Alejandra Pizarnik, Δύο ποιήματα

Ο ΦΟΒΟΣ

Στον απόηχο των νεκρών μου
υπάρχει ακόμα φόβος.
Εσύ γνωρίζεις τον φόβο;
Γνωρίζω τον φόβο όταν λέω το όνομά μου.
Είναι ο φόβος,
ο φόβος με το μαύρο καπέλο
που κρύβει ποντικούς στο αίμα μου
ή ο φόβος με τα νεκρικά του χείλη
που πίνει τους πόθους μου.
Ναι. Στον απόηχο των νεκρών μου
υπάρχει ακόμα φόβος.

***

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ

ένα μέρος
δεν λέω ένας χώρος
μιλώ για
το τι
μιλώ γι’ αυτό που δεν είδα
μιλώ γι’ αυτό που γνωρίζω

όχι για τον χρόνο
μόνο για όλες τις στιγμές
όχι για τον έρωτα
όχι
αν
όχι
μιλώ για ένα μέρος όπου βρίθει η απουσία
της θλιβερής ένωσης η κλωστή

*Από το βιβλίο “Αλεξάντρα Πισάρνικ Ποιήματα”, μετάφραση: Στάθης Ιντζές, εκδόσεις Θράκα, Φεβρουάριος 2014.

Zeny Giles, Two poems

The Training

Thia Maria and my mother
used to spy on
the washing lines of neighbours.

Their own standards
hard to meet.

Towel with towel
shirt with shirt
underwear hidden
behind outstretched sheets.

Ti plissimo! they would whisper
at a stained cloth
or a ragged row of underpants
shaking their heads
at such blatant disorder.

***

I would not have passed their test.

My clothes are hung out
as they come
but I’ve inherited
a remnant of their fussiness.

Each item
must be shaken
and shaken hard again.

No caught-up sleeves
or wrinkly hems
in my wash.

***

Yiayia Zenoka

taught me the art of folding.

She came from her Cypriot village
when she was seventy
to live with us in Sydney.

Like my father
she had a slight tremble
yet my grandmother’s determined hands
could smooth the clothes so thoroughly
there was no need for ironing.

####

Aussie Love Song

You use a rigorous design
when you hang washing on our line

with careful choice of matching pegs
on nighties and pyjama legs

on underpants and matching socks
on sheets and towels and summer frocks

on serviettes and business shirts
on tablecloths and coloured skirts

until each pair with colours chiming
becomes a couplet newly-rhyming

and our Hills Hoist in secrecy
declares your latest verse to me.

*From “Parables”, Owl Publishing, Melbourne 2017.

**Η Zeny Giles είναι Ελληνοαυστραλή ποιήτρια και συγγραφέας με καταγωγή γονέων από την Κύπρο και το Καστελόριζο. Έχει εκδώσει επτά βιβλία, ποιήματα και νουβέλες. Διαμένει στο Σίδνεϊ.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Τρία ποιήματα

ΞΕΡΟΚΛΑΔΑ

Πέσανε στο χώμα τα ξερόκλαδα,
τα πάτησαν
και βγάλανε κραυγή.
Στερήθηκαν γία μήνες το νερό.
Μαύρο το χώμα που μεγάλωσαν.
Τώρα που πέσανε στη γη,
ψάχνουν μία σπίθα,
να πέσουν μέσα στη φωτιά,
να γίνουνε προσάναμμα,
για την καινούργια γέννα,
που θα χιμήξει σα θεριό,
τον κόσμο για ν’ αλλάξεί.

***

ΠΑΛΙ ΕΔΩ

Πάλι εδώ.
Τι κι αν πέρασαν τρεις μήνες;
Εσύ στο ίδιο σημείο ξεννχτάς.
Πόσους βρήκες εδώ;
Πόσοι έφυγαν;
Πόσοι ήρθαν;
Εσύ πάλι εδώ.
Τι κι αν είπες πως θα φύγεις;
Το έλεγες συνέχεια,
μέχρι που το πίστεψες κι εσύ.
Στρέφεις το βλέμμα,
ερημιά!
Έφυγαν όλοι
κι εσύ,
πάλι εδώ.

***

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ

Ακόμα κρατάς τη σμίλη.
Το άγαλμα κοιτάς.
που μόλις έφτιαξες,
να σου κρατά τα βράδια συντροφιά,
αφού δεν σου ‘μείνε άλλη.
Πετάς τη σμίλη, το βλέμμα σου γυρνάς.
Νιώδεις ντροπή,
που πάτησες τον όρκο,
που έδωσες να μην την ξαναδείς
και σμίλεψες και πάλι το κορμί της.

*Από τη συλλογή “Ξερόκλαδα”, Εκδόσεις Ρέω, Αθήνα 2012.

Χαρά Παπαδοπούλου, Δύο ποιήματα

Το μικρό θέατρο των αντικειμένων

Κουζίνα, τόπος του μυστηρίου.
Η ύλη αφηγείται τη ζωή της.

Αλάτια, πιπέρια, μπαχάρια,
γλυκό κάστανο,
αστραφτερά μαχαιροπίρουνα.

Φλιτζάνια μικρά και μεγάλα,
παραταγμένα
διψάνε για καφέ και μυστικά.

Ψυγείο άδειο, περιμένει καλεσμένους.
Δούλευε – Κατανάλωνε – Κοιμήσου.

Όνειρα σε αναμονή πλύσης,
κι ο χρόνος να έχει πιάσει πάτο.

***

Sweet normality

Κουρδισμένες μηχανές
και αντέχουν
όλα τα μπορούν
δεν αντιδρούν
δεν αντιμιλάνε στο αφεντικό
συνεχίζουν να δουλεύουν
λένε συνέχεια αστεία οι κανονικοί

δεν λυπούνται ποτέ δημόσια
κρατάνε τη λύπη τους για τα έντερά τους
για το έμφραγμα, το εγκεφαλικό,
την ανακοπή την ανακοπή της ζωής μας

τόσα χρόνια στο σχολείο
τίποτα δεν έμαθες
κρίμα τα αριστεία σου
θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία

*Από το βιβλίο «Ένα γυμνό κρεμμύδι», Εκδόσεις των Άλλων, Απρίλης 2016.

Νίκος Νινολάκης, Δύο ποιήματα

ΜΟΙΡΑΙΑ ΑΡΝΗΣΗ

Δεν έχεις πάλι απόψε πού να πας
βρίσκοντας κάποια διέξοδο στην ανία σου.
Το βράδυ αυτό και όλα τα άλλα που θάρθουν
σα νυχτοπούλι θα πετάς μέσα στη σκέψη σου
και θα γυρίζεις πίσω…
Πάντοτε πίσω… στις άλλοτε ωραίες μέρες!
Ο μαγνητόδρομος της θύμησης είναι πλατύς
κι όσες χαρές ομόρφηναν τη ζωή σου
πάνω στα κατώφλια καθιστές σε καρτερούν
μ’ ένα μυστήριο παράξενο
όπου πολύ σ’ αρέσει!…

Κάποτε νόμιζες πως η χαρά του Έρωτα
πληρώνει τα κενά.
Ναι, δεν είναι ολωσδιόλου πλάνη!…
Είναι κι αυτό κάτι πολύ σπουδαίο
στον κύκλο της ζωής σου!
Κι όμως
Ο Έρωτας εκκενώνει τα πληρωμένα.
Απαρνιέσαι τον κόσμο.
Για σκέψου ψύχραιμα
και πες μου!

***

Ο ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ

Ο μέγας φόβος του θανάτου είχε περάσει
κι εκείνος ήταν πια νεκρός!

Το παράθυρο με την αραχνοΰφαντη κουρτίνα
ήταν ο μόνος παρών
που άφησε το φως της μέρας
να του κρατά συντροφιά.

Ήταν πεσμένος στην πολυθρόνα
σαν ίσκιος μακρινού βουνού στο ηλιόγερμα!
Κι είχε ζωγραφιστά τα τραγούδια των Σειρήνων
πάνω στα πεσμένα κέρινα βλέφαρα
των πρωτινών οραμάτων!
Και την έκφραση του ημερωμένου φόβου
στο πρόσωπο, πούδειχνε ότι δεν πρέπει
να φοβόμαστε τόσο πολύ το Θ ά ν α τ ο!…

Κι ακόμα άκουγες τον ασίγαστο αχό
θάλασσας Ομηρικής, από τα βάθη των καιρών
ως τις άβατες τραχιές παραλίες
των σβησμένων ματιών του!…

Αχ! Εκείνη η λεμονιά του Κήπου!
Άνθιζε σ’ όλες τις εποχές και του θύμιζε
με το εξαίσιο της άρωμα
όλα εκείνα τα χρόνια των νεανικών παθών.
Την είχε φυτέψει από χρόνια με το πάθος του οικιστή!
Την πότιζε με τη δροσιά των άστρων,
την φώναζε Ανθούσα και την αγαπούσε παράφορα!
Στις αστροφεγγιές της μιλούσε με μυστική φωνή
για σχέδια και για κάποιο μελλούμενο ταξίδι
στη χώρα των μαρμαρένιων νεκρών!
Κι ύστερα… της έπαιρνε χαϊδευτά λίγα άνθη
για τα όνειρα που θάρθουν στον ύπνο!

Ο πεθαμένος της άλλης Γης την αγάπησε!

Αγαπάμε τις πιο πολλές φορές εκείνο
που μας πληγώνει άθελά του!
Μια λεμονιά στη ΜΕΛΒΟΥΡΝΗ
μια ελιά στη Μίλητο
Κι ένας βωμός στις Συρακούσες
δεν διαφέρουν σε τίποτα!

Η Θεά Εστία, το ξέρει, και δεν πικραίνεται!…

29/10/1980

*Από το βιβλίο “Ό Αργοναύτης του Νότου (τα ποιήματα)”, σε επιμέλεια έκδοσης Χρήστου Φίφη, εκδόσεις “Πύρινος Κόσμος”, Αθήνα 1986.
**Ο Νίκος Νινολάκης ήταν Έλληνας ποιητής της Μελβούρνης. Γεννήθηκε το 1923 στα Χανιά Κρήτης. Το 1956 μετανάστευσε στην Αυστραλία. Τα πρώτα δέκα χρόνια εργάστηκε σε εργοστάσια και αργότερα σε καταστήματα και αλλού. Σαφώς αριστερών πεποιθήσεων. Από την αρχή έγραψε ποιήματα και διηγήματα. Αναμείχθηκε αποφασιστικά στην τότε λογοτεχνική και γενικά πολιτιστική κίνηση των Ελλήνων μεταναστών της Μελβούρνης. Προσβλήθηκε από οξείας μορφής διαβήτη. Το 1978 αναχώρησε για την Ελλάδα, αλλά επέστρεψε στη Μελβούρνη, απογοητευμένος, μετά από μερικούς μήνες. Από το 1979 η υγεία του χειροτερεύει και το 1982, σε ηλικία 58 χρόνων, αφήνει τα εγκόσμια.
***Ένα άλλο ποίημα (με την προσθήκη συνδέσμου μελοποιημένου ποιήματός του) του Νίκου Νινολάκη δημοσιεύεται εδώ:
https://tokoskino.me/2013/01/27/%ce%bd%ce%af%ce%ba%ce%bf%cf%82-%ce%bd%ce%b9%ce%bd%ce%bf%ce%bb%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%cf%8e%cf%81%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b5%cf%83%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bd%cf%8e%ce%bd/

Νίκος Μιτζάλης, Δύο ποιήματα

Εμείς μπορούμε ακόμα

Κάποιες φορές θυμόμαστε
Εκείνους τους γερμένους
στις άκρες των δρόμων φυτεμένους
Εκείνα τα τρεμάμενα χέρια
στις πλαστικές σακούλες βουτηγμένα
Τα φαγωμένα νύχια από τα χρόνια της φυλακής
Τα μπασμένα μάγουλα από την φευγάτη θάλασσα
Κάποιες φορές Κατερίνα δεν γυρίζει η μπαλάτζα
η θλίψη δεν τινάζεται
τα τοπία δεν αντέχουν
Οι φλέβες στο μέτωπο και στον λαιμό φουσκωμένες παραμένουν
και τα χείλη σφιχτάκλειστα
Κάποιες φορές εκεί στη σιγαλιά θυμόμαστε το θορυβώδες μέλλον
εκείνο που σχεδιάζαμε με τα σπασμένα μολύβια
κάποιες φορές λέμε ν’ ανοίξουμε το συρτάρι και να βγάλουμε το τέλος
θυμόμαστε όμως τι ‘χε πει κάποτε ένας αμετανόητος αναρχικός:
Μην τους κάνετε την χάρη,
εμείς τουλάχιστον μπορούμε ακόμα να ονειρευτούμε

***

Ακονόπετος

Μελαμψός
Φεγγαρογεννημένος
Ακονόπετος
Λοξός στην περπατησιά
Χίμαγε σ’ όποιον του ‘δινε ψιλά
Μίλαγε δυνατά για να ακούει λαλιά
Ταξίδευε μονάχα όταν κοιμόταν
Στο ξύπνιο του έβριζε
Όταν τον προσλαμβάνανε τα παράταγε
πουθενά δεν χώραγε
γιατί το ’90 έκανε ένα χρόνο στην Αυλώνα
έτσι συνεχώς γυρόφερνε
Μια Κυριακή στη Μπουμπουλίνας
άναψε τη νύχτα
τρία ΜΑΤ κι ένας άστεγος νεκρός από χειροβομβίδα
έγραψε το πρωί η εφημερίδα

Πελαγία Φυτοπούλου, Τρία ποιήματα

Εξάγγελος

οι σκύλοι έγιναν άνθρωποι
καημένε σκύλε
κιτρίνισες

ο Μπρεχτ μάς είχε προειδοποιήσει
τρεις τουφεκιές στον αέρα

το στόμα ανοιχτό κοιμάται

***

Το δόντι που δακρύζει

από τότε
που έκλεισαν οι πόρτες
μιλάω μόνη
και μου απαντούν χιλιάδες
νοσηρά κλαδιά
οι λέξεις ανοιγοκλείνουν
το στόμα μου
χωρίς τη θέλησή μου
κι εγώ αναπόφευκρα
σαλιώνω το δέρμα τους
σημαδεύω κόκαλο
οι χιλιάδες παίρνουν
τη θέση τους
στο στρογγυλό γυάλινο πάρκο
κάθομαι τελευταία
το κόκαλο στη μέση
μοναδικός ήχος το δόντι που δακρύζει

***

Ξηρά τροφή

ο νους μου είναι μια αποθήκη
μαζεύει ξηρά τροφή για τις
δύσκολες νύχτες στην Νταλστρόι
αυτό το ονομάζει κίνητρο
κλείνω το φως
κρότος
ανοίγω το φως
ένα σακί φασόλια κολυμπάει στο αίμα

*Νταλστρόι: υπηρεσία υπεύθυνση για την εμπορική εκμετάλλευση των προϊόντων που παρήγαγε η καταναγκαστική εργσία (γκουλάγκ).

**Από τη συλλογή “Το δόντι που δακρύζει”, Εκδόσεις “ενύπνιο”, Αθήνα, Απρίλης 2019.

Νίκος Κουφόπουλος, Πέντε ποιήματα


ΖΩΗ

Ζέστανέ μου τη ματιά.
Ω τι όμορφη είσαι σήμερα.
Η ζωή ολόκληρη στην αγκαλιά σου.

ΗΘΙΚΗ

Η αμμουδιά μόνο στο όνειρο.
Θλιμμένος γέρος.
Ισιώνει το τραγούδι.
Κρεμάστηκες.
Ηλέκτρα, φώναξε, και τράβηξε το σκοινί.

ΙΣΤΟΣ

Ίντριγκες.
Στα φανερά.
Τρεις γυναίκες.
Ο άντρας να κλαίει.
Σταμάτα, φώναξε η Ελένη.

ΜΕΛΩΔΙΑ

Μαντολίνα δώδεκα
Έπαιζα στο ξέφωτο.
Λύγιζε η μέση.
Ως ψηλό κυπαρίσι.
Δες τα μάτια της.
Ίδια φωτιές.
Ακούραστη ώρες η μικρή τσιγγάνα.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Το απέραντο στην αιώνια λύπη.
Ραψωδίες.
Ακούστηκε η ανάσα της.
Γιόρταζε το χωριό.
Όταν η ώρα σήμανε δώδεκα.
Υπάρχω, φώναξες.
Δέντρα σε έρωτες.
Ιερείς σε ακολασίες.

*Από τη συλλογή “24 ασκήσεις και λέξεις”, ειδική έκδοση για το 50 τεύχος του περιοδικού “δην”, Μάρτιος 1997.

Primo Levi, Singing / Τραγουδώντας

…But when we started singing
Those good foolish songs of ours,
Then everything was again
As it always had been.

A day was just a day,
And seven make a week.
Killing seemed an evil thing to us;
Dying – something remote.

The months pass rather quickly,
But there are still so many left!
Once more we were just young men:
Not martyrs, not infamous, not saints.

This and other things came into our minds
While we kept singing.
But they were cloudlike things,
Hard to explain.

3 January 1946

…Αλλά όταν αρχίσαμε να τραγουδάμε
Αυτά τα καλά ανόητα τραγούδια μας,
Τότε όλα ήταν ξανά
Όπως ήταν πάντα.

Μια μέρα ήταν απλώς μια μέρα,
Και επτά μέρες κάνουν μια εβδομάδα.
Το να σκοτώνεις μας φαινόταν κακό.
Το να πεθαίνεις – κάτι απομακρυσμένο.

Οι μήνες περνούν αρκετά γρήγορα,
Αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν τόσα πολλά!
Και πάλι ήμασταν νεαροί άντρες:
Ούτε μάρτυρες, ούτε προδότες, ούτε άγιοι.

Αυτό και άλλα πράγματα ήρθαν στο μυαλό μας
Ενώ συνεχίσαμε να τραγουδάμε.
Αλλά τα πράγματα ήταν σύνεφα,
Δύσκολο να εξηγηθούν.

*Μετάφραση/απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.