολής.

*Rene Char, «Φύλλα του ύπνου», Εκδόσεις Πόλις. Εισαγωγή-Μετάφραση: Θανάσης Χατζόπουλος.

Αντώνης Αντωνάκος, Περί Νέκρας

Είναι αυτό που μας σπρώχνει πάντα να ανοίξουμε την πόρτα στα φαντάσματα.

Να ευπρεπίσουμε με λογοτεχνικούς εξαγνισμούς όλες τις παράξενες χημικές ουσίες που βράζουν μέσα μας.

Έχουμε αναλάβει τη διεκπεραίωση μιας τρέλας, την ενσάρκωση ενός θεού που παραμερίζει την ιερότητα για να δώσει χώρο στην έσχατη πτώση, δηλαδή στην απόλυτη αθωότητα.

Η αγάπη του ρομαντισμού για τα ερείπια που μας σερβίρει κάθε τόσο ο εμπορικός ουμανισμός της αγοράς, δεν είναι παρά συμπτώματα καλλιτεχνικής παρακμής, οι τελευταίες ηρωικές απόπειρες να απελευθερωθεί ο άνθρωπος απ’ τα δεσμά της ιστορίας.

Να γίνει το μαγνητόφωνο ενός ερωτικού μυστικισμού, υποβάλλοντας το θνητό σώμα σε μια ζωώδη τρέλα, σε μια μανία που επιταχύνει τον ηδονικό σπασμό των πλασμάτων, άλλοτε βυθίζοντάς τα στην ομίχλη της άγνοιάς τους κι άλλοτε χαρίζοντάς τους τη διαύγεια της κατανόησης.

Ανθρώπινα όντα και λουλούδια έχουν την ίδια προοπτική, την ίδια τύχη, αποδεικνύοντας πως ούτε η λογική, ούτε η ποίηση, είναι απαραίτητο να αληθεύουν.
Παρά μόνο η ανάγκη για νερό, όπως η πράξη βίας του βαπτίσματος που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια υπόσχεση αναγέννησης.

Μιαν ακανόνιστη αναταραχή των πνευμάτων που ζωντανεύει τη φυσική θερμότητα αποζητώντας την ερωτική επαφή και την έσχατη δόνηση.

Τη βίαιη εισβολή μέσα στον άλλο και τη γοητευτική μανία που αφήνει στον ύπνο του έρωτα η τερατωδία της αγάπης.

Όλοι οι νόμοι της κίνησης οδηγούν στη σύγκρουση. Στον κλονισμό της ακινησίας, της πιο επικίνδυνης αρρώστιας.

Στο ξεπάστρεμα της νέκρας που μας επιβάλει η ακαδημία, η χωροφυλακή των βεβαιοτήτων που δεν αφήνει το παραλήρημα ελεύθερο να διαταράξει τη διαλεκτική της φαντασίας.

Τη διαλεκτική των υγρών που υπακούν στους νόμους της βαρύτητας, αναγνωρίζοντας τη χρησιμότητα της αγίας αποσυνάγωγης τρύπας, που τη γεμίζουν όλα τα ανίερα ζουμιά του απόκληρου εαυτού.

*Αναδημοσιεύεται από εδώ: https://dromos.wordpress.com/?wref=bif