Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Η δική τους δημοκρατία

Από την πρώτη Μαΐου απειλούνται με έξωση
300.000 οικογένειες.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Τα νοσοκομεία κλείνουν.
Τα σχολεία κλείνουν.
Τα πανεπιστήμια φιμώνονται.
Νέες φυλακές ανοίγουν
Ελλείψει νεκροταφείων.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Η καταγγελία της οικολογικής καταστροφής
συνιστά ποινικό αδίκημα.
Η αμφισβήτηση των νόμων είναι τρομοκρατία.
Το ανθρώπινο στοιχείο έχει καταστεί μη κεφαλαιοποιήσιμο.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Η πρόοδος είναι αυτοσκοπός.
Η πρόοδος είναι ο στόχος.
Η πρόοδος κινητοποιεί τα πάντα.
Η πρόοδος δεν αφορά εσένα ηλίθιε.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Η αλήθεια κατοικεί στα κανάλια.
Εσύ είσαι ένας απλός δεσμώτης της
Ή έστω ένας λαθραίος ηδονοβλεψίας.
Η αλήθεια σου επιβάλλεται
Δεν σου αποκαλύπτεται.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Οι αμαρτίες σου είναι εξαγοράσιμες.
Οι αμαρτίες σου υπολογίζονται
Με βάση το ηλεκτρονικό σου προφίλ
Στο ταμείο ανεργίας.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Τα όνειρα δεν είναι παραγωγικά.
Ο μη αφομοιώσιμος είναι παρίας.
Ο παρίας είναι σκουπίδι.
Τα σκουπίδια θέτουν σε κίνδυνο
Το κράτος.
Η καταστολή είναι μονόδρομος.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Αυτή –φίλε- είναι η δική τους δημοκρατία.
Αυτοί είναι οι ισχυροί.
Αυτοί θέτουν τους όρους.

Εμείς απλά τους ανατρέπουμε.

Joseph Woods, Σώζοντας τη γλυκιά γεύση

Σούρουπο
κι επιστροφή
στο δωμάτιο,
τ’ απομεινάρια
του πρωινού
στο λευκό
τραπεζομάντηλο
όπως τ’ αφήσαμε
στη βιασύνη
για το τρένο.
Μισοάδειες
μισογεμάτες
κούπες καφέ
λεπτές
φέτες ψωμί,
δύσμορφες
και ξερές
σαν μπισκότα
στο ολοήμερο
βλέμμα
του κενού.
Δαγκώνω
ένα κομμάτι
καθώς o ήλιος
χαμηλώνει,
η γλώσσα μου
περισώζει
τη γλύκα,
ένα ίχνος
μελιού
και το φως
που αφήνεις
στο δωμάτιο.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Οροπέδιο», Τεύχος 22 – Χειμώνας 2019. Μετάφραση: Σωκράτης Καμπουρόπουλος.

Orhan Veli Kanik, Δύο ποιήματα

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΟΥ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΡΑΦΤΗ

Ονειρεύεται έναν γαμπρό γερό σαν ταύρο,
με αποδοχές της τάξεως των 100 λιρών.
Παντρεύονται και φεύγουν για την πόλη.
Τα γράμματα έρχονται στη διεύθυνσή της:
Συνοικισμός «Το Όνειρο», ισόγειο.
Το διαμέρισμα είναι σαν κουτί.
Δεν ξενοπλένει πια ούτε καθαρίζει τζάμια.
Όσο για τα πιάτα, αυτά, βέβαια, της ανήκουν.

Τα παιδιά τους ανθίζουν σαν λουλούδια.
Πήραν κι ένα μεταχειρισμένο αμάξι.
Τα πηγαίνει στο Kizilay Park κάθε πρωί
κι ο μικρός Yilmaz παίζει στην άμμο
όπως όλου του κόσμου τα παιδιά.

Το καλύτερο όνειρο του ράφτη είναι ένα λουτρό.
Βρίσκεται ξαπλωμένος στις μαρμάρινες πλάκες.
Οι υπάλληλοι στέκονται στη σειρά.
Ο ένας του ρίχνει νερό κι ο άλλος τον σαπουνίζει.
Ο τρίτος περιμένει κρατώντας το σφουγγάρι.
Καθώς μπαίνουν μέσα οι επόμενοι πελάτες,
ο ράφτης αποχωρεί,
σαν αγνό παρθένο μπαμπάκι.

[Μετάφραση: Γιώγος Μπλάνας]

***

Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΓΑΛΑΤΑ

Γέρνω στην κουπαστή
της γέφυρας και σας απολαμβάνω.
Άλλοι τραβάτε κουπί μουρμουρίζοντας,
κι άλλοι μαζεύετε όστρακα στις σημαδούρες.
Κάποιοι κρατάτε το τιμόνι στις μαούνες
και κάποιοι μαϊνάρετε τα παλαμάρια.
Μερικοί πετάτε σαν πουλιά —και ποιητές—
και μερικοί αχνοφέγγετε σαν ψάρια στο νερό.
Αυτοί λικνίζεστε σαν βάρκες κι εκείνοι σαν φελλοί.
Άλλοι είστε σύννεφα και άλλοι
ατμόπλοια που τρυπώνουν, με σβησμένες μηχανές,
κάτω απ’ τη γέφυρα, σαν κωλοπαίδια.
Κάποιοι φυσάτε και ξεφυσάτε σαν μπουρούδες
και κάποιοι απλώνεστε σαν την καπνιά.
Όμως όλοι ανεξαιρέτως, δίνετε τη μάχη της ζωής.
Μα, είμαι ο μόνος ηδονιστής ανάμεσά σας;
Δεν πειράζει. Κάποια μέρα
θα γράψω ένα ποίημα για σας,
θα πιάσω μερικά λεφτά
και θα κερδίσω επιτέλους το ψωμί μου.

[Μετάφραση: Γιώγος Μπλάνας]

*Από το βιβλίο “Ορχάν Βελί Κανίκ, ο δρόμος μου είναι πλατεία”, σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα και Μιχάλη Παπαντωνόπουλου, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017.

Πόπη Αρωνιάδα, Δύο ποιήματα

ΜΕΘΥΣΤΙΚΗ ΑΜΥΝΑ

Άσε τραγούδι δυνατό, αβίαστο
να βγει και να περάσει
μέσα από ελεύθερα πλευρά,
να κατακτήσει την καρδιά
εικόνες που γυρεύει
στης λήθης την ομίχλη.

Κι αυτή η φραγή, η αυτοσυντήρηση,
απροσδιόριστη στον χρόνο,
παγωμένες σταγόνες του νερού
από μυστικές συνταγές βγαλμένες.

Τ’ αντίδοτο του πόνου πιες,
μες απ’ τις κούφιες ελαφρόπετρες
του εγωισμού,
ν’ ανάψουν τα αίματα οι μεγάλες
τρωικές πυρκαγιές της νιότης,
και κοίτα πρόσωπο με πρόσωπο τα όνειρα
κερνώντας, πίνοντας, μεθώντας μόνος.
Δεν έχεις άλλη επιλογή
τραγούδα δυνατά,
να σταματήσει ο φόβος.

Ξεσπούν ορμές μες στην ψυχή,
αδερφοσμίγουν σκέψεις,
γεννοβολάει ασύστολα ο νους
και κελαηδάει η πένα.-

***

ΥΠΝΩΣΗ

Μες τον ξεθωριασμένο αέρα
εκκενώνεται ο κόσμος της φαντασίας
κι απομένει το εκκρεμές του υπνωτιστή
να πάλλεται σ’ αποχαυνωμένα μάτια.

Οι λέξεις κινούνται, η μουσική χορεύει
όσο διαρκεί ο ήχος του βιολιού,
επαναλαμβάνω τις άλιωτες
αοριστίες και προσμονές
σαν ένα ρεφρέν τραγουδιού,
γίνομαι χορδή που τεντώθηκε πολύ
και πρέπει να σπάσει, να ξεκουραστεί.

Όλα είναι το τώρα,
το τέλος προηγείται της αρχής,
οι λέξεις κατρακυλούν σαν πέτρες
με πηδήματα ευθύγραμμα,
σκερτσώζικα, τρελά,
από γκρεμό σε γκρεμό
φτάνοντας στον χορό των μεταμφιεσμένων,
φορώντας προσωπεία
που εξιδανικεύουν το πρόσωπο.

Στις φλέβες ρέουν μνήμες
χορεύοντας με τη σπαραχτική
γλυκιά μελωδία, που φτάνει στ’ αυτιά
τεμαχισμένη απ’ τον άνεμο
κι αρπάζω μια ξέφρενη βεντάλια χαράς
να εμποδίσω το κλείσιμο της αυλαίας.

*Από τη συλλογή “Ιστοί βαθιάς αλήθειας”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015.

Δημήτρης Τρωαδίτης, αν δεν έχεις μέλλον είσαι καταδικασμένος

λιτοδίατες ανεμοθύελλες μοναξιάς
μπαταρισμένες δήθεν εναρμονίσεις
με τις νωπές απώλειες του νου
και των χεριών
και της πράξης
έρχονται και φεύγουν
το απομεσήμερο

αν δεν έχεις μέλλον
είσαι καταδικασμένος
σε ύπνο δίχως όνειρο
αστροφεγγιά χωρίς ανταύγειες
κόκκους άμμου χωρίς έπαρση

το ζήτημα είναι να καταλάβεις
ότι τα βλέφαρά σου πρέπει να προσκυνήσουν
κάθε εξαίσιο πέρασμα του χρόνου,
κάθε απόκρυφο σημείο να αποκαλυφθεί
στα ταξίδια σου στα πέρατα του κόσμου,
να φέρεις στην επιφάνεια
κάθε χαμένη πτυχή του παιχνιδιού,
οι θίνες του παρελθόντος να μετουσιωθούν
σε νάματα του μέλλοντος

Ξύπνα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος πήρε φωτιά

«Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ.»
…είπε ο Μωάμεθ στο Σεβάχ

Κοίτα πάνω Κεμάλ
το τσακισμένο στόμα της μέρας
φτύνει κομμάτια τσιμέντο ανθισμένο
Πολύ κάθισες
τώρα σήκω και τρέχα
Κοίτα τ’ άδειο πεδίο της μάχης
δυναμίτη κι αίμα ζωσμένο

Ξύπνα Κεμάλ
Αυτός ο κόσμος τώρα έπιασε φωτιά
Οι βάρβαροί του
στον παραδίνουν σκυλί ξεδοντιασμένο
Που ‘χες κρυφτεί;
Δε μπορεί να φοβάσαι ακόμα και τώρα
με το χέρι του τρόμου σπασμένο

Οξειδώθηκες Κεμάλ
Σταυρωμένος στα σκουριασμένα όπλα
του τάφου σου
σκουριασμένα απ’ το αίμα της
σκιάς σου
Δεν ήξερες Κεμάλ
πως δεν αλλάζει με φτηνές προσευχές
τ’ αγορασμένο μεδούλι
στην ψυχή της γενιάς σου;

Ξύπνα Κεμάλ
Έτρεχες πίσω απ’ το μπόι των αρχόντων σου
τις υποθήκες της παλιάς κοινωνίας
να τους μετράς με το κεφάλι σκυμμένο

Κάνε πίσω τώρα και δες
την επίπονη γέννα των καιρών
που αλλάζουν
ή πώς με λίγο μπαρούτι και σπίρτα
ένα πατημένο λουλούδι κατατροπώνει
το ανίκητο σύμπαν
ντυμένο
με πλαστικό πολυμερές κορεσμένο

*Από εδώ: blaumachen.gr

Τάσος (Μήνυμαl) Σταυρουλάκης, Αντικείμενα

κάποτε
πέφτεις απ την πολυθρόνα
σε πλησιάζουν τ’ αντικείμενα
ζητούν ξανά τα χέρια σου
ζητούν τα δάχτυλά σου
μάτια κι αυτιά
το όλον σου
αιτούν
ται

πόσο
πολλά τριγύρω
αντικείμενα στρατός
ολάκερος μηχανισμός κατα
διωκτικός εν δράσει
παραδώσου ιαχούν
παραδώσου

αθόρυβα
σου ενσωματώνονται
διψούν παρασιτούν ιοτροπούν
αναρωτιέσαι για το κυκλοφορικό
αν παραδόθηκε μαζί με το αναπνευστικό
αν και οι μύες οι εκούσιοι μύες
φυγάδευσαν την ηττοπάθεια
στο παράδειγμα

το σώμα συνεργάστηκε
τύποις απόμεινε ο εγκέφαλος
που υποβιβάστηκε σε παρατηρητή
που δεν αποφασίζει πια
δεν διατάζει

μα
το γαμώτο είναι
πως πρέπει να υποκρίνεστε
ότι πως δεν καταλαβαίνει
ότι πως πίστεψες
ότι πως
ότι

*Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 22 (Χειμώνας-Άνοιξη 2020) του περιοδικού “Τεφλόν”.

Μιχάλης Κατσαρός, Βησιγότθοι

Άξαφνα η πόρτα μας άνοιξε.
πρώτος κατέβαινε ο αυτοκράτορας
με καινούργια στολή
ο νέος αρχιεπίσκοπος
ο υπουργός παιδείας και θρησκευμάτων
(η εργάτρια Ντούμπιοβα παρήγαγε
δεκαπέντε χιλιάδες ποτήρια)
ο στρατάρχης ήρωας της μάχης Σαρώ
πιο πίσω οι αυλοκόλακες
οι υπάλληλοι όλοι με τας συζύγους των
ο πρόεδρος τους ανωτάτου δικαστηρίου
στο τέλος ένα παιδί που ήταν ο γελωτοποιός.

Εγώ αντιπροσώπευα τα στρατεύματα της Κορέας
των Γάλλων πατριωτών
των Ισπανών εξόριστων
την παυμένη εφημερίδα «Ελεύθερη Γνώμη»
την άλλη που έμεινε μόνον ο τίτλος της.

Οι ποιητές κρατώντας τα λάβαρα
έγραφαν ύμνους
κρατούσαν την αναπνοή μπροστά στους
επισήμους
χειροκροτούσαν ακατάπαυστα όλους
τους ρήτορες.
Τώρα το πώς εγίνηκε το απαίσιο πλήθος
να στριμώχνεται πάλι στα κάγκελα
το πώς εγίνηκε
το συνδικάτο των οικοδόμων να στέλνει
ομόφωνα ψηφίσματα
να στρώνει χαλιά γι αυτή την παρέλαση
μην το ρωτήσετε.
Φταίει αυτός που ήτανε δίπλα μου
όπου στην κρίσιμη ώρα σʼ αυτή τη σιωπή
εψιθύρισε:
Η μύτη της κυρίας Δημάρχου θυμίζει τη γεωγραφία.

Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται.
Διαδόθηκε μέσα στο αδιάφορο πλήθος η φήμη
οι υπουργοί θορυβήθησαν
ο πυγμάχος που έγινε χωροφύλακας έλαβε θέση
στους διπλανούς διαδρόμους οι πυροσβέστες
πλησιάσαν
ο πρόεδρος χτυπούσε μέσα στην αίθουσα
τον κώδωνα
σβηστήκαν τα κεριά του ναού
και κει στη μεγάλη τους σύγχυση τα κατάφερα
μʼ ένα μικρό βηματάκι άξαφνα να βρεθώ
να θαυμάζω το θέαμα.

Όταν τα φώτα ξανάναψαν
η χάλκινη πόρτα αμίλητη έκλεισε όπως φαίνεται
και δίπλα μου οι γυναίκες ξεφώνιζαν
τραβούσαν τα μαλλιά τους τσιρίζοντας
όχι γιατί δεν πρόλαβαν την παρέλαση
όλων των επισήμων
αλλά που χάσανε μέσα στο σκότος
τους άντρες τους.

Οι πάροδοι που οδηγούσαν προς τις εξέδρες
στις πόρτες των ναών και των φυλάκων
στους διαδρόμους των εξοχών
στα δημόσια πάρκα
στα κρατικά εκπαιδευτήρια
στη δουλειά με το κομμάτι
στην ποινή του θανάτου
παντού παντού παντού
ως και σε μένα τον αδιάφορο
είχανε εισχωρήσει σα μυστικοί χωροφύλακες
οι Βησιγότθοι.

Μη σκεφτείς άσκημα για τους Βησιγότθους
είναι κάτι ακίνητα μαζεμένα υποκείμενα
που παριστάνουν τους επιδρομείς.

Πάντως θα καταλάβατε τον αρχαίο ναό
τι αντιπροσώπευε ο γελωτοποιός
τι αντιπροσώπευα εγώ ο γελοίος
ποιοι οι Βησιγότθοι οι αρχιεπίσκοποι
κι ο ένδοξος αυτοκράτορας.

Υπάρχουνε προϋποθέσεις
για μια καινούργια άνοιξη.

Το αρχικό χρώμα

Δέσποινα Αυγουστινάκη's avatarPoetry and short stories - Despina Avgoustinaki

Οι λέξεις,

ώρες ώρες

χάνουν σε ουσία

σαν πολυφορεθούν

άνευ αιτίας.

Σαν ξεθωριάσουν.

Τότε συστήνεται

Σιωπή

ως θεραπεία.

Ετούτη η τελευταία

αποδεδειγμένα πια

επαναφέρει

το αρχικό τους χρώμα.

© Δέσποινα Αυγουστινάκη

View original post