Εορτάζοντας τα 101α γενέθλια του Lawrence Ferlinghetti

*Αποσπάσματα από το βιβλίο “Τι Είναι Ποίηση;” που ο Χ. Αγγελακόπουλος είχε την τιμή να μεταφράσει πέρσι για τις εκδόσεις “Bibliotheque”

Η ποίηση σαν πρώτη γλώσσα πριν τη γραφή ακόμα τραγουδάει εντός μας, μία βουβή μουσική, μία αδιαμόρφωτη μουσική.
Η ζωή που βιώνεται με ποίηση στον νου τέχνη καθ’ εαυτή.
Ποιήματα σαν πεταλουδίτσες συνωστίζονται στο παράθυρο, προσπαθώντας να αγγίξουνε τη φλόγα.
Ποίηση η κραυγή της καρδιάς που ξυπνάει αγγέλους και σκοτώνει δαιμόνια.
Ποίηση τα λευκά γράμματα στο μαύρο, τα μαύρα γράμματα στο λευκό.
Ποιήματα κρύβονται σε νυχτερινούς ουρανούς, σε ρημαγμένα οικήματα, στα φθινοπωρινά φύλλα που ανεμοσέρνονται, σε χαμένα και ανακαλυμμένα γράμματα, πρόσωπα χαμένα στο πλήθος…
Ποίηση ο πίνακας των πολιτειών του μυαλού και των αναπτυγμένων σε βάθος κατατομών.
Ποίηση μία γυναίκα γυμνή, ένας άνδρας γυμνός και η απόσταση αναμεταξύ τους.
Ποίηση η υπέρτατη μυθοπλασία.
Ποίηση τα νέα από τα όρια που ολοένα διευρύνονται στα μακρινά σύνορα της συνειδητότητας.
Ιδιωτική μοναξιά που γίνεται δημόσια.
Το φως στο τέρμα του τούνελ και το σκοτάδι εντός του.
Το πρωινό περιστέρι που θρηνεί τον έρωτα, και τίποτα δε φτάνει την κραυγή της καρδιάς.
Η ποίηση κρατάει το θάνατο σε απόσταση.
Η ποίηση δεν είναι μόνο άλογα ηρωίνης και Ρεμπώ. Είναι επίσης οι ανίσχυρες προσευχές των επιβατών αεροπλάνων που δένουν τις ζώνες τους για την τελευταία κάθοδο.
Τα ποιήματα εκπληρώνουν πόθους και αποκαθιστούν ζωές.

*Lawrence Ferlinghetti, Τι Είναι Ποίηση;- Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος, εκδ. Bibliotheque.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Η αγάπη είναι ο φόβος

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίξει γερά εκεί που ο λογισμός μάς ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν

Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουνε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.
Μα ποιός θά ’ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιός θα μετρήσει μια μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια νύχτα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.

Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

Γρηγόρης Σακαλής, Φτάνει πια

Μετρώντας τις δυνάμεις μας
κι αναλογιζόμενοι
τους σκοπούς μας
πρέπει να συγκεντρωθούμε
σ΄ αυτούς
αρκετά σπαταλήσαμε
τους εαυτούς μας
δεξιά κι αριστερά
μ΄ανθρώπους κούφιους
μ΄ανθρώπους άδειους
που έτυχε να έχουν
κάτι στα χέρια τους
κι εμείς να τους έχουμε ανάγκη
αρκετά
ως εδώ
όλοι εμείς
που έχουμε συγγενικές ιδέες
μπορούμε να ενωθούμε
και να τρυπήσουμε
τον ιστό της αράχνης
αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι
απέναντι στον εαυτό μας
και τους άλλους
κι έτσι θα γίνουμε
πιο αποτελεσματικοί
και θα αμφισβητήσουμε σοβαρά
κάποιους.

Ένα έτσι, Δεν ήρθε η Κυριακή

Δεν ήρθε η Κυριακή.
Απέμεινε στα μισά της βδομάδας
να κοιτά από τον καναπέ την εξώπορτα.
Δεν ήρθε η Κυριακή.
Κάποιοι λεν πως δεν υπήρξε ποτέ.
Μα εγώ θυμάμαι την αλμυρή της δίψα.
Όλα μοιάζουν το ίδιο ασάλευτα με χτες.
Δεν ήρθε η Κυριακή.
Ήταν αναμενόμενο πως θα κάποτε θα συνέβαινε κι αυτό.
Τόσο μα τόσο προβλέψιμο από μέρους της.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2020/03/22/4585/

Βασίλης Φαϊτάς, Απουσία

Έφυγε έτσι, ξαφνικά
και δεν ήξερες αν
αλήθεια είχε έρθει ποτέ.
Η φωνή του ερχόταν απ’ το χθες
τα μάτια του απ’ το αύριο
και το σώμα του ήταν
μια βαλίτσα
κι είχε κλεισμένο μέσα
ένα φεγγάρι.

*Από τη συλλογή “Γράμματα στον κόσμο” (1980). Εδώ το ποίημα μαζί με τη φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύεται από εδώ: https://poiimata.com/

Άννα Αχμάτοβα, Ποιήματα

1
Ασημολουσμένος και πάλι
Τ’ αγίου Ισαάκ ο ναός.
Τ’ άτι του Μεγάλου Πέτρου
Κρυώνει κι αυτό.

Αγέρας άγριος και πνιγηρός
Καπνιά σκορπάει απ’ τις καμινάδες
Αχ! Η νέα μας πρωτεύουσα

2
Ήρεμα και σιγανά χτυπάει η καρδιά,
Όλα αυτά τα χρόνια!
Κάτω από τούτη την αψίδα
Οι σκιές μας θα μείνουν αιώνια.

Τα βλέφαρα μου χαμηλά
Μα βλέπω πως μαζί μου είσαι,
Στο χέρι σου για πάντα κρατάς
μια κλειστή δική μου βεντάλια.

Δίπλα σταθήκαμε μαζί
Στων θαυμάτων την ευτυχισμένη στιγμή,
Την ώρα που πάνω από το Θερινό Κήπο
Ανέτειλε το ροδόχρωμο φεγγάρι.

Δεν θα περιμένω πια
Μεσ’ απ’ το μισητό το παραθύρι
Τις μελαγχολικές συναντήσεις
Που την αγάπη ξεδιψούν.

Είσαι ελεύθερος, όπως κι εγώ
Το αύριο καλύτερο θα είναι από το χθες, –
Πάνω από τον φουρτουνιασμένο Νέβα
Κάτω από το παγωμένο χαμόγελο
Του Αυτοκράτορα Πέτρου.

1913

***

Επισκέπτης

Όλα είναι όπως παλιά. Έξω από του σαλονιού το παραθύρι
Η χιονοθύελλα λυσσομανάει.
Κι εγώ δεν άλλαξα καθόλου,
Μα ένας άντρας ήρθε να με δει.

Τον ρώτησα: «Τι θέλεις;»
Απάντησε: «Στην κόλαση μαζί σου να πάω».
Γέλασα: «Αχ, προφητεύεις,
Ότι δεινά μας καρτερούν».

Σηκώνοντας το παγωμένο χέρι
Άγγιξε τα λουλούδια ελαφρά:
«Πες μου πώς σε φιλούν,
Πες μου και πώς φιλάς εσύ».

Τα μάτια μελαγχολικά κοιτούν
Το δαχτυλίδι που φορώ.
Μες στην κακία το πρόσωπό του το φωτεινό
Δεν άλλαξε καθόλου.

Μα εγώ ξέρω: η ευχαρίστηση του είναι
Με ένταση και πάθος να ξέρει
Πως τίποτα δε θέλει
Και πως εγώ τίποτα δεν θα του αρνηθώ.

1 Ιανουάριου 1914

*Από την ενότητα “Ποιήματα γι την Αγία Πετρούπολη”. Περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Άννα Αχμάτοβα, Ροζάριο”, Εκδόσεις Φίλντισι/Samizdat, Μάρτιος 2012. Μετάφραση από τα ρωσικά: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης.

Στέφανος Ροζάνης, Δύο ποιήματα


Requiem

Επειδή σε φυγή με έτρεψαν τα όνειρά μου
Και τα νερά δεν κυλούν πια στα ποτάμια
Κι ούτε τα φέρνει η βροχή μα εξαντλούνται στο σώμα σου,

Επειδή το σώμα σου δεν έχει πρόσβαση στις μέρες που ανατέλλουν
Και το σκοτάδι δεν πέφτει όπως παλιά
Και είναι κατάξερη και άδεια εκείνη η πλευρά του λόφου
που άλλοτε την έλουζε το φως

Επειδή την ακοή μου ακόμη δυναστεύει ο ήχος
της αλλοτινής φωνής σου
Όχι με της ψυχής τα σημάδια αλλά ως άδειο σήμαντρο
που αγαπούσες να καλείς τον ύπνο σου

Επειδή πάνω μου έγειρες ωσάν σκιά και ώρα δειλινή
Γι’ αυτό είμαι ακόμη εδώ.

***

Απειλή

Μπροστά στην απειλή του έναστρου ουρανού που προμηνύει
την αιθριότητα των ψυχών και τα αθώα μονοπάτια
τους φανερώνεσαι

Σαν το σκοτάδι πού κυβερνά τα όνειρα
Με μάτια ασίγαστα και μόλις ακουστές φωνές
Με σιωπές αναίτιες και λέξεις πριν από τις λέξεις
Πριν από το τίποτε που εγκαλεί τη μνήμη
Και χαράζει σκληρές γραμμές στα άσπλαχνα χέρια που μας κρατούν μέρα και νύχτα

*Από τη συλλογή «Ανεπίδοτο», Εκδόσεις Έρασμος, Νοέμβριος 2004.

Άγγελος Ευθυμιάδης, Κύλησαν τα μέσα σου σαν καταρράκτες

Φωτογραφία: Τέλλος Φίλης

Κύλησαν τα μέσα σου σαν καταρράκτες.
Βάθρες μέσα στο μυαλό σου πάγωναν τις μέρες σου.
Σου έλειψε ένα καλοκαίρι που να ’ναι όντως καλοκαίρι.
Τώρα η πλήξη σού κλείνει το μάτι πονηρά,
(δεν) σε βάζει σε πειρασμούς.
Γνώριζες καλά τεχνικές και τρόπους να την πνίξεις,
να την πιάνεις από τον λαιμό να μην μπορεί να πάρει ανάσα.
Τώρα τη διαχειρίζεσαι, αν όχι πολύ καλά, έστω προσπαθείς
να την ταιριάξεις στη μέρα και στη νύχτα σου σαν να ’ναι μικρή σπαζοκεφαλιά,
σαν ’να ναι σεντόνι που προσπαθείς να το τοποθετήσεις όσο πιο τεντωμένα γίνεται.
Ξαπλώνεις στο σεντόνι αυτό,
αρχίζεις και τη σέβεσαι.
Την τετραγωνίζεις, την κυκλώνεις,
πάντως κάποιο σχήμα σχεδιάζεις για να τη βολέψεις τις δύσκολες ώρες της σχεδόν ασχημάτιστης μέρας σου.
Αρχίζεις και την κάνεις κτήμα σου.
Πάντα ήταν κτήμα σου,
μόνο που ποτέ δεν τη βίωνες.
Μισούσες να πλήττεις (λες και αγαπούσες τίποτα…).
Δεν είχες υπομονή καθόλου και για τίποτα
Πλήξε τώρα, ζήσ ’το.
Ο κόσμος μέσα σου θαυμάσιος
και η πλήξη θα σε βοηθήσει,
αν προσπαθήσεις και εσύ,
να γνωρίσεις αυτόν τον κόσμο που χρόνια τώρα αγνοούσες
τη σημαντικότητα και την ομορφιά του.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: http://entefktirio.blogspot.com/2020/03/blog-post_21.html

Δημήτρης Φιλελές, Οι δυο όψεις

21 Μαρτίου – Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Πρώτη ταξιδεύει η αποκρουστική εικόνα

ακολουθεί η πληροφορία από χείλη επίσημα

η απόσταση απελευθερώνει την απαξίωση

η πραγματικότητα ανατρέπει την ισορροπία

ο αόρατος εχθρός είναι παρών

κινείται ελεύθερος στο ζωτικό μας χώρο

εκσφενδονίζεται από την εκπνοή του συνεπιβάτη

αποτυπώνεται στη χειραψία του επιστήθιου φίλου

διαχέεται με την άφθονη σιελόρροια της ηδυπάθειας

η ευδαιμονία κατακερματίζεται αιφνιδιαστικά

η υπεροψία του πολιτισμού ανασκάπτεται εκ βάθρων

το νεφέλωμα του επερχόμενου ολέθρου σπέρνει πανικό

οι νοσηροί εγκέφαλοι αλαλάζουν με ενθουσιασμό

το ζωώδες ένστικτο της αυτοσυντήρησης γιγαντώνεται

οι καρναβαλιστές των πολύχρωμων λεωφόρων

εκχωρούν τη θέση τους στους κανιβαλιστές των υπεραγορών

οι κατ’ επάγγελμα επαναστάτες συνωμοτούν πλέον κατά μόνας

τα σώματα ασφαλείας επιδίδονται στην καταδίωξη

των ανεύθυνων παραβατικών συναθροίσεων

η εξ αποστάσεως επικοινωνία επιφέρει την εξ αποστάσεως εργασία

τα ικριώματα της εξ αποστάσεως ανεργίας

καραδοκούν σε δαιδαλώδεις υπόγειες διαδρομές οπτικών ινών

τα βραδινά μπαλκόνια φωταγωγούνται με φοβικές εκλάμψεις

τραγούδια εμψύχωσης και χειροκροτήματα ικεσίας
υμνούν το μοναχικό αγώνα της επιστήμης στις επάλξεις

υπό την απειλή των νεόκοπων ιεροεξεταστών

την ώρα που τα χρηματιστήρια κολυμπούν στο αίμα των κόκκινων δεικτών

και οι κερδοσκόποι τρίβουν ηδονικά τα σηπτικά χέρια τους.

Στον παράλληλο κόσμο του αιματηρού πολέμου

το σπίτι είναι το πιο ευάλωτο καταφύγιο

γίνεται εύκολος στόχος των αμείλικτων βομβιστών

οι παράπλευρες απώλειες γίνονται κηλίδες κόκκινης σκόνης
τα ερείπια καταπλακώνουν τα οράματα του μέλλοντος

η οσμή του μετέωρου θανάτου σαβανώνει τις έρημες πόλεις

τα καραβάνια των προσφύγων παίρνουν το δρόμο του ξεριζωμού
οι ανοιχτές πληγές τους προσελκύουν τα όρνια

που περιμένουν καρτερικά τα ψοφίμια να υποκύψουν στη διαδρομή

μόνα και αβοήθητα από κείνους που πριν λίγο τους έσφιγγαν το χέρι

οι επιζώντες εμπιστεύονται τη σωτηρία τους στους δουλέμπορους

οι πνιχτές ανάσες τους στοιβάζονται σε κολαστήρια

μέχρι να γίνουν ευπώλητο εποχικό εμπορεύσιμο είδος

και κάπου εκεί κοντά

σε απόσταση τριών κλικ του μετρήσιμου ανθρώπινου χρόνου

ένα μικρό παιδί κλείνει τα μάτια και δεν ξυπνά ποτέ ξανά

παραδομένο στο αδηφάγο θηρίο της πείνας

θύμα της σταθεροποίησης των τιμών των αγαθών που ποτέ δε γεύτηκε

αμέτοχο εκ γενετής στην κατανομή του πλούτου

τρεις ακόμη ανεπαίσθητες κινήσεις στο δείκτη του ρολογιού

βάζουν τέλος στον τρόμο των ματιών ενός άλλου παιδιού

σημαίνουν το τέλος της σύντομης παρουσίας του

από μια αρρώστια χρόνια ξεχασμένη

γιατί τα πάμφθηνα εμβόλια κοστίζουν περισσότερο απ’ τη ζωή του
όποιο από σύμπτωση σώζεται από τη μέγγενη του θανάτου

κάνει αμέτρητα ιδρωμένα χιλιόμετρα για ένα κουβά λασπωμένο νερό

κερδίζει κάθε στιγμή τη μάχη της ζωής με ένα πιάτο χυλό

βιώνει την απόλυτη ευτυχία με ένα τετράδιο και ένα μολύβι

αναζητά το φως και την ασφάλεια σ’ ένα υπαίθριο σχολείο.

Είμαστε οι δύο όψεις στο ίδιο ευτελές νόμισμα

η μια ποτέ δεν θα αντικρίσει την άλλη κατάματα

μας χωρίζει η ευρηματική κοινωνική απόσταση
η συνύπαρξή μας είναι ευκαιριακή ψευδεπίγραφη

ανήκουμε σε αντίπαλα στρατόπεδα με οριζόντια σύνορα

τοίχος ανάμεσά μας αδιαπέραστος, ταφόπετρα βαριά

πάνω της βαδίζει καμαρωτή και απόκοσμη η αναιδής στατιστική

μετατρέπει ατάραχη την αξία του ανθρώπου σε αριθμητικό στοιχείο

για να γνωρίζουμε το επόμενο πρωί τις τάσεις της παγκόσμιας αγοράς.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης στάλθηκαν σε μένα από τον ίδιο τον ποιητή.

Λουκάς Λιάκος, Χωρίς τίτλο

“Να ανταλλάζεις νομίσματα-στίχους με απουσία
· η χειρότερη μορφή να αναπνέουμε”
Ν. Καρούζος

Τα φοβερά και τρομερά πράγματα φεύγουν

Έτσι μπορούμε και πάλι να αναπνεύσουμε
Ένα τραπέζι που μας καταβροχθίζει με την πραγματική

Σωματική έννοια
Ένα βιβλίο πάνω σε γόνατα κάπως στραβά ή σπασμένα

Μια Κυριακάτικη παραλία την ώρα που ο κόσμος μαζεύει

Με κάποιον εκνευρισμό

Σάρκα και οστά
Θέλω να πάω μακριά για να πω πως μου είναι αδύνατον

Να αντιμετωπίσω ανθρώπινα
Τη φωτιά που καταπίνει ένα πεύκο

Το νερό που ανεβαίνει και μπαίνει στις αυλές των σπιτιών

Το ξέσπασμα κάποιας αρρώστιας

Την ημέρα που είναι πάντα η ίδια πνοή

Των υπογείων διαβάσεων

Τη λαγνεία σαν ατομικό μονοσύλλαβο ρόγχο

Τα περασμένα σαν το πλησιέστερο κάποιας απώλειας

Παντοτινής
Εμείς

Είμαστε όλοι τόσο κακοί

Ο ουρανός υπερβολικά κόκκινος

Δυσάρεστος στην αφή
Γεμάτος ακαμψία
Παράταση στη ζωή
Σε έναν τόπο μαρτυρίου

Όταν λέω, Θεέ μου! Ο φόβος είναι ανώνυμος
Η ώρα των ευκαιριών

Έχει κάτι απόκοσμο
Και ξανά η φωτιά που καταπίνει ένα πεύκο

Ξανά το νερό που ανεβαίνει και μπαίνει στις αυλές των σπιτιών

Ξανά εμείς που τα καταπίνουμε όλα

Κι αναπνέουμε

*Από την ποιητική συλλογή “Φωνή”, Εκδόσεις bibliotheque.