Fernando Pessoa, Ποιήματα

Ο αέρας φυσάει δυνατά
Να ησυχάσω δεν μπορώ
Νιώθω μέσα μου κάτι
Στο τέλος του να φτάνει.

Ίσως αυτό που είναι στην ψυχή μου
Νομίζει τη ζωή αληθινή…
Ίσως αυτό που την ψυχή μου ηρεμεί
Που την κάνει να αισθάνεται…

Φυσάει αέρας δυνατός.
Φοβάμαι να σκεψτώ.
Αν αφήσω ελεύθερη τη σκέψη μου,
Το μυστήριό μου θα ανυψωθεί.

Αέρα που περνάς και λησμονείς,
Στάχτη που σηκώνεσαι και πέφτεις…
Σ’ ευχαριστώ, Θεέ, που μέσα μου
Δεν ξέρω τι συμβαίνει!

5-11-1914

***

Μακριά, στο φεγγαρόφωτο,
Στο ποτάμι, μια βάρκα
Γαλήνια περνά.
Αυτό τι φανερώνει;

Δεν ξέρω, μα εγώ απομακρύνομαι
Από τον εαυτό μου,
Και ονειρεύομαι
Κάτι που δεν μπορώ να δω.

Ποια αγωνία με καταβροχθίζει;
Ποιος έρωτας κανέναν μας δεν εξηγεί;
Η βάρκα περνά
Κι η νύχτα μένει.

Αλέξης Τραϊανός, Παρουσία

Υπήρξα ίσως στο παρελθόν ίσως πάλι να μην υπήρξα
Να ‘μαι το δημιούργημα μιας ιστορίας φανταστικής
Αφού τίποτα δεν ορίζω δεν ξέρω
Μόνον ορίζομαι περιορίζομαι απ’ ομορφιά και θάνατο
Πέφτοντας απ’ ομορφιά σ’ άλλη ομορφιά
Από θάνατο σε θάνατο
Σηκώνοντας στα χέρια μου το κρανίο του κόσμου
Κύματα της πέτρας χρυσά κάτω απ’ το χειμωνιάτικο ήλιο
Στο στόμα του χρόνου ως την άκρη της ματιάς
Και το ξεψύχισμα μιας εποχής αργό τεφρό
Στο πρόσωπό μου

*Από τα Αδημοσίευτα ποιήματα της περιόδου 1968-1972.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Μέσα μου σκάβω

Φώτο: Γιαννης Καρακάσης

Όπως σκάβω με το κλαρί
το χώμα που νότισε
από την πρωινή βροχή
ανάμεσα στα πλακάκια της πλατείας,
μετρώ τις γωνίες και τις πλευρές
αθροίζοντας τα χρόνια
που θα ήθελα να ζήσω.
Μα η γιαγιά καταφθάνει
με τη μαύρη της ρόμπα
και τη μαντίλα
που άλλοτε σκέπαζε τα καρβέλια,
κουνώντας αποδοκιμαστικά τη δεξιά της παλάμη,
μη τύχει και κολλήσω
Τσερνόμπιλ και καρκίνο
προτού προλάβει
να ξημερώσει η νέα μέρα.
Και οι αριθμοί μου ξόφλησαν
κάπου στο τριάντα εννιά,
για φαντάσου άκληρη δίχως ν’ αγαπηθώ,
και δεν έχω και έναν αδερφό
να με καθίσει στα γόνατά του,
να παρηγορηθούμε
που θα πεθάνουμε
άγαμα και άδοξα τέκνα
της μαμάς μας.

Rene Char, από τα «Φύλλα του ύπνου»

1
Όσο γίνεται, δίδασκε πώς να γίνεσαι αποτελεσματικός, για τον επιδιωκόμενο σκοπό αλλά όχι πέρα από αυτόν. Πέραν είναι καπνός. Όπου υπάρχει καπνός υπάρχει αλλαγή.

2
Μη χάνεις χρόνο στην πεπατημένη των αποτελεσμάτων.

3
Να οδηγείς το πραγματικό ώς την πράξη σαν ένα άνθος που γλίστρησε στο ξινό στόμα των μικρών παιδιών. Άφατη γνώση του απέλπιδος αδάμαντος (η ζωή).

4
Να είσαι στωικός, σημαίνει να καθηλώνεσαι, με τα ωραία μάτια του Νάρκισσου. Καταγράψαμε όλη την οδύνη που ενδεχομένως ο δήμιος μπορούσε να αντλήσει από κάθε σπιθαμή του κορμιού μας• έπειτα με σφιγμένη την καρδιά, πήγαμε και τον αντιμετωπίσαμε 1.

5
Δεν ανήκουμε σε κανέναν εκτός από το χρυσάφι σημείο αυτής της άγνωστης σε μας λάμπας, της απρόσιτης για μας λάμπας που κρατάει ξάγρυπνα το κουράγιο και τη σιωπή.

6
Η προσπάθεια του ποιητή αποβλέπει στη μετατροπή παλαιών εχθρών σε έντιμους αντιπάλους■ κάθε γόνιμο αύριο εξαρτάται από την επιτυχία αυτού του σχεδίου, κυρίως εκεί όπου ορμάει, συμπλέκεται, αποκρούει, αποδεκατίζεται όλη η κλίμακα των ιστίων όπου ο άνεμος των ηπείρων παραδίνει την καρδιά του στον άνεμο της αβύσσου.

Σημείωση:
1. Ξεκάθαρη διατύπωση της απόφασης για αντίσταση σύμφωνα με τα τέσσερα αποσπάσματα εντολής.

*Rene Char, «Φύλλα του ύπνου», Εκδόσεις Πόλις. Εισαγωγή-Μετάφραση: Θανάσης Χατζόπουλος.

Αντώνης Αντωνάκος, Περί Νέκρας

Είναι αυτό που μας σπρώχνει πάντα να ανοίξουμε την πόρτα στα φαντάσματα.

Να ευπρεπίσουμε με λογοτεχνικούς εξαγνισμούς όλες τις παράξενες χημικές ουσίες που βράζουν μέσα μας.

Έχουμε αναλάβει τη διεκπεραίωση μιας τρέλας, την ενσάρκωση ενός θεού που παραμερίζει την ιερότητα για να δώσει χώρο στην έσχατη πτώση, δηλαδή στην απόλυτη αθωότητα.

Η αγάπη του ρομαντισμού για τα ερείπια που μας σερβίρει κάθε τόσο ο εμπορικός ουμανισμός της αγοράς, δεν είναι παρά συμπτώματα καλλιτεχνικής παρακμής, οι τελευταίες ηρωικές απόπειρες να απελευθερωθεί ο άνθρωπος απ’ τα δεσμά της ιστορίας.

Να γίνει το μαγνητόφωνο ενός ερωτικού μυστικισμού, υποβάλλοντας το θνητό σώμα σε μια ζωώδη τρέλα, σε μια μανία που επιταχύνει τον ηδονικό σπασμό των πλασμάτων, άλλοτε βυθίζοντάς τα στην ομίχλη της άγνοιάς τους κι άλλοτε χαρίζοντάς τους τη διαύγεια της κατανόησης.

Ανθρώπινα όντα και λουλούδια έχουν την ίδια προοπτική, την ίδια τύχη, αποδεικνύοντας πως ούτε η λογική, ούτε η ποίηση, είναι απαραίτητο να αληθεύουν.
Παρά μόνο η ανάγκη για νερό, όπως η πράξη βίας του βαπτίσματος που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια υπόσχεση αναγέννησης.

Μιαν ακανόνιστη αναταραχή των πνευμάτων που ζωντανεύει τη φυσική θερμότητα αποζητώντας την ερωτική επαφή και την έσχατη δόνηση.

Τη βίαιη εισβολή μέσα στον άλλο και τη γοητευτική μανία που αφήνει στον ύπνο του έρωτα η τερατωδία της αγάπης.

Όλοι οι νόμοι της κίνησης οδηγούν στη σύγκρουση. Στον κλονισμό της ακινησίας, της πιο επικίνδυνης αρρώστιας.

Στο ξεπάστρεμα της νέκρας που μας επιβάλει η ακαδημία, η χωροφυλακή των βεβαιοτήτων που δεν αφήνει το παραλήρημα ελεύθερο να διαταράξει τη διαλεκτική της φαντασίας.

Τη διαλεκτική των υγρών που υπακούν στους νόμους της βαρύτητας, αναγνωρίζοντας τη χρησιμότητα της αγίας αποσυνάγωγης τρύπας, που τη γεμίζουν όλα τα ανίερα ζουμιά του απόκληρου εαυτού.

*Αναδημοσιεύεται από εδώ: https://dromos.wordpress.com/?wref=bif

Νίκος Α. Κατσικάνης, Η επιστροφή

Σκίρτησε η πείνα
στα στενά δρομάκια

τόσο την περίμενα!

Βρεγμένοι λύκοι ονειρεύονται
το παλιό μου κουφάρι
να πέφτει
σαν ώριμο φρούτο
από της ζωής το δέντρο

Δεν προλαβαίνω να πεθάνω!

Παραδίδοντας το κορμί
στον αναίσχυντο ήλιο
ερωτεύτηκα
νηπενθείς παρθένες
με πηχτό αίμα στις φλέβες.

Ίσως ταΐσω αυτόν τον τοίχο
με το ίδιο μου το κεφάλι.
Η έμπνευση έρχεται σαν ημικρανία
και η πραγματικότητα
μετουσιώνεται
σε εξωπυραμιδικό εφιάλτη

Αποκοιμήθηκα μεθυσμένος!

Η αλήθεια είναι ένα στρεβλό ψέμα,
ή μήπως το αντίθετο;
[Νά πως χάνει κανείς το μυαλό του.]
Η κρεβατοκάμαρά μου
μια πορσελάνινη τρύπα
όπου ξοδεύω την αιωνιότητα

Δε θα μείνει τίποτα αγάριαστο
από τη φθίση του κορμιού μου!

Τηρώ όρκους δοσμένους σε νεκρούς
μαθαίνοντας πως γητευονται τα πλήθη
από τον μαγικό αυλό της κόλασης

To spleen του νότου θα πνίξει
κάθε έκπαγλη ωραιότητα!

Σήμερα ξέρω
πώς να δοξάσω
το επονείδιστο

Ω σκοτάδι, Ω αμαρτία
επιστρέφω σ’ εσάς στεφανωμένος
μαύρα τριαντάφυλλα

*Από τη συλλογή ‘Εγχειρίδιο μικρών θανάτων”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Δεκέμβριος 2017.

Ποιήματα σε τεύχη του περιοδικού “Χάρτινο”

Σχέδιο: Νίκος Δεληγιάννης

C.R.Mc Guirt, Wading

για ένα μεθύστακα
η θάλασσα

είναι μόνο
βαθειά μέχρι το γόνατο,

το ίδιο
κι ο θάνατος

για έναν ποιητή

***

P.J. Roberts, Skeletal dancers

σκελετωμένοι χορευτές
με μουχλιασμένα κουρέλια
χορεύουν βαλς
μ’ έναν παλιό
χαλασμένο δίσκο

***

Alex R. Knight III, Η φωτεινή πλευρά

Είμαι αλκοολικός.
Έχω λίγους φίλους.
Κανείς απ’ αυτούς
Δεν είναι αξιοπρεπής
Γυναίκα.
Είμαι άνεργος.
Ζω σε ερείπια.
Το αυτοκίνητό μου
Εγκαταλείπει σιγά-σιγά
Σαν γέρικο φάντασμα.
Αλλά ο Dow Jones της βιομηχανίας
Ανέβηκε σήμερα μια μονάδα.

***

Kat Jabe (εντελώς!!!), Αγελάδες

σ’ έναν τέτοιο λόφο
ροζ από αγριοφράουλες
θα μπορούσα
να γίνω χορτοφάγος
και σαν τις αγελάδες
να βόσκω στη γλύκα

***

Mahdy Y. Khaiyat, Ανάμνηση

Τα χέρια του
με πετούν στον αέρα,
πέφτω κάτω κομμάτια.
Οι μπότες του
με κλωτσούν στους γλουτούς.
Το στόμα του
φτύνει φωτιά,
κάνει το δέρμα μου κάρβουνο.

Μη σκοτίζεσαι
να τον αποκρουσεις.
Αυτό δεν μπορεί να γίνει.
Δεν μπορεί να γίνει.

Με κρατά δέσμια,
είμαι καταδικασμέη
Να τον υπηρετώ
μέχρι τη μέρα που θα πεθάνω.

***

A. Darlington, Νεκροί ποιητές / Εγώ και ο Ezra Pound

ο Robert Graves είναι νεκρός
ο Philip Lurkin είναι νεκρός
ο Basil Bunting είναι νεκρός
ο Geoffrey Grigson είναι νεκρός
ο Christopher Isherwood είναι νεκρός
ο John Benjaman είναι νεκρός
ο Auden, ο Elliot, ο Pound
Όλοι τους νεκροί κι αυτοί.
Αλλά εγώ –
ΕΓΩ ΑΚΟΜΗ ΓΡΑΦΩ!!!

*Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν σε τεύχη του περιοδικού “Χάρτινο” που κυκλοφορούσε στη Θεσσαλονίκη γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1990.

Κατερίνα Ζησάκη, πρωτοχρονιά

Φωτογραφία: Σταύρος Μεσσήνης

είναι λίγοι
λίγοι άνθρωποι
που δεν έμαθαν ακόμα
να σηκώνουν τα βάρη που απόκτησαν μέσα στο χρόνο

οι πύργοι κρεμασμένοι ανάποδα
δείχνουν την ώρα τικ τακ τικ τακ
αριστερά δεξιά αριστερά: Αριστερά τραβάτε Αριστερά
ύστερα στριμώχνονταν ένας ένας στο αμπάρι να πάρουν τη θεία χάρη του
να σημειώσω εδώ πως ο μύστης δεν ήταν παρά ένα κουνέλι
τους ακουμπούσε μ’ ένα τεράστιο πιρούνι ανάμεσα στα μάτια
κι εκείνα αναβόσβηναν
τα κορίτσια έχωναν το άρτυμα κάτω από το φουστάνι
στο ακριβές σημείο της προσευχής
για τ’ αγόρια δεν ξέρω – τα απαγόρευαν
σφύριζα σφύριζαν – σφύριζε ο αέρας
έπαιρνε τα κλάματά μας
και τα σκορπούσε στις γειτονιές
να δούνε πίκρα αληθινή και να στεγνώσουν

ο καθένας που λες είχε δικό του κάθισμα
προσευχόμασταν να τελειώσει ανώδυνα
να μας βρει
να παλιώσει
και τίποτ’ άλλο

κάπως έτσι άλλαξε η χρονιά
το ογδόντα τέσσερα στο Βαλπαράισο
μέσα στον πάλαι ποτέ Μεγάλο Ανατολικό
που τώρα πια ονομαζόταν Αγία Νάπα
και είχε απαγορεύσει
τους μολοσσούς
το παραλήρημα
τις ζιπ-κιλότ τα κλαρίνα

μη ζήσουμε έτσι ρε φίλε

*Από τη συλλογή “μισέρημος”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Οκτώβριος 2018.

Ιουλία Τολιά, Ποιήματα

Οι άυλες μορφές εκείνων, υφαίνουν
το δικό μου δίχτυ αιχμαλωσίας.
Πενθώ
την έκπτωση της ύλης.
Την απουσία της αφής.
Λες και αποχωρίστηκα από τη σκιά μου.
Και πλέον ζω
στη σκιά μιάς άφατης λύπης.

Μέσα στο καφενείο η νύχτα.
Έξω
ένας πλανόδιος μουσικός
συνθέτει φούγκες για νεκρούς.

***

Στρέφω το βλέμμα στο επιτοίχιο ρολόι.
Κι αίφνης διαπιστώνω
να έχει αφαιρεθεί ο λεπτοδείχτης,
να μην ηχούν τα δευτερόλεπτα…
Είμαι λοιπόν στον χώρο
ενός καθηλωμένου χρόνου;

Δεν επέστρεψα ποτέ ξανά.
Αιτία,
αυτή η λεπτομέρεια:
του λεπτοδείχτη η αφαίρεση.
Φαντάζομαι τώρα τα λεπιδόπτερα
να πάλλονται
στου έαρος τη συχνότητα.
Ελεύθερα,
υποταγμένα
στου χρόνου τη ροή.

*Από τη συλλογή “Ο τελετάρχης του εφήμερου”, Εκδόσεις Στοχαστής, Άνοιξη 2016.