Ada Limón, How We Are Made / Πώς είμαστε φτιαγμένοι

For Philip Levine

For months, I was a cannonball
dropped down the bore, reeling
in blurry vomitous swirls toward
the fuse; forty days with vertigo
is like that. My new equilibrium
was spinning inside the chambers
of spherical blackness when the news
came. You, with your wiry limbs
of hard verse, inky gap-toothed grin
of gristle and work, you who grimly
told us to stop messing around,
to make this survival matter
like a factory line, like fish scaling,
like filament and rubble, you
who would say, most likely,
this was all sentimental crap, you
had gone to cinders, blasted
into the ether without so much
as smoke. I stood then on the icy hill
under the expressway, filled
with the salt you had given me,
and for the first time that year,
my entire world stood still.

Πώς είμαστε φτιαγμένοι

Για τον Philip Levine

Για μήνες, ήμουν μια μπάλα κανονιού
που έπεσε από την τρύπα, παρασυρόμενη
σε θολές εμετικές δίνες προς
σαράντα μέρες με ίλιγγο…
είναι σαν αυτό. Η νέα μου ισορροπία
περιστρεφόταν μέσα στους θαλάμους
της σφαιρικής μαυρίλας όταν η είδηση
ήρθε. Εσύ, με τα εύκαμπτα άκρα σου
του σκληρού στίχου, με το μελανό χαμόγελο με τα δόντια…
της σκληρότητας και της δουλειάς, εσύ που βλοσυρά
μας είπες να σταματήσουμε να χαζολογάμε,
να κάνουμε αυτή την επιβίωση να έχει σημασία
σαν μια γραμμή εργοστασίου, σαν το ξελέπιασμα των ψαριών,
σαν νήματα και μπάζα, εσύ
που θα έλεγες, πιθανότατα,
ότι όλα αυτά ήταν συναισθηματικές αηδίες, εσύ…
Είχες γίνει στάχτη, ανατιναχτεί…
στον αιθέρα, χωρίς τόσο πολύ
σαν καπνός. Στεκόμουν τότε στον παγωμένο λόφο
κάτω από τον αυτοκινητόδρομο, γεμάτη
με το αλάτι που μου είχες δώσει,
και για πρώτη φορά εκείνη τη χρονιά,
ολόκληρος ο κόσμος μου έμεινε ακίνητος.

Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Χρηστίνα-Καλλιρρόη Γαρμπή, (πατ πατ με σόλα στο κενό)

Αποκοιμιέται στην καρέκλα του μαγαζιού του
Οι πελάτες γύρω του όλο πίνουν το ποτό τους
–περιστέρια–

Τα λιγοστά μακριά μαλλιά του γέρνουν μπροστά
Γέρνει όλος
σαν κουρασμένο δέντρο
Το μαύρο του παλτό τον προστατεύει
απ’ όλα αυτά που σκαρφαλώνουν στην πλάτη του

Τα κλειδιά του πέφτουν
Δεν ξυπνάει

Το πέλμα του κινείται στον ρυθμό της μουσικής
Ένα πατ πατ με σόλα στο κενό

Δε μπορώ να μην τον κοιτάζω

Μοιάζει με γιγαντιαίο κοράκι

Σαράντα χρόνια πίνει

Εντοιχισμένος στους σκασμένους τοίχους και στις γυναίκες με
μίνι και βραχνή φωνή

Είναι ένας μαύρος βράχος με άσπρα μαλλιά
μέσα στη νύχτα

Ένα εκατομμύριο μπουκάλια τσακίζονται πάνω του

Όλο αυτό το κόκκινο φως του μαγαζιού
είναι το αίμα του

Και πώς όλο πέφτουν κι άλλα κι άλλα πράγματα απ’ τις τσέπες
του
Ο
αναπτήρας
Η
ταμπακιέρα
Οι
τρεις του
γιοι

Κατερίνα Γκιουλέκα, Διαχρονικά πατριαρχικές ταξιαρχίες

Η “επικαλύπτουσα
το πρόσωπον”
οθόνη
της Κομνηνής
ένα μεσαιωνικό
προσωπίδιο
το στομομάνικο
μιας στυγνής
κυριολεξίας
η μαντίλα
το τσεμπέρι
ο γυναικείος
κεφαλόδεσμος
-του Αιγαίου
κεφαλοδέσ(ε)ι-
φακιόλια
μπόλιες
πέπλα
κυρίως η τσάπα
οι Ηπειρώτισσες
(σαν βουλώνονται)
από κοντά
του Βόσπορου
μια αναμαλλαρέα
και μαζί της οι
ασκέπαστες
οι ξεμαντίλωτες
οι άτσυπες-
ξετσίπωτες
μιας πεισματάρας
γλώσσας
πώς και
-απορώ-
ξενίζονται
πώς με αφελή
τόσο α(μετα)νόητα
κοιτούν
υπεροψία
στα επίμονα κάστρα
των ξένων
μια Burka

ξεμαλλιάρες
(τι δεν κατάλαβες;)

*Από τη συλλογή “Πλάνης στην πλάνη της”, Εκδόσεις Θίνες, Αθήνα 2024.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Η τρέλα είναι ίδια σε όλα τα στάδια

Artwork: Caitlyn Grabenstein

η τρέλα είναι ίδια σε όλα τα στάδια
απαράλλαχτη σε κάθε σχισμή
του μυαλού σου
σαν να υφαίνεις εικόνες μόνο με τα χέρια
με περιγράμματα που ενσταλάζουν
το άυπνο της ύπαρξής σου
όψεις που μεταδίδονται παντού
τις παρασέρνει ο αέρας
ξεφεύγουν από τους περίκλειστους χώρους
αιωρούνται στο κενό
αντάρτισσες στα πέρατα
ούτε ο ήλιος δεν τις καίει
μένουν ανεξίτηλες
στον αιώνα τον άπαντα

Λεωνίδας Καζάσης, Επισήμανση

Φωτογραφία: Urs Boke

Ατενίζοντας εξήντα ένα χρόνια.
Ήρθα, είδα και εντός ολίγου αναχωρώ.
Η ζωή θα είχε μόνο ομορφιές!
Ως και αυτή η επίπονη προσπάθεια ανευρέσεως πόρων,
σε ομορφιά θα απέληγε, εάν το μάταιο τους ανθρώπους
δεν ξελόγιαζε, όταν το γενετήσιο αγκάλιασμα οι άνθρωποι σε θάνατο καταδίκασαν.
Από της ζωής τις έκπαγλες πληρότητες που ως ανάξιες λοιδωρούνται,
το γενετήσιο αγκάλιασμα περισσότερο από όλες της ζωής τις καλλονές,
εχέγγυο ζωής τον θάνατο να λησμονείς!
Ψευδαίσθηση αδιάψευστη ζωής αενάου! 
Ατενίζοντας εξήντα ένα χρόνια,
η επιθυμία του γενετήσιου αγκαλιάσματος με κρατά να μην βουλιάζω!
Αφού οι άνθρωποι το απαγορεύουν,
ονειρευτής θα τ’ αγκαλιάζω! 

Μπίλη Βέμη (1954-2012), Δύο ποιήματα

Κοντεύαμε να βγούμε έξω απ΄
το ποίημα
όταν κάποιος μας φώναξε

Σιγά!
Έχει κι η έξοδος το Μεσολόγγι της

Κοιτάξαμε ένα γύρω
τις μυρτιές
μόνο οι μύγες βούιζαν
χρυσόμυγες
και η γη κυμάτιζε απ΄  τη ζέστη

Παρά τον κίνδυνο κανένας δεν φοβήθηκε
μόνο γονατιστός συλλάβιζε καθείς
την προσευχή του

Τοπίο που σε λένε ποίημα
ευλόγα με να μη σε λησμονήσω. 

*

Ο μάγος ποιητής

Θα σε ζηλεύω στα τυφλά με μουσική
Άγγιξες την αλήθεια με απρόθυμα χέρια
στο μέτωπό σου τώρα θα πεθάνει
 
Σ’ αφήνω και κατεβαίνω χαμηλά
Παραμονεύω τον μάγο της φυλής
καθώς στραγγίζει το φώσφορο απ’ τα κόκαλά του
να εξασφαλίσει την καινούργια μέρα
Έπειτα βγαίνει και καλεί τα πνεύματα
γίνεται ασβέστης – απλώνει σύμβολα στα πεζοδρόμια
γίνεται στιλέτο – χορεύει σ’ όλες τις πλατείες
Κι έπειτα ντύνεται το ράσο του και καταγράφει
Ο μάγος ποιητής

26.5.79

*Από τη συλλογή «Τοπίο που σε λένε ποίημα» (1987).

Nicanor Parra, Γράμματα του ποιητή που κοιμάται σε μια καρέκλα [αποσπάσματα]

Ι.
Λέω τα πράγματα όπως είναι
Ή ξέρουμε τα πάντα από πριν

Ή τίποτε ποτέ μας δεν ξέρουμε.
Το μόνο που μάς επιτρέπεται
Είναι να μάθουμε σωστά να μιλάμε.

IV.
Eίμαι απ΄αυτούς που χαιρετούν τις νεκροφόρες.

Χ.
Τάισε χολή τις μέλισσες
Μπόλιασε με σπέρμα το στόμα
Γονάτισε σε μια λίμνη αίματος
Φταρνίσου μες στον νεκροθάλαμο
Άρμεξε μιαν αγελάδα
Και περίλουσέ την με το ίδιο της το γάλα.

ΧV.
Για τελευταία φορά το ξαναλέω
Οι προνύμφες είναι θεές
Οι πεταλούδες είναι άνθη σε αέναη κίνηση
Χαλασμένα δόντια
δόντια που θρύβουν
Στην εποχή ανήκω του βωβού σινεμά.
Το γαμήσι είναι πράξη λογοτεχνική

*Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης.

Wallace Stevens, από την “Κυριακή πρωί”

Ι

Η απολαυστική γαλήνη της μέσα στο neglige
τα πορτοκάλια κι ο καφές, το ηλιόλουστο δωμάτιο
κι η ολοπράσινη ελευθερία του παπαγάλου
πάνω στο χαλί, διώχνουν μακριά
τις άφωνες σκιές του αρχαίου μαρτυρίου.
Όμως ξανά ονειροπολεί και τότε νιώθει μέσα της
ν’ απλώνεται το ρίγος της παλιάς καταστροφής
όπως όταν το πέλαγος έξαφνα σκοτεινιάζει.
Τα πορτοκάλια, ευωδιαστά, τα πράσινα λαμπρά φτερά
μοιάζουν ν’ ανήκουν σε μια ακολουθία νεκρών
που ξετυλίγεται πάνω από θάλασσα πλατιά και χωρίς ήχο.
Η μέρα είναι μια θάλασσα πλατιά και χωρίς ήχο
σταματημένη για να διασχίσει μέσα στ’ όνειρο της
και να ‘ρθεί
στην Παλαιστίνη τη βουβή
τον τόπο του αίματος, τον τάφο.

IV

Λέει η γυναίκα, “Είμαι χαρούμενη όταν την αυγή
μες στην ομίχλη τα πουλιά, ρωτούν να μάθουν
με γλυκούς κελαηδισμούς αν τα λιβάδια υπάρχουν.
Μα όταν φύγουν τα πουλιά και πάψει να ‘ναι
στα λιβάδια καλοκαίρι τι θα μείνει απ’ τον Παράδεισο;”
Δεν ξέρω οιωνών ναούς
ούτε νεκρών οάσεις
χρυσούς αγρούς κάτω απ’ τη γη
μελωδικά νησιά όπου οι ψυχές ξαναγυρνούν
στης φαντασίας το νότο ή φοινικιές γεμάτες σύννεφα
σε λόγους θεϊκούς, που ν’ άντεξαν
όσο το πράσινο του Απρίλη· ή που θ’ αντέξουν
Όσοι οι καλοκαιρινές αυγές των αναμνήσεών της
κι όσο η επιθυμία της για τις βραδιές του Ιούνη
που κορυφώνονταν με των χελιδονιών τους τέλειους ελιγμούς.

*“Κυριακή πρωί” (δίγλωσση έκδοση), μετάφραση Στάθης Καββαδάς, Εκδόσεις Άγρα, 2006.

Philip Levine, «Ο τρίτος» [απόσπασμα]

[…] «Ο τρίτος»
ρωτάς, «ποιος ήταν ο τρίτος άντρας
στη φωτογραφία;» Δεν υπάρχει
φωτογραφία, ούτε μυστήριο
μόνο Αλάτι και Πετρέλαιο
στα καθημερινά τρεξίματα του κόσμου
τρία παλικάρια με βρώμικα ρούχα δουλειάς
στον δρόμο τους κάτω από ένα φωτοστέφανο

από διχασμένα σύννεφα και πεινασμένα χαμοπούλια. 

[μετάφραση: Γιάννης Σκαραγκάς]
http://entefktirio.blogspot.com.au/2015/08/107.html

Παύλος Ανδρέου, Ρεσάλτο

Ακούστηκαν οι πόρτες
της βιβλιοθήκης να κλειδώνουν.
Οι βιβλιοθηκονόμοι
εξάρθρωσαν τους ώμους
αρνούμενοι να παραδώσουν κωδικούς
απ’ την παγκόσμια ποιητική παραγωγή.
Τρία ρομπότ μεταλλικά
στο κάδρο της εφόδου.

Το πρώτο με το στόμα μεγαφώνου
ούρλιαζε σαν στοιχειό υστερικά:
«Μη χάνετε ούτε στιγμή
τα κίτρινα απ’ τον καιρό ποιήματα
με τα βαθιά νοήματα
αμέσως στη σακούλα
να νιώσει το μεγάλο αφεντικό
πως είναι από δω και μπρος το μέλλον».

Το δεύτερο κατάπινε ασύστολα
σελίδες δημιουργικής γραφής
απ’ τα σπασμένα ράφια
ξερνώντας θεωρίες ακατάληπτες
και άγνωστες κουφές φιλοσοφίες.

Το τρίτο έφτιαχνε τη λίστα εκτελέσεων
με τα ονόματα των ποιητών
που ορκίζονταν στη μοναξιά
πως έγραφαν μονάχοι.

Συρτάρια άδειαζαν καθώς
καρδιές χτυπούσαν δυνατά
μέσα σε τόμους και τετράδια δακρυσμένα.
O αρχηγός απ’ τον ασύρματο διέταξε:
«Αν κάποιοι αναγνώστες δυσπιστούν
ριπές υγρών μεταλλικών στα μούτρα».

Ήταν εκείνη η στιγμή
που ένας προφήτης ποιητής
σωριάστηκε κατάχαμα
σφίγγοντας ένα χαϊκού ημιτελές-
κανείς δεν έμαθε αν έμεινε στον τόπο.
Τότε κατάλαβα.
Δεν έκλεβαν βιβλία.
Ταρίχευαν ποιήματα σε μνήμες μηχανών
για ν’ αναστηθούν αργότερα
με τις υπογραφές τους.

(Σάμπως και δεν το ξέραμε
πως κάποιοι ποιητές
γράφουν με χέρια τεχνητά
εδώ και τόσα χρόνια…)