Δημήτρης Τρωαδίτης, Με μια εμμονή στην κωλότσεπη

ηχούν οι μέρες μας
όμοιες με σκυρόδεμα που τρίζει
σ΄ ανθρώπων στάσεις
σε μηνύματα
σε φορτία θλίψεων
που τρέχουν πάνω-κάτω στο μυαλό
που χάνονται σε δωμάτια χοάνες

εκεί που βλαστημάς στον αγύριστο
καίγεσαι και τρώγεσαι
εκεί που καταξεσκίζεις τις σάρκες σου
κουρελιάζοντας σημαίες κάθε είδους
εκεί που ως άλλος Τειρεσίας
δίνεις αυτοκαταστροφικούς χρησμούς

είναι σαν κάποιες κωμικοτραγωδίες
που διαλύονται σε άσματα
ασματίδια άλγους
ιζήματα σχιζοφρένειας προελαύνοντα

οι τραγωδοί στήνουν χορό
κι ύστερα διαλύονται
εξαερώνονται
από σκιρτήματα καρδιών
και βροντερά συνθήματα ενάντια
στην αφόρητη δυσοσμία των θεσμών

είναι αδιαπέραστη η σημασία
της ζωής που χάνεται
είναι ταφόπλακα η ιδέα του θανάτου

το ζήτημα είναι
να χαράξεις δρόμους στα ξάγναντα
να ανασάνεις στις αχνοφεγγιές
να τσουλιστείς χειρονομώντας
βρίζοντας στις εμπόλεμες ζώνες
με μια εμμονή στην κωλότσεπη
και μια σιγουριά στην ψυχή
να ξεριζώσεις τις μολυσμένες καρδιές
των νεκροτομείων

η ζωή προσδοκά
την μεγάλη μέρα
να σκορπιστεί μια χούφτα λευτεριά

Alejandra Pizarnik, Σιωπές

σιωπή εγώ ενώνομαι στη σιωπή
εγώ έχω ενωθεί στη σιωπή
και αφήνω να με κάνουν
αφήνω να με πίνουν
αφήνω να με λένε
μαχαιρωμένη απ’ αυτό που λείπει
από την άτιμη αναμονή
θα ξαναγεννηθώ στα τρομερά παιχνίδια
και θα τα θυμάμαι όλα
οι ναυαγοί πίσω από τη σκιά
αγκάλιασαν αυτή που αυτοκτόνησε
με τη σιωπή του αίματός της
η νύχτα ήπιε κρασί
και χόρεψε γυμνή ανάμεσα στα κόκαλα της ομίχλης
ζώο ριγμένο στο πιο μακρινό χνάρι του
η κοπέλα γυμνή καθισμένη μέσα στη λησμονιά
ενώ το ανοιγμένο κεφάλι της πλανιέται κλαίγοντας
ψάχνοντας να βρει ένα πιο αγνό σώμα
ύστερα όταν πεθάνουν
εγώ θα χορέψω
χαμένη στο φως του κρασιού
κι ο εραστής του μεσονυκτίου
που είναι
πίσω από τα μάτια μου
κι από τα μάτια σου
τώρα που είναι νύχτα
στο αίμα
και δεν μπορούμε να δούμε
τον κρύο κόσμο μεγάλο
δεν έχει σημασία αν όταν φωνάξει η αγάπη
εγώ είμαι νεκρή
θα έρθω
πάντα θα έρχομαι
αν κάποτε
μου φωνάξει η αγάπη
ταξιδεύτρα της καρδιάς μαύρου πουλιού
είναι δική σου η μοναξιά τα μεσάνυχτα
δικά σου τα γνωστικά ζώα που πληθαίνουν τον ύπνο σου
περιμένοντας τον πανάρχαιο λόγο
δική σου είν’ η αγάπη κι ο ήχος του ραγισμένου ανέμου

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος, και από τη σελίδα της Έλενας Λυμπεροπολυλου στο facebook.

Ειρήνη Παραδεισανού, αδέσποτο

Ολόρθα τα σκυλιά και αλυχτάνε
Το γήπεδο της γης ζώνουν σφυριά
Κρατούν την εμμονή στη χούφτα πάνε
Κι ολόγυρα στενάζουνε σκυφτά
Πως έρχεται η αρμύρα από τα δάση
Πως τους μιλά με ανθρώπινη λαλιά
Πως άχνη από τις θάλασσες βυθάνε
Τα ολόγκρεμνα στεφάνια του βορρά
Κι ένα μικρό κορίτσι ξενυχτάνε
Να ‘ρθει στα δυο του χείλη ο αμανές
Να’ ρθει στις κόρες των ματιών η αντάρα
Το βύθισμα της σκοτεινής ματιάς
Και το λευκό ν’ ανάψει τη φωτιά του
Μέσα στα στήθια του χαμού της εμορφιάς του.

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της Ειρήνης Παραδεισανού στον σύνδεσμο http://wwwpareisakth.blogspot.com/2019/11/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FStyHR+%28%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B7%29

Παύλος Δ. Πέζαρος, Πατρός σπαράγματα

Ώρες της θλίψης γρήγορα θα σβήσουν,
μα κείνο που θα αναρωτιέσαι πάντα
είναι αυτές οι σφριγηλές φλέβες που πετάγονταν,
νεύρα ατσάλινα να διαχέουν σιγουριά,
σ’ όλο το μάκρος των χεριών, στις κνήμες,
πού πήγαν κι αφανίστηκαν και δεν αφήκαν ίχνος
για μία τόση δα βελόνας τρύπα, για μια ανάπαυλα
μικρή πριν το σαλπάρισμα, μια ανακούφιση
από τους πόνους τους φρικτούς.

Πρόσκαιρη θλίψη μα κόντρα σε ανέμους,
σπαράγματα λέξεων απ’ τα βάθη αναβλύζουν.

Σημαδούρα, παπαφίγκος, φλόκος,
βίντσια, πριτσίνια, ξάρτια, κουπαστές,
μαγκιόρικα κατάρτια και καρίνες,
μπρίκια, λατίνια, σακολέβες και γαΐτες
σε ταρσανάδες ή καρνάγια,
το ματσακόνι και το νου σας,
μαδέρια στιλβωμένα στην κουβέρτα,
μπαρκάρισμα και λάντζα στα καΐκια,
μπονάτσα ή μαΐστρος ή πουνέντες
μη τύχουνε μπουρίνια στο μπουγάζι,
σαλπάρισμα και σκάντζα στο δοιάκι,
σάλτα να δολώσουμε το παραγάδι στα όρτσα,
με ρέγουλα κι η κακαβιά, χωρίς αγαρμποσύνες,
φούντο και κουμαντάρισμα γι’ απάγκιασμα στη ράδα,
πόντζι κι αγάντα κι άντε να νετάρουμε,
κοφτές κουβέντες στο αντιμάμαλο
πριν απ’ το πλεύρισμα της βάρκας
για τυχόν φυρονεριά, ενίοτε φουσκονεριά.

Πειραιάς, 13.1.2010

*Από τη συλλογή “Ο αχός και ο βυθός”, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2016.

Γιώργος Δ. Αναγνώστου, Απουσία Θυελλώδης

Δυσπρόσιτα βλέμματα
Αδημονούν στους πρόποδες
Ενός ανοίκειου χωρισμού

Οσμίζονται την απώλεια
Την αθέλητη
Απλώνοντας τις βαφές
Μιας πολύχρωμης απουσίας

Δαχτυλίδι χαμένο
Γίνηκε η πίστη
Θρονιασμένο δίπλα
Στον Λευκό βασιλιά
Της αμφιβολίας

Έρωτας με μολύβι γραμμένος
Εύκολα για να σβήνει

Φωτογραφίες σκισμένες
Στα δυο και καθέτως
Το παρελθόν
Να μασκαρεύουν
Σε μια γιορτή ηθελημένης αμνησίας

Μάσκες που κρύβουν
Το μακιγιάζ
Προσώπων δίχως στόμα, δίχως χείλη

Άρρητος αποχαιρετισμός

Θαμπά ιδωμένος
Μέσα από τον καθρέφτη

Να προχωρώ πέρα από το τέλος
Έως πέρα από της λήθης
Το στερνό αντάμωμα

* Από τη συλλογή “Μέσα στα όμικρον του ονείρου”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2018.

ΠΟ HEIDE

Please join us for the launch of ΠΟ’s Anarchist masterpiece

HEIDE

to be launched by Guy Rundle editor, producer, scriptwriter and author of Practice

6 for 6.30pm Thursday 14 November Readings Carlton

309 Lygon St Carlton 3053

Copies of Heide will beavailable for sale at the event 550 pages $39-95
with signings by the author.

It being the third volume in ΠΟ’s epic trilogy after 24 Hours, and Fitzroy: The Biography.

HEIDE is an epic poem about history, painting, painters, patrons – the people who made modern art happen in Australia, and those who opposed it. There is a particular focus on the artists gathered around Sunday and John Reed at Heide in Melbourne, including Sidney Nolan, Albert Tucker and Joy Hester. But the many portraits which compose the work give it an ever-expanding range, evoking the larger artistic milieu, while stressing the culture’s social and economic underpinnings, from the governing role played by the wealthy and the powerful, to the struggles of the working class, the difficulties faced by women artists, the immigrant impact on the development of modernism, and the denigration of Indigenous art. But even more than the subject matter, it is the poet’s own extraordinary technique, his use of historical and scientific facts, quotations, proverbs, numbers, definitions and the visual form of the poem, which generates both the book’s encyclopaedic reach, and its Anarchist perspective. The effect is one of exuberance and lightness, so that for all its awareness of the costs involved, Heide is also emphatic in asserting the centrality of art to human experience. ‘Long live Art! Long live Poetry! Long live the Revolution!’

ΠΟ is a legendary figure in the Australian poetry scene, born in Greece and brought
up in Fitzroy, the chronicler of Melbourne and its culture and migrations, a highly disciplined Anarchist who has worked as a draughtsman for forty years to support his family and his art. He is the publisher of Unusual Work by Collective Effort Press, a long- time magazine editor, a pioneer of performance poetry in Australia, and the author of many collections, including Panash, Fitzroy Poems, Big Numbers: New and Selected Poems, and the two epic works 24 Hours and Fitzroy: The Biography. Heide completes this monumental trilogy.

Ηλίας Ν. Μέλιος, Πνοές ερώτων – (δεκατρία χάικου)

1
κόκκινο βλέμμα
πέφτουν στη γη τα φύλλα
αέρας δροσιά

2
υγρό το χώμα
το κορμί τ’ αποζητά
βαριανασαίνω

3
φίδι ο λόγος
η αγάπη πνίγεται
σφίγγει η σιωπή

4
άκρη της νύχτας
βράχια του Λυκαβηττού
πνοές ερώτων

5
χάραξε μόλις
σκισμένη η ψυχή μου
σελήνη μισή

6
πίκρα στη γλώσσα
διαλυμένα τα χρόνια
διασκορισμένα

7
κενή ομορφιά
η μνήμη να θυμάται
δεν τη γνωρίζω

8
ο ήλιος καίει
γυμνώνω το σώμα μου
παραπατάω

9
φωτιά το στόμα
ενός δέντρου η ματιά
το κορμί βουνό

10
θάλασσες βράχια
γαλάζια τα νερά
φαιός ορίζων

11
δώρο το νερό
στο φράχτη τ’ αηδόνι
κλείνω το κλουβί

12
τα δύο σου στήθη
μουσκεύοντας στη βροχή
σκύβω για να πιω

13
φλόγα το μέλλον
έρωτας κυριαρχεί
πόθος το πάθος.

*Έκδοση Δυτικές Ινδίες, Αθήνα, Νοέμβρης 2003.

Ασημίνα Λεοντή, Δύο ποιήματα

Νόμιζα γελούσες

Με κέρδισες από πολύ μικρή
με τη φινέτσα σου
τα διακριτικά σιρίτια
στους ανεβασμένους γιακάδες μυστηρίων.

Αστόλιστη με βρήκες με πλάνεψες
με την ευγενική σου χάρη
τον τρόπο που έπινες καφέ
τα μεσημέρια
που αχνίζαμε τις σκέψεις
για το γεύμα των κρυμμένων αποφάσεων.

Τ’ απογεύματα έβαφες τους τοίχους
κόκκινα, κίτρινα, μαβιά χρώματα
του ονείρου ακριβά
αγρίευες τις νύχτες στα πυκνά δάση της υπομονής
σα λύκος αλυχτούσες
νόμιζα γελούσες.

Ξέρεις πώς είναι να γελάς με τη σιωπή;
Σ’ έκρυψα στο δάκρυ μου.
Εσύ μου το ’μαθες!

***

Φόβος

Κατέβηκες δυο δυο τα σκαλιά
δεν κοίταξες καν στο βάθος
κανένα βάθος ματιών
έκλεισες την πόρτα πίσω μου βαριά
και μια γεύση πικρή του έρωτα
έστρωσε χαλί στη μοναξιά
στο έλεος κι οι χτύποι της καρδιάς
βρίσκουν καταφύγιο στο
κάθυγρο μονοπάτι του πόνου.
Δε λογάριασες.
Οπλίστηκες με του ασημιού τη λόγχη
σημάδεψες διάπυρη απειλή
μια φρίκη σκόρπισες.

Ελεεινέ!
Πάνω στα τρομακτικά είδωλα
στην ωμή βία σου
έμαθα να σε νικώ
έγινα Εσύ.
Η άτρωτη ποινή σου.

*Από τη συλλογή “Φύσηξε παράπονο”, Εκδόσεις Κύμα, Αθήνα 2018.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Mare meum

Η ζωή μου είναι
μια θάλασσα κλειστή

[τον χειμώνα φοράω ένα μαύρο
παλτό από κασμίρ
Μου το χάρισε ένας συνταξιούχος πρύτανης
που είναι νεκρός εδώ και χρόνια
Έζησε όπως πέθανε· εν ειρήνη
με τον κόσμο και την κυρία Ασπασία]

Εγώ αυτή τη θάλασσα
την ανακατεύω με ένα κουτάλι
Πετάω μέσα της πτώματα
Τις χρυσές λίρες
που δεν έδωσε στον Σαχτούρη
ο νονός του

[παρακολουθώ την κίνηση
των αυτοκινήτων στη λεωφόρο Μεσογείων
Τις ορδές των ακολούθων του οπίου
καθώς κατηφορίζουν εξερχόμενοι
από το νοσοκομείο «Η Σωτηρία»
χορτασμένοι μεθαδόνη- χαρούμενοι
— κάποια μέρα θα δοκιμάσω κι εγώ]

Η θάλασσα αυτή είναι κάπως ιδιόρρυθμη
φοράει αρώματα, πίνει κρασί,
κερνάει ούζα τον Καρούζο
Πάνω της περιπολούν Ρωμαϊκές γαλέρες
Φρουρούν ένα ναυάγιο
9
κρουαζιερόπλοιο,
με όλη την ορχήστρα να παίζει

Ο Βαρβέρης διευθύνει υπέροχα –

Γύρω του κολυμπούν γυμνόστηθες γοργόνες

Λέω σε μια

«Η σχισμή
ανάμεσα στα στήθη σου
ουρλιαχτό θηρίου που επιτίθεται»

Και σε μια άλλη

«Θέλω να γλείφω
τις λέξεις
που στάζουν
απ’ το στόμα σου
στα χείλη
στο σαγόνι
στα στήθη
στην κοιλιά σου»

Αυτές κρυφογελάνε
και αναδύονται για αναπνοή

[το παλτό μου είναι μαγικό]

Το κουμπώνω
ανεβάζω τον γιακά μέχρι πάνω
και κυνηγώ τις γοργόνες, που
τρέχουν πάνω στη θάλασσα

*Το ποίημα είναι η εισαγωγή της συλλογής του Bαγγέλη Αλεξόπουλου «Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα», Εκδόσεις Οδός Πανός, 2019.

Λίνα Βαταντζή, Ποιητική Συμφωνία

Επιλέγω κάθε φράση
όπως οι κροκοσυλλέκτριες
τα άνθη
φορώ άλικο πέπλο
και οργανώνω γιορτή –
όλοι οι καλεσμένοι
σε διαλεκτική συμφωνία
ίσως μια μέλισσα ενοχληθεί
με την παρουσία μου
ίσως μια πεταλούδα διασκεδάσει
με τα χέρια μου
φράσεις και λέξεις
υπάκουα υποτάσσονται
στη ροή της σκέψης
σχηματίζουν ποίημα –

το καλάθι του πόθου
ξέχειλο
περιγράφει ιδέες
καθώς ιδέα είσαι
μια ουτοπική ιστορία
που μοχθώ με χάρη
να περιγράψω 
και να στολίσω 
αφαιρώντας το περιττό
προβάλλοντας το ουσιώδες –

συλλέγω φράσεις
με αγάπη και
δημιουργώ.