Luis Antonio de Villena, Ο Κωνσταντίνος Καβάφης παρατηρεί το σούρουπο

Luis Antonio de Villena

S’indovinava la stagione occulta
dall’ansia delle piogge notturne.

S. QUASIMODO

Κάποτε γνώριζα πως αργά
όνειρα λυγισμένα των Θεών οργώσανε τη γη
κι ο νους επήγε τότε ολωνών
σε μια γόνιμη τεράστια αφθονία.
Και ναι, υπάρχουν μέγαρα αφθονίας,
καλέστε τη νύχτα ή τη δύση, χείλη ενός πρίγκιπα
απ’όπου βλάστησην πετράδια.
Εντούτοις σκεφτείτε, σκεφτείτε πολύ σοβαρά
πως είχαμε ήδη χιτώνες όλων των ειδών,
άχρηστους με κεντήματα, ναι, όπως αυτή η σκέψη
που κάνεις τώρα για τους Κόπτες, τα μοναστήρια τους.
Κι όμως ακόμη δεν γίναμε προσκυνητές
που φτάνουν καινοτόμοι σε μια πυρπολημένη πόλη.
Πίσω από μένα η θάλασσα με χρώματά δοντιών
που γεννιούνται ανάμεσα στα ήπια θυμιάματα
που κάθε μέρα χαιρετούμε.
Όχι, τα όνειρά μας δεν καρποφορήσαν.
Εκείνοι οι θεοί ήταν ωραίοι αλόγιστα
και παραήταν τέλειοι,
σκεφτείτε, φίλοι, πως ανθρώπους σαν εμάς
που γεννηθήκαμε στο μισοσκόταδο
απ’όπου λείπει μια θήκη αρχαία κοσμημάτων
καθόλου δεν μας ενδιαφέρει μέση ή κορμός αρμονικός
σύμφωνα με τους δύσκολους κανόνες της συμμετρίας.
Ταπεινοί, πάντοτε δείξαμε προτίμηση
στις βλοσυρές θεές της Φοινίκης
με τους σκουρόχρωμους και λιπαρούς μηρούς.

Είμαστε στο 410 κι ο Αλάριχος όπου και να’ναι
τη Ρώμη θα λεηλατήσει.

*Μετάφραση: Τάσος Δενέγρης.

**Από το βιβλίο “Με τον τρόπο του καβάφη – 20 ξένα ποιήματα”, εκδ. κεγ, Θεσσαλονίκη 1999.

George Mouratidis, Corner of main and high again

On lonely poet corners of low lying leaves and moistprophet eyes.
— Bob Kaufman, “On”

when the delicate accidents of this town
rise from the ground like steam
with each breath
in, and fall back down
with each breath out,
as each footstep kisses the concrete
my life

sheds its ugliness —
it flares and unfolds
like a sun as I walk into it, and it swims
around me
as an ocean swims around a fish

almost half my life had to pass
for me to see
I am no more or less than a
note in this song I know I will never hear
sung the same way twice,
listen to with eyes upcast
to a streaming dusk sky,
and keep the beat
with my footsteps and the click of
a child’s fingers weaving the clouds and
smokestack billows
into a cloak
of invisibility,
but he sees me, and did so long ago…
come on, you are nowhere near
the misfit or the monster
that you used to think
you were here,
just another lump of carbon
that radiates impatiendy
as though it’s already a diamond
and pulsates brighdy
under the cloudy waters’ weight
like an anemone
which is
the star that you see
in the heart of every apple
whenever you cut it
the other way

*From the collection “Angle Frankestein”, Soul Bay Press, 2018.

**O George Mouratidis είναι Ελληνοαυστραλός ποιητής που ζει και εργάζεται στη Μελβούρνη.

Αποστόλης Αρτινός, Οκτώ ποιήματα

Artwork:Papatheodorou_4

τούτη η αφαίρεση
που λέγεται υπόλειμμα
δεν κατοικείται

*

για ένα γεύμα
πάντα χρειάζονται μάρτυρες

ας διευρύνουμε τους κύκλους μας
αυτόν τον κρύο αέρα της μελαγχολίας

*

για να περάσει κανείς συστρέφεται
δεξιόχειρα εγχειρίδια, υποθέσεις
καμιά συγκίνηση πάνω στον τόπο της άμμου

(περίγραμμα)

το λάθος του ενθουσιασμού έπεσε όμορφα
έπεσε
εναπόκειται σε μας να το υψώσουμε

*

που στάλαξε
μιαν ανεπίτρεπτη νεροποντή
πάνω στον κώνο του ματιού
όλη στάλαξε

*

Η μόνη περιβολή

μια ακατέργαστη ενέργεια
βάζει τα πράγματα στη θέση τους

βραδιάζει
πέφτει στη σκόνη
αυτή τη θέα μας επιφυλάσσει

*

Ο μικρός αριθμός καίγεται

μένει εν εκτάσει

συνηθισμένο τοπίο –

*

σώμα φυτού τραχύ
ανησυχία ορατή σε πλάτος

βροχή
εσπέρας πάντων

*

το πλέον εσύ
σε στενωπό οξυμένη
με κιμωλία
φθίνον όλο

*Από τη συλλογή “Στην άλλη όχθη της μέρας”, Εκδόσεις Bibiotheque, Οκτώβριος 2015.

Γρηγόρης Σακαλής, Ασφάλεια

Πολλοί μιλάνε για μυστήρια
μα πρόκειται για πλάνες
αυτά που δεν μπορεί ακόμα
ο άνθρωπος να εξηγήσει
ή καλές σκηνοθεσίες
για να ζαλίζουν τους αφελείς
μυστήριο για μένα είναι
πως πιστεύουν σε αυτά
οι άνθρωποι
γιατί το κάνουν
ποιές ψυχολογικές ανάγκες τους
καλύπτουν
και βρίσκουν καταφύγιο σ΄αυτά
κάθε χρόνο
κάποια μυστήρια εξηγούνται
αλλά πολλοί εξακολουθούν
να πιστεύουν
στα παλιά παραμύθια
δεμένοι στο άρμα
της άγνοιας
και στην εύκολη ασφάλεια
που προσφέρουν τα μυστήρια.

Νίκος Βιολάρης, Δύο ποιήματα

ΤΑ ΑΝΘΗ ΜΟΥ ΣΥΣΤΗΝΟΝΤΑΙ

Τα άνθη μού συστήνονται συχνά ως πριγκιπόπουλα, ως έξοχες προσθήκες στη ζοφερή πραγματικότητα των χιονιών, των τοπίων που ονειρεύομαι. Μαζί μας θα πορευτείς! λένε. Μαζί μας μοναχά υψώνεται κανείς! Κι ίσως, αλήθεια, να είναι έτσι ίσως και όχι. Η έπαρσή τους πάντως με εκνευρίζει. Εξακολουθώ να βαδίζω σκυφτός στα άνυδρα κι απόμερα του ονείρου μου σημεία -όπου πάντοτε βρέχει- γιατί ανέκαθεν πίστευα πως το θαύμα
βλασταίνει
μονάχα
εκεί.

***

Η ΕΙΡΩΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Έρημε, έλα έρημε
αφού όλα τα είπαμε καλά και τα αναλύσαμε
έλα εσύ.

Έλα έρημε, φωτογράφισε κι εμένα
μετά των φεγγαριών τη σάρκα
μετά των ουρανών την καταρράκωση.

Έρημε, ξέρουμε καλά
ως ειρωνεία υπάρχεις.
Μια ειρωνεία που σπάει κόκαλα
μα τα περιέχει κιόλας.
Δεν σαρώνεις, ευγενής είσαι
στις προθέσεις σου ίσως όχι
αλλά στους τρόπους σίγουρα.

Έρημε ατέρμονη, ακέραιη έρημε
έρημε που μόνο ερήμους ονειρεύεσαι
περιφρονητική προς πρόσωπα και πράγματα και κήπους
έλα, σαν λαϊκός τραγουδιστής θε να στο πω:
Στην αγκαλιά σου ρίξε με.
Λήξε με.

*Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 22 (Χειμώνας-Άνοιξη 2020) του περιοδικού “Τεφλόν”.

Αντώνης Μπουντούρης, Υγρή αγάπη αιώνια

1

Απ΄όλες τις γυναίκες της ζωής μου
μόνο η θάλασσα μ’ απάτησε
Μ΄έναν ανώνυμο στο πέλαγό μας
ναυαγό.

Από τις ντάπιες τη σημαδεύω
για εκδίκηση
και πάντα αστοχώ.

2

Η υπόθεση της θάλασσας πήρε
απρόσμενη τροπή όταν
προσφέρθηκε για προσάναμμα
να φωτιστεί ο τόπος.

Οι άρχοντες με τα γυμνά κρανία
αρνήθηκαν την πρόταση
-κατηγορήθηκε για μοιχεία-
Κι αυτή στο σίγουρο βυθό
βούτηξε με κρότο.

3

Οι καλεσμένοι μπαινοβγαίνουν αιώνες
νοτισμένοι
Κι όλοι την καλούν σπαρακτικά
να γυμνωθεί μιά στάλα.
Να ξαναπροσφερθεί.

Μαζί μ΄αυτούς κι εγώ

Ο Απατημένος.

Κατερίνα Αγυιώτη, Ποιήματα

Ο ιερέας μιας εκκλησίας στη Σικελία
δίνει ευκολότερα άφεση αμαρτιών
τις ηλιόλουστες μέρες του χειμώνα
διότι τότε οι ακτίνες του ήλιου
περνώντας από τα όμορφα βιτρό των ψηλών παραθύρων
μπαίνουν υπέρλαμπρες λοξά στο εξομολογητήριο
ζέσταινοντάς του πολύ ευχάριστα την πλάτη.

*

Όταν δεν είμαι μαζί σου, εκστρατεύω.

*

Κάποιος μιλάει γι’ αυτόν που είναι μόνος. Ο μόνος ακούει μες στ’ αυτί του ένα τούνελ να σκάβεται στην άλλη πλευρά του κόσμου.

*

Τριγυρίζουν αχάιδευτοι
σε σεμινάρια, μπαρ, εμπορικά μαγαζιά

με μια μνήμη εκ βάθους ανατολής
ότι είναι δυνατή η αγάπη.

Όταν πέφτουμε να κοιμηθούμε
το σώμα γέρνει πάνω σ’ αυτή τη μνήμη.

*

Ο οδηγός του αστικού άνοιξε το μικρόφωνο και είπε: «Θα κάνουμε μια παράκαμψη. Για όσο διαρκέσει, κλείστε τα κινητά ώστε να μην μπορεί κανείς να σας βρει και κανείς να μην ξέρει πού βρίσκεστε. Θ’ ανοίξω τις πόρτες σε μια τυχαία στάση που δεν ανήκει σ’ αυτή τη γραμμή: μπορείτε, αν θέλετε, να κατεβείτε εκεί και -ένα παράδειγμα λέω- να κλάψετε για μια παλιά αγαπημένη».

*Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 22 (Χειμώνας-Άνοιξη 2020) του περιοδικού “Τεφλόν”.

Μάνια Μεζίτη, Πέντε ποιήματα

[εκ δεξιών]

με δυο στιχάκια
τις προάλλες
φάνηκε ξέφωτο
έχει άσπρα και χιονίζει
κάθομαι δεξιά
να βλέπω

[παραγνωρισμένα]

έχω κάτι φίλους ποιητές
εύθραστους
μοσχαναθρεμμένους
μου λένε
το τάδε ποιήμά μου
πολύ καλό
μπήκε εδώ
μπήκε εκεί
και με κοιτούν κατάματα

[κόκαλα]

έτσι που συρρικνώθηκα
να μην ενοχλώ
λέπτυναν τα χέρια μου
ούτε μολύβι να πιάσω
πέρασε χρόνος
έγινα λιγότερη

[ευγονική]

απ’ ό,τι φαίνεται τελικά σε κατάπια
βρίσκεσαι πια στην κοιλιά μου
σ’ εννιά μήνες
θα γεννήσω τους κλώνους σου
μωρά με γκρίζα μαλλιά
κόκκινα γυαλιά
και δυσανεξία στην αγάπη

[με σχετική υγρασία]

χρειάζομαι τα σύννεφα
με το πλατύ στέρνο
ακούμπησα κάποτε εκεί
αν λείψουν
μόνο με τη θάλασσα
δεν θα τα καταφέρω

*Από τη συλλογή “η μαύρη ανάμεσα”, Εκδόσεις Κύμα, 2018.

Derek Walcott, As She Is / Όπως είναι (Πραγματικός τίτλος “Love after love”)

Artist: Daiva Kaireviciute

The time will come
when, with elation,
you will greet yourself arriving
at your own door, in your own mirror,
and each will smile at the other’s welcome,
and say, sit here. Eat.

You will love again the stranger who was your self.
Give wine. Give bread. Give back your heart
to itself, to the stranger who has loved you
all your life, whom you ignored
for another, who knows you by heart.

Take down the love letters from the bookshelf,
the photographs, the desperate notes,
peel your own image from the mirror.
Sit. Feast on your life.

Θα έρθει η ώρα
όταν, με ενθουσιασμό,
θα καλωσορίσεις τον εαυτό σου φτάνοντας
στη δική σου πόρτα, στον δικό σου καθρέφτη,
και ο καθένας θα χαμογελάσει στο καλωσόρισμα του άλλου,
και θα πει, καθίστε εδώ. Φάτε.

Θα αγαπήσεις ξανά αυτόν τον περίεργο που ήταν ο εαυτός σου.
Δώσ’ του κρασί. Δώσ’ του ψωμί. Δώσε πάλι την καρδιά σου
στον εαυτό σου, στον ξένο που σε αγαπούσε
όλη σου τη ζωή, που τον αγνόησες
για κάποιον άλλον, σε γνωρίζει από καρδιάς.

Κατέβασε τις ερωτικές επιστολές από τη βιβλιοθήκη,
Τις φωτογραφίες, οι απεγνωσμένες σημειώσεις,
ξεφλούδισε την εικόνα σου απ’ τον καθρέφτη.
Κάθισε. Μια γιορτή για τη ζωή σου.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Artist: Daiva Kaireviciute

Ζ. Δ. Αϊναλής, Από την “Η μονωδία της έρημος“

Καμιά φορά σταματάς μες στη λευκόχροη έκταση. Οι λόφοι πασπαλισμένοι με την άμμο του χρόνου και το φεγγάρι να θρύβεται. Η επιθυμία εκτείνεται στον ορίζοντα αποδεκατισμένη, κατάλοιπα θλιβερά στρατού ηττημένου, πτώματα αμέτρητα σκουλήκια τσακάλια σκυλιά – ο Ερμάνουβις με τον Αϊ-Χριστόφορο αλυχτάν κάτ’ απ’ το δακτυλίδι μιας δαγκωμένης πανσέληνου που διακλαδώνεται δυσοίωνα στο στερέωμα. Και τότε τα μάγια σου σταματάνε τον χρόνο και τον τέμνουνε κάθετα. Μια όαση που δεν το ξέρεις αν είν’ οφθαλμαπάτη αναφαίνεται από το πουθενά. Δέντρα ψηλά καθάρια νερά χλόη πουλιά κρυμμένα μυστικά. Έχει στα χείλια κάτι το χιλιαστικό κι ανασαίνει αχόρταγα έναν παλιό Θεό. Γυρίζω να σε δω. Η επιθυμία γεννιέται ξανά, ανοίγουν οι ουρανοί και τ’ όραμα κυβερνά. Ανδρίζου και πρόσμενε. Σε πιάνω απ’ το χέρι και βαδίζω μπροστά.

***

Η πόλη μας θα ’ν’ αστέρια και κρίνοι, τουλούπες καπνού και φτερά, ο ίσκιος μιας χουρμαδιάς στη σελήνη, μια κρήνη, η πατημασιά μιας γαζέλας στην άμμο, τα γέλια στη σιγαλιά, η φεγγαροντυμένη κόρη να περπατά στο μέσον της λίμνης, Ουριήλ με μυριάδες φτερά να κατεβαίνουν στρατός και να πίνουν απ’ τα ουράνια νερά, κομήτη ουρά, και η έλαφος να την πλησιάζ’ υπερήφανα, ρήγισσα σε ρηγάτα μακρινά, ιχνογραφώντας τις επιφάνειες κι ενσταλάζοντας σε κάθε βήμα της λόγια αειφόρα φυλακτά.

*“Η μονωδία της έρημος”, Eκδόσεις Kέδρος, 2019.