Jacques Prévert, Tώρα μεγάλωσα

Παιδί
έζησα αστεία
όλες τις μέρες το γέλιο το τρελό
αλήθεια το γέλιο το τρελό
κι έπειτα μια θλίψη τόσο θλιβερή
καμιά φορά τα δυο μαζί την ίδια στιγμή
Τότε νόμιζα πως ήμουν απελπισμένος
Πολύ απλά δεν είχα ελπίδα
δεν είχα τίποτε ήμουν μονάχα ζωντανός
ήμουν ακέραιος
ήμουν ευχαριστημένος
ήμουν και θλιμμένος
χωρίς να υποκρίνομαι ποτέ
Εγνώριζα την κίνηση να μείνω ζωντανός
Να κουνώ το κεφάλι
για να λέω όχι
να κουνώ το κεφάλι
για να μην αφήνω να μπουν οι ιδέες των ανθρώπων
Να κουνώ το κεφάλι λέγοντας όχι
Και να χαμογελώ λέγοντας ναι
ναι στα πράγματα και στα πρόσωπα
στα πρόσωπα και στα πράγματα κυττάζοντας χαϊδεύοντας
αγαπώντας
παίρνοντας ή αφήνοντας
Ήμουν όπως ήμουν
δε σκεφτόμουν
Και όταν είχα ανάγκη από ιδέες
να μου κρατήσουν συντροφιά
τις φώναζα
Και έρχονταν
κι έλεγα ναι σ’ εκείνες που μ αρέσαν
τις άλλες τις έδιωχνα
Τώρα μεγάλωσα
το ίδιο κι οι ιδέες
αλλά πάντα υπάρχουν μεγάλες ιδέες
όμορφες ιδέες
ιδανικές ιδέες
Και πάντα γελώ μπροστά στη μύτη τους
Όμως αυτές με περιμένουν να εκδικηθούν
και να με φάνε
μια μέρα που θα είμαι πολύ κουρασμένος
Αλλά εγώ στην άκρη ενός ξύλου
τις περιμένω επίσης
και τους τρυπάω το λαρύγγι
τους κόβω την όρεξη.

*Από τη συλλογή “La pluie et le beau temps” (1955). Στη μορφή που παρουσιάζεται εδώ είναι από το βιβλίο “Στο μεγάλο ποτέ”, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, Δεκέμβρης 2006. Μετάφραση: Βαγγέλης Χατζηδημητρίου.

Lawrence Ferlinghetti, Μικρή ιστορία σε μια ζωγραφιά του Γκούσταβ Κλιμτ

Είναι όρθιοι και γονατίζουν σ’ ένα παρτέρι με λουλούδια
Αυτός
την έχει μόλις πιάσει
και την κρατά γερά

Το φόρεμά της
έχει γλιστρήσει
από τους ώμους της

Αυτός έχει μια πείνα κατεπείγουσα
Το σκούρο του κεφάλι
σκύβει απάνω της
Πεινασμένο

Και η γυναίκα η γυναίκα
στρέφει τα μανταρινένια χείλη της μακριά του
το ένα χέρι σαν κεφάλι πεθαμένου κύκνου
τυλιγμένο γύρω απ’ το
βαρύ του σβέρκο
τα δάκτυλα
συσπασμένα παράξενα
όλα μαζί κολλημένα
το άλλο μπράτσο λογισμένο πάνω
στο σφιχτό της στήθος
το χέρι της μια χαλαρή δαγκάνα
που αρπάζει το χέρι του
που πήγαινε να φέρει το στόμα της
στο στόμα του

Το μακρύ της φόρεμα καμωμένο
από πολύχρωμους ανθούς
σε χρυσό καπιτονέ
Τα μαλλιά της σαν από τον Τισιάνο
έχουν γαλάζια άστρα

Και η χρυσή του ρόμπα
σκακιέρα με σκούρα τετράγωνα
σαν Αρλεκίνος

Χρυσές γιρλάντες
χύνονται πάνω στις
γυμνές γάμπες και τα
τεντωμένα πόδια της

Κάπου κοντά θα πρέπει να υπάρχει
ένα δέντρο στολισμένο
με γυάλινα φύλλα να λάμπουν
στο χρυσό αέρα

Θα ’vat πρωί
σε κάποιο μέρος μακρινό

Κάθονται οι δυό τους σιωπηλοί
σαν μέσα σ’ ανθισμένο λιβάδι
πάνω στο καλοκαιρινό ανάκλιντρο
που ’ναι μάλλον δικό της

Κι αυτός την κρατά ακίνητη
με τόσο πάθος
κρατά το κεφάλι της κοντά του
τόσο απαλά τόσο επίμονα
για να την κάνει να γυρίσει
τα χείλη στα δικά του

Τα μάτια της είναι κλειστά
σαν διπλωμένα πέταλα
Δεν
θ’ τ’ ανοίξει
Δεν
είν’ Εκείνος

*Από τη συλλογή «Τώρα ποιοι είμαστε;» (1974). Περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ferlinghetti, Ποιήματα», στη σειρά Τετράδια Ξένης Ποίησης, Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1989. Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

Μερικά πράγματα αφορούν το χάος
πάνω του θεμελιώνουμε τα σπίτια μας

Να είσαι εδώ και χρόνια άστεγος
και να σου ζητάνε οικοδομική άδεια
Το ταλαίπωρο σώμα σου ασφυκτιά:
τη μια με σπασμένη οδοντοστοιχία
την άλλη με κηδεμόνα ρυθμιζόμενο
Όπως κι αν το δεις, η ζωή είναι αλλού
κι έχει αμέτρητες μυϊκές συσπάσεις
Εκεί που αμαυρώνεις τον ουρανό
μαζεύεις δίπλα σου κοπάδια άστρων
με μια μοναδική πειστικότητα
Και είναι απίστευτη η φωτεινότητα
του κάθε λογής καταφρονημένου

Αν εξαιρέσεις κάποια αγάλματα
όλα τα υπόλοιπα χρειάζονται αγάπη

***

ΡΗΜΑΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Ο ενεστώτας ήταν πάντα μακελάρης
κι ουρανός σφαγμένος παρακείμενος
Με τέτοιες συνθήκες δεν προλαβαίνεις
ούτε τον παράδεισο να αποστηθίσεις

Από το να πλύνεις μερικά ποτήρια
μέχρι να καθαρίσεις τον νεροχύτη
πάντα θα παρεμβάλλεται μια βρύση
υπενθυμίζοντας τη ροή του αίματος

Σε προϊστορικές εποχές ίσως η γη
να ήταν ένα απέραντο ανθοπωλείο
και τα σύννεφα εμφιαλωτήρια νερού

Στον παρατατικό έχω εμπιστοσύνη
(μια συνεχόμενη υδρορροή μνήμης)

*Από τη συλλογή “Ακτινογραφία θώρακος”, Εκδόσεις Θράκα, 2019.

Kenneth Rexroth, Δύο ποιήματα

Άλλη μια άνοιξη

Οι εποχές περνούν και τα χρόνια αλλάζουν
Χωρίς βοήθεια ή επίβλεψη.
Το φεγγάρι δίχως έγνοια
Περνά στην τροχιά του, γεμάτο, μισό, γεμάτο.

Το λευκό φεγγάρι μπαίνει στην καρδιά του ποταμού,
Ο αέρας ποτισμένος από της αζαλέας τα άνθη,
Βαθιά μέσα στη νύχτα πέφτει ένα κουκουνάρι,
Η φωτιά μας αργοσβήνει μέσα στα άδεια βουνά.

Τα αιχμηρά άστρα τρεμοσβήνουν μέσα στα τρεμάμενα κλαδιά,
Η λίμνη είναι μαύρη, απύθμενη μέσα στην κρυστάλλινη νύχτα,
Ψηλά στον ουρανό το Βόρειο Σέλας
Κομμένο στη μέση από μια θαμπή χιονισμένη κορυφή.

Ω καρδιά, καρδιά, τόσο μοναδικά Αδιάλλακτη κι ευδιάφθορη,
Είμαστε εδώ εκστασιασμένοι με το αστροφώτιστο νερό,
Και οι στιγμές που θα ’πρεπε να κρατούν για πάντα
Σαν το νερό γλιστρούν ασυναίσθητα δίπλα μας.

***

Τσίχλες

Μέσα Μαρτίου στην καρδιά
Της νύχτας, στο κέντρο μιας
Στείρας πόλης, στο μέσο
Χιλιομέτρων ασφάλτου και πέτρας,
Μόνος κι απογοητευμένος,
Άγρυπνος στο μονό μου κρεβάτι,
Με το μυαλό γεμάτο σκοτούρες,
Τότε ήρθε γλιστρώντας μέσ’
Από τις σχισμές του ανεμικού
Σκοταδιού, το ζωντανό,
Σχεδόν ανεπαίσθητο,
Αμυδρό, επίμονο, περιοδικό
Τραγούδι ενός φρύνου
Από ένα μοναχικό δέντρο —
Μια φωνή πιο γλυκιά
Από των περισσότερων πουλιών.
Πριν από εφτά χρόνια ξαπλώναμε
Γυμνοί και μουσκεμένοι,
Κάνοντας έρωτα κάτω από το
Γεμάτο Πασχαλινό φεγγάρι,
Το δυνατό ευωδιαστό φως,
Σκιρτώντας με της κίχλης
Τα τραγούδια.

*Από το βιβλίο “Κέννεθ Ρέξροθ – ποιήματα”, Εκδόσεις Ηριδανός, μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς.

Orhan Veli Kanik, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΙΣΤΑΝΜΠΟΥΛ

Στην Ιστανμπούλ, στον Βόσπορο,
είμαι ο φτωχός Orhan Veli·
ο γιος του Veli
με την ακατανόητη μελαγχολία.
Κάθομαι στο Ρούμελι*, στην ακτή,
και μουρμουρίζω ένα τραγούδι:

«Οι μαρμαρένιοι λόφοι της Ιστανμπούλ,
βαραίνουν το κεφάλι μου, αχ, οι γλάροι-
δάκρυα, δάκρυα καυτά για την πατρίδα
πλημμυρίζουν τα μάτια μου-
Eda, πεπρωμένο μου,
γεμάτη-άδεια, είσαι πάντα
η αλμυρή πηγή
των δακρύων μου.

Στο κέντρο της Ιστανμπούλ άνοιξαν κινηματογράφοι-
η μητέρα δεν θα μάθει ποτέ για την εξορία μου.
Άλλοι φιλιούνται,
συζητούν
και κάνουν έρωτα-
σημαίνει κάτι αυτό για μένα;
Αγάπη μου,
τρέλα μου,
αχ, εσύ, βουβωνικέ ποταμέ μου».
Στην Ιστανμπούλ, στον Βόσπορο,
είμαι ο φτωχός Orhan Veli·
ο γιος του Veli
με την ακατανόητη μελαγχολία.

[Μτφρ.: Μ. Π.]

*Ρούμελι: Κάστρο στην ευρωπαϊκή όχθη του Βοσπόρου.

***

Η ΓΑΤΑ TOY EROL GUNEY*

Ποίημα για την κριτική στάση
που διατηρεί η γάτα του Erol Gunej
απέναντι στην κοινωνική παθογένεια, την Άνοιξη:

Έναν γάτο και λίγο συκωτάκι
ζητάει μόνο απ’ τη ζωή της.
Έξοχα! Έξοχα!

Ποίημα για την εγκυμοσύνη
της γάτας του Erol Gunej:

Βλέπεις, αυτά συμβαίνουν
όταν γυρνάς στις γειτονιές, την Άνοιξη.
Τώρα πρέπει να μείνεις ξαπλωμένη
-ανήσυχη και σκεπτική—
με το κεφάλι κατεβασμένο.
[Μτφρ.: Μ. Π.]
*Ερόλ Γκιούνεϊ [Erol Gunej, 1914-2009]: Γνωστός Τούρκος μεταφραστής. Υπήρξε στενός φίλος του Orhan Veli.

**Από τη συλλογή «Ο δρόμος μου είναι πλατεία», Εκδόσεις Βακχικόν, 2017. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας – Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

Σπύρος Μεϊμάρης, Η αίσθηση

Η Αίσθηση που είχα,
η αίσθηση που μου ’δωσε χαρά
μπορεί να συνοψισθεί σε μια λέξη:
Ξαναγύρισα.
Κοιτώντας απ’ το παράθυρο, άρχισε
σιγά, σιγά να καταγράφεται μέσα μου
πρώτα το γκρίζο χρώμα, μετά το γαλάζιο
και μετά το ροζ,
όλα μαζί με τους συνειρμούς τους.
Με την άκρη του ματιού μου
είδα κάτι ανθρωπάκια να περνούν από δεξιά
στο πεζοδρόμιο.
Υπήρχε η ανάμνηση μιας ματωμένης δόσης
στο βάθος του ορίζοντα
και κάποιες άλλες σκέψεις που περίμεναν
το χρόνο να κάνουν την εμφάνισή τους.
Ο ουρανός ήταν διάφανος σαν γυαλί
και λαμπερός.
Άφηνε τον άνθρωπο να ελπίζει,
μάλλον τον προκαλούσε,
τον έσπρωχνε να ελπίζει,
ο γυάλινος ουρανός.
Η παρουσία άλλων ανθρώπων
ευτυχώς δεν τον διέκοπτε.
Ο ήλιος πλήγωνε τα μάτια.
Θα έπρεπε λοιπόν,
όχι σύμφωνα με τα προηγούμενα,
αλλά εντελώς αυθαίρετα, θα έπρεπε λέω —
Περιμένετε λίγο, θα μου έρθει όπου να ’ναι —
Τελικά όλες αυτές οι εκφράσεις
και τα γλωσσικά ιδιώματα
είναι αυτοσκοπός
και δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα.

Τι άλλο θα ’πρεπε να πούμε;
Σε τι θα μας βοηθούσε η μαγική δύναμη
της φαντασίας
για να μεταμορφώσουμε
την ασχήμια σε ομορφιά,
τη στενότητα σε ευρύτητα,
την ασυνεννοησία σε κατανόηση,
εξαφανίζοντας το χρόνο σε αιωνιότητα.
Μαγικές στιγμές.

*Από τη συλλογή “γραφτά”, Εκδόσεις Απόπειρα, 1998.

Πόπη Γιόκαλα, Τρία ποιήματα

Μια θυσία

Ξεχασμένες επιθυμίες που πετάχτηκαν σε σκοτεινά σημεία του νου-
Θάφτηκαν οι προσδοκίες-
Λεηλατήθηκαν τα όνειρα-
Η πείνα για ζωή παραμερίστηκε-
Βιάστηκε το αθώο, αγνό στην ψυχή-
Οι σκόρπιες αναμνήσεις… χαρές χαμένες στην ομίχλη-
Ό,τι όμορφο είχε η ψυχή τσαλακώθηκε-
Φόρεσες τη μάσκα της ευτυχίας… που ξεγέλασες και σένα –
Μαζί με τους άλλους.

***

Λάθη

Τα λάθη που δεν κάναμε ποτέ
Μοιάζουν με σταγόνες βροχής
Πού δεν ένοιωσε το κορμί, επειδή φοβήθηκε την καταιγίδα-
Είμαι δίπλα όταν με δακρυσμένα
χαμογελώ
Με ένα χαμόγελο θλιμμένο…
Καί αναρωτιέμαι…
Γιατί η Αγάπη να φέρνει δάκρυα;

***

Σκιά

Στέκεσαι στη σκιά
κάτω από τα δέντρα-
Μένεις εκεί
Δεν τολμάς να δεις κατάματα τον ήλιο-
Δεν κινδυνεύεις
Είσαι ασφαλής-
Μια ζωή μένεις μονάχος
στη σκιά σου.

Ασημίνα Κ. Λαμπράκου, Δύο ποιήματα

ΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ

ως εγωισμός μετρήθηκε
η έγνοια
για το ευτελές του δωματίου μέγεθος
και το βρώμικο των τοίχων
όταν ο φακός
συνέλαβε
τους απέναντι

***

ΤΟ ΔΙΑΧΩΡΙΣΤΙΚΟ

Μας χώριζε
μια Άνοιξη φορτωμένη σε βιτρίνα
και το ύφος σου
Ώρα απόγευμα Σαββάτου αργά
πλατεία Κανάρια
Φιγούρα ανάγκης ή αλήθειας
Δεν γνώρισα
Ένα ωστόσο σιγούρεψα
Αταίριαστη πλάι σου θα στεκόμουν
Έτσι σκυφτός και σκεφτικός
Εσύ
την αγάπη να ψάχνεις
Κι εγώ
να ψηλαφώ άνοιγμα
σε προπέτασμα διαχωριστικού

*Από τη συλλογή “Οι απέναντι”, Αθήνα 2012.

Άρης Κωτσίδης, Σήμερα κάποια μουντά πρόσωπα

Σήμερα
Κάποια μουντά πρόσωπα
Μαζί με το ταλαιπωρημένο μου
Παρελθόν,
Μπήκαν
Αθόρυβα απρόσκλητα
Στο δωμάτιο…

Άλλος ένας ουρανοξύστης
Στη μαραμένη κάμαρή μου…

Έτσι εξηγείται
Η απογευματινή μου λύπη…

Σπιλωμένο παρελθόν
Αφημένο
Σε λερά προσωπεία…

Και κοιτάζω ξανά,
Με παράπονο πολύ,
Τα χαρτιά μου…

Το ποινικό μου μητρώο
Είναι λευκό
Και όμως ήμουν
δώδεκα χρόνια στις φυλακές
Των αφιλόξενων σχολείων…

Των σχολείων
Που δεν αφήνουν
Τις αχτίδες του ήλιου
Να πλησιάσουν
Στις καρδιές των νέων…
Στις καρδιές μας…

Σε ένα τέτοιο
Ετοιμόρροπο σχολείο
Θυμάμαι
Τον γυμναστή
Που μας τόνιζε συνέχεια
Πώς πρέπει να κάνουμε
Καλύτερα τις επικύψεις…

Γιατί πώς αλλιώς
Θα βγαίναμε
Μετά απο λίγα χρόνια
Στην κοινωνία
Χωρίς να ξέρουμε
Να σκύβουμε…

Κρατούσαμε τότε
Στις καρδιές μας
Τα χελιδόνια
Όταν τα σκοτώναμε…

Κάποτε περνούσαν
Πολλά ελπιδοφόρα χελιδόνια
Από εδώ…

Η μέρα είναι ευγενική
Εμεις είμαστε αγενείς…

Ήρθε ο καιρός
Να ποτίσουν
Τα λουλούδια
Τους ανθρώπους…

Γιατί πρέπει να γίνουμε
Εμείς τώρα,
Τα ελπιδοφόρα χελιδόνια…

*Από τη συλλογή “Μόνον όρθιοι;”, Εκδόσεις Βάνιας, 1990.

Δήμητρα Γερογιάννη, Δύο ποιήματα

είδα σήμερα στο δρόμο
ένα νεκρό πουλί
κατάφερα
να μην κλείσω τα μάτια μου
περιμένω
έναν κόκκινο ελέφαντα
να καταπιεί τη θλίψη μου
κάποτε θα συναρμολογήσω
τις εικόνες
θα βρω τα κομμάτια
που λείπουν
δε θα χρειάζομαι
φανταστικούς χαρακτήρες και ζώα
θα κάθομαι τα πρωινά
στο κρύο
και θα κάνει σιωπή
στο σιδερένιο
κεφάλι μου

***

στα όνειρά μου
είμαι καρτούν
τίποτα
δεν μπορεί να σκοτώσει
ξυπνάω
και χαράζω
βαθιά
στο σώμα μου
τις περιπέτειες
της νύχτας

με τον καιρό
επινόησα μια γλώσσα
και καμιά φορά
γράφω σ’ αυτήν
όταν οι λέξεις μου γίνονται
θλιμμένες

*Από τη συλλογή “μπορεί να υπάρχει και χωρίς όνομα”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.