Γιάννης Δάλλας, από τον “Ζωντανό χρόνο”

Mε γυμνή πλώρη μπήκε μέσα στην κάμαρα
Τρεκλίζοντας
σαν ρύγχος ονείρου
Ο ήλιος του μεσημεριού σαν ερυθρόδερμος
Τού ’γλειφε την καρένα του
Μέσ’ από λόχμες-πατζούρια

Έκαμε ένα βήμα κ’ είπε, να τα τ’ αμπάρια μου

Έσκυψα κ’ είδα το τατουάζ του βυθού
Στο κατώγι που ευώδησε τ’ αποκεφαλισμένα πιθάρια
Αυτά τα ερυθρόμορφα είναι από τυρρηνικά ακρογιάλια
Οι μπουκαπόρτες ολάνοιχτες κ’ η πειρατεία εν δράσει
Στα καρτέρια της Πίνδου μακελλάρηδες των ψυχών
Οι Γκέκηδες με τη δίψα κι άλλοι Επιδάμνιοι
Κ’ οι Σκύθες κατηφορώντας με τα λαρύγγια τους
Απ’ όλες τις κάνουλες στάζοντας αίμα
Μια λαγκαδιά με κατάρτια κ’ οι ναύκληροι ξυλοκόποι τους

Ο τόπος τρεκλίζοντας κατηφοριά μ’ αμπελόφυτα
Κι από τ’ αμπάρι ώς την πλώρη τ’ αετονύχι
Να μάς σπαθίζει σαν στήθος Γοργόνας
Κόρης που ο μούστος της έβρασε κι όρμησε μες στο δάσος
Κ’ ύστερα γύρισε με στίγματα αγρίων
Μπήκε και γύρισε αμαδρυάδα των λεωφόρων

Και τώρα μες στη βάρδια μιας ατέρμονης νύχτας
Παραπατώντας μες στη συντροφική παραζάλη
Ζωσμένη από δέντρα η περπατησιά τους δίπλα της
Τα μπράτσα τους είναι σαν δυο στεφάνια στα κρασοβάρελα
Τα λόγια φυλλώματα οι καρποί τους χειρονομίες
Κ’ η σιωπή τους σιωπή του σίδερου
Βουλιάζει μέσα της άγκυρα ονείρων
Μια μικρή φαλαινίδα έξω απ’ τ’ αμπάρι της

Το σκαρί τους είναι ήη σιγουριά που την ταξιδεύει
Μακρυά από σηματωρούς και σοφούς φαροφύλακες
Παρά μ’ όση χρειάζεται αντίσταση στα παλλόμενα κύματα
Εκείνα καλπάζοντας κι αυτή σαν το μάτι φάρου
Που ανοιγοκλείνει και τρέμει και περιμένει
Την καβαλαρία τους μ’ άσπρη χαίτη τη μουσούδα τους αφρισμένη
Να στάζει μέσα της τους χυμούς τους

Σαν τότε που ταξίδευε από νύχτα σε νύχτα
Και μοίραζε τα εκρηκτικά της σ’ άγνωστα χέρια
Με την ίδια εμπιστοσύνη που έδινε και το στήθος της
Σ’ αυτόν που ήξερε ασύστολα να το δρέψει
Να τό ’χει χειροβομβίδα μέσα στη χούφτα του

Ώσπου να γίνονται κ’ οι δύο παρανάλωμα
Πυροδοτώντας σ’ όλες τις κάνες των φλογοβόλων
Η νυμφομανής Επανάσταση

Κάθε πρωί τραβηγμένα στη στεριά τα μονόξυλα
Κι ο ίδιος ερυθρόδερμος με τη γλώσσα του
Να τρέχει ανατριχιασμένη στη ράχη της μέρας
Η βουτιά του βουτιά πυρωμένου Σατύρου στα κύματα
Το θολάμι της να χτυπιέται με τ’ άλλα χταπόδια του μόλου

Έτσι και τώρα ανοιγοκλείνει κι αποτραβιέται και γίνεται
Μια αντίσταση που ερεθίζει τον πειρατή και το σκάφος του
Ένας κόλπος πεόπληκτος να τον γλείφει ώς τα φύκια του μόλου

O ξανθός βιαστής των ονείρων

Γιαλός και μόλος και λοφοπλαγιά μ’ αμπελόφυτα
Κ’ εκεί δίπλα δίπλα τ’ αετονύχι που γυάλισε
Σαν μάτι που μέθυσε και τρεκλίζει του ρέμπελου
Που ξεθηκαρώθηκε και χορεύει στα φεγγαρόφωτα
Του πιο ρέμπελου Σειληνού

0 ουρανός με τα φύκια του κ’ η γη αστερόεσσα

Κι όπως γαλαχτώνει μέσ’ από δυό βουναλάκια
Βγαίνει σαν ρόγα ραζακιού το φεγγάρι
Στο στήθος τ’ ουρανού που λύθηκε και μοιράζεται
Σε χιλιάδες μάτια και χείλια και δάχτυλα
Σ’ όλους τους πεινασμένους και τους ανέραστους της δικαιοσύνης

*Από τη συλλογή “Ο ζωντανός χρόνος”, εκδ. Κείμενα, Αθήνα 1985.

Katerina Anghelaki-Rooke, Two poems

MISSOLONGHI STREET

I lived and went to school.
October came, and the children like blue and white insects
Buzzed and wailed, their snot gleaming in the sunlight.
The letters seemed to stand alone at first,
Fine and white against the blackboard,
Each one enjoying freedom before words entrapped it.
I marvelled at them yet simultaneously grew bored,
Happier to gaze through the window into the air
Where whirling birds suggested other phrases.
On the road home from school
I’d observe the differences from yesterday,
At the cobbler’s, the florist’s, the sweet shop selling coloured transfers,
Plump-armed angels behind the dusty windowpane.
I always stopped outside the undertakers:
On the shutter a canary in a cage
And Socrates with macabre exactitude dusting coffins
Or resting on the threshold; two chairs,
One for his feet, two folds on his nape,
One deeper than the other,
And Yorgis covered in whitewash dropping in for coffee
From the builder’s yard next door.
Shiny purple cloth would often fill the hall,
Socrates busy and a woman crying.
Then my heart grew heavier than my bag
And off I’d run to the kiosk
To buy my favourite comic and forget black thoughts:
My house was waiting on the corner like a person,
The balcony with the white curtains of Mama’s room Seemed to wave.
Sometimes I felt the sweetness of security in my stomach,
Sometimes I sat for hours on the stairs,
Fed up with so much repetition, altogether hating life.
Oh, to escape, to be someone else, I thought,
To start again from the beginning with another name.

***

THE PIGLET

“You’ll go far if the little piglet
Doesn’t eat you on the way.”
My mother would often repeat the old French saying
And I kept its image ever in my head
As if it were really on my tail.
It grunted and ran behind me smacking its porky lips.
Its skin was a patchwork of my shortcomings
And on its back the largest patch,
My passion for you.
With its strange legs thick and aching
It trampled on my lost moments
As they sank into your eyes, divine and cursed.
Now and then life offered me a focus, some meaning,
And the stumpy quadruped would lose ground.
I’ve beaten you, I cried, and high above
Appeared my mother, floating by like a bird,
Like a little cloud.
But soon the pig would bite my heel again
And my consoling mother disappear
Together with her chair, her knitting.
Night fed only by remorse would take me,
Again the dappled porker was triumphant
And off we’d set, inseparable, along the downward road.

*From «From Purple Into Night», Shoestring Press 1997. Translated by Katerina Anghelaki-Rooke and Jackie Willcox.

Γρηγόρης Σακαλής, Κατάντια

Έρχεται κάποια στιγμή
που φτάνει η ώρα
του απολογισμού
μιας ολόκληρης ζωής
κι αν αυτός είναι θετικός
έχει καλώς
αν όλα γίνανε
σύμφωνα με τους αρχικούς στόχους
με τις ιδέες που είχες
όταν ήσουν νέος
νιώθεις μια ικανοποίηση
να σε κυριεύει
ένα συναίσθημα πληρότητας
μα αυτό δεν συμβαίνει συχνά
συνήθως τα πράγματα
δεν εξελίχθηκαν ομαλά
έγιναν ανόσιοι συμβιβασμοί
κι έγινες
αυτό που κατηγορούσες
ένα μικρό γρανάζι
στη μεγάλη μηχανή
κι από το στόμα σου
μιλάει κάποιος άλλος
αν δεν το καταλαβαίνεις
ζεις στην πλάνη
μα αν το συνειδητοποιείς
λυπάσαι τον εαυτό σου
γι΄ αυτό που κατάντησες
να γίνεις.

Αντώνης Στασινόπουλος, Τρία ποιήματα

ΘΑΛΑΣΟΠΟΥΛΙ

Θαλασσοπούλι,
βουτάς στη θάλασσα και ξαναβγαίνεις στον ήλιο.
Θαλασσοπούλι μοναχό, ιστόρησέ μου τα ταξίδια σου.
Συναντάς πλοία με ναυτικούς που έπλασε η σμίλη της αρμύρας;
Πρόσω ολοταχώς τα πλεούμενα
με τα κύματα να τα χορεύουν.
Θαλασσοπούλι μοναχό,
ανταμώνεις γοργόνες της απειλής και του έρωτα;
Μίλησέ μου για τα άλλα θαλασσοπούλια.
Τόπος συνάντησης τα απέραντα πελάγη.

***

ΜΕ ΤΗΝ ΑΥΓΗ

στον Πολύβιο

Χαράζει
ο αυγερινός αναλάμπει λίγο πριν χαθεί
φωνούλες πουλιών αναγγέλλουν την ημέρα
η γάτα περπατά στην αυλή.
Στο δωμάτιο εισχωρεί το φως από το παράθυρο
με την πρώτη δροσιά του Απρίλη
στο ραδιόφωνο ψαλμοί της Μεγάλης Πέμπτης
επί ξύλου κρεμάμενος Χριστός
νοσταλγίας κατάνυξη
ο καφές πικρός κατεβαίνει στα σωθικά μου.
Ανάβω τσιγάρο
ο καπνός διαλύεται σε κύκλους
αναπολώ τη νεότητα
και το όνειρο της ελευθερίας παραμένει ζωντανό.

***

ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ

Σαv τα πουλιά που κελαηδούν την άνοιξη
σαν τη μητέρα που θηλάζει το μωρό της
σαν τα μουρμουριστά νερά του ποταμού
να ποτίζουν εύφορα λιβάδια
σαν τον αγρότη που περιποιείται τη γη για να καρπίσει
σαν τους εφήβους με ορμή και όνειρο
με το πρώτο μας φιλί, αγαπημένη, μιλήσαμε στη ζωή.

*Από τη συλλογή «Το βρέφος», Εκδόσεις Opportuna. Πάτρα 2014.

Κώστας Μπραβάκης, Δύο ποιήματα

Καβάκντερε

Πάνε κι έρχονται οι αλωνίστρες με ράμφος αχόρταγο
με πύρωσαν τα κίτρινα κύματα κι η ζέστα της μηχανής
κάπου εδώ περπάτησα ή πέταξα μονόφτερο
πάνω στα καραγάτσια που απ’ τα κλαδιά τους κρέμονταν
αιώρες κι άσπρα ρούχα της Λαμπρής

Κάπου εδώ ανέβηκε ένα βράδυ ως τα χείλη το φεγγάρι
ανάπνευσαν τα κυπαρίσσια και στάθηκε στα πόδια η κληματαριά
όλη νύχτα μάζευα τα ξέφτια απ’ το φουστάνι της
τ’ αγκάθια τρύπησαν τις ρώγες
κι έρεε ο μούστος ως το πρωί

Λίγο πιο πάνω τ’ ασπροσέντονα σε διάταξη μνήμης
ένα καλάθι κόκκινα αυγά και κοιμητήρια
δίπλα δίπλα οι γειτόνισσες χώμα μαλακό
στρώνουν τη γλώσσα και δεν προφταίνουν

Καβάκι το καβάκι απομακρύνεται ο νους
από μακριά ανάβει η καλαμιά
τη νύχτα το ποτάμι δεν κοιμάται
στις βδέλλες και τους γυρίνους
διαβάζει τους καταραμένους στίχους
ψιθυριστά να μην ακούσει ο αγροφύλακας

***

Karabadak

Να απολογούμαι πιο συχνά στις άδειες φιάλες
και του προσκυνήματος τα συναφή
να βλέπω τη σκόνη να επικάθεται στα παλιά συνθήματα
και να διαμαρτύρομαι κοσμίως
να γίνω φαντάσματα του μέλλοντος χοντρά παπούτσια
χραπ χρουπ
πρώτη φορά όλος επιγράμματα
και πόρτες ασφαλείας για έναν υποψήφιο δραπέτη

Πόσα τετράδια ακόμα θα γεμίσουν δοξαστικά και άλλα τέτοια
μάκτρα υγείας μονωτικά κι αρχαιόσιτες προσωδίες
αγέλης που γονάτισε δήθεν ηρωικά εστεμμένη
μαχόμενη για συνιδιοκτησία άγραφης ιστορίας
για τους απάτριδες στρατιώτες
που πίνοντας το σύννεφο αυτομολούν
τυφλός προφήτης ο αυτήκοος Νέπως
των υπηκόων χειροκροτητών
και η Ρώμη να καίγεται χάριν μαλακών τη χρήσει
οπισθίων προτεταμένων εις ανάπαυσιν ισχίου

0 ελιγμός της λεγεώνας δεν έφτασε
ακούμπησα στη σκληρή γωνία του αμετακίνητου
σώθηκαν έτσι
κάτι φθινόπωρα και κάτι καλοκαίρια

*Από τη συλλογή «Εναέριες ρίζες», Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Φεβρουάριος 2010.

Γιάννης Δάλλας (1924-2020), Εκποίηση

Ο μαύρος αλέκτωρ
και το λειρί του να τρέμει
ο πρώτος σπασμός
της ερχόμενης μέρας

Ξημερώνει μέρα πολύκροτη

Τόσα και τόσα γεγονότα βουίζοντας
στις εισόδους και στις παρόδους της αγοράς
πολυτονική μουσική
για την ηδονή του κορμιού και του κέρδους
Τα πρωινά παραρτήματα πνέοντας
στη χοάνη της σαν ανεμοστρόβιλοι
ώς την οροφή παλλόμενα στόματα
χείλη και φιλιά φυσερά τ’ ουρανού

Και στο βάθος του τούνελ ο αργυρόηχος
ίλιγγος

Για δες ένα ζευγάρι εκεί πάνω, φώναξα
από το πολύ στροβίλισμα έγινε νόμισμα
ουράνια σφαίρα σε περιφορά δύο όψεων
κι όπου να ‘ναι θα σκάσει
κορώνα γράμματα κάτω στ’ οδόστρωμα
(«Τι κάλπικη υδρόγειος η αγάπη μας!)
Και τώρα η σειρά σας… Ανακλιθήτε
καθένας στην περιστροφική πολυθρόνα του
στον αναβατήρα σας σερ, και συ σύντροφε
ακρωτηριασμένε από την παγκόσμια ευτυχία
Όλοι επί ποδός… Προσδεθήτε εκτοξευτήτε
για το κυνήγι της σκύλας Επιτυχίας
Η σκύλα θεά! Θα μας λιανίσει έναν-έναν
μπήκε στην αγορά μυστικός υλοτόμος
σαν καρδιοσχίστης και σαν το σαράκι
σαν το σαράκι του Δέντρου της Γνώσεως
να σχίζεται η ρίζα
και τα πουλιά στα κλαδιά να σαρώνονται

Χιλιάδες δόυναι-λαβείν ανεμόδαρτα

Στο βάθος του τούνελ αλυσίδα από Τράπεζες
των Ημεδαπών των Εταίρων των Διεθνών Forum
απ’ όλα τα στόμια ο αργυρόηχος λόξυγγας
κι η κίτρινη σκόνη να κυκλοφορεί στα αιμοσφαίρια
ο κίτρινος ίλιγγος
Πριμοδοτήστε Ποντάρετε Υπογράψτε Περάστε τα
από χέρι σε χέρι στη σημαδεμένη θυρίδα
Κι από κάτω άλλοι κύκλοι… Ζυγοί των ζυγών
από την Τράπεζα Παροχών στην Τράπεζα Πίστεως
(«Για ποια ανάληψη μιλάς αδελφέ μου;»)
Οι γνωστές παροχές… Η πίστη τα οράματα
όλα στο σφυρί διαμαρτυρημένα

Από τον καρποσυλλέκτη Αδάμ ως τον Άνταμ
τι χάσμα!
αυτοδιαχείριση μερκαντιλισμός εκβιομηχάνιση
κι η συσσώρευση κεφαλαίου έλεγε ο Μαρξ
ανεξέλεγκτη σαν του μάγου
όχι του μάγου που ήξερε να μεταμορφώνεται
παίρνοντας τη μορφή του χρυσού του φιδιού
ή του νάνου
με τα κέρατα στα δυό σκέλια της φουρκισμένης
(guarda le piu violent passioni, τόνιζ’ ο Ποιητής)
αλλά του μάγου που παραφρόνησε κι όρμησε
εξουσιασμένος απ’ τη μαγεία του έρμαιος
των σκοτεινών δυνάμεων που ο ίδιος ξεσήκωσε
αναρχούμενος μες στην κυκλοθυμία της αγοράς
Τέτοια κι η συσσώρευση κεφαλαίου στις μέρες μας
− η συσσώρευση θλίψης, συμπλήρωσε ο Σιγισμούνδος

(Ο θείος Κάρολος ο δαιμόνιος Σιγισμούνδος)

Και τώρα σας μιλώ σαν από κυλιόμενη σκάλα
Τόσα οδοντωτά γεγονότα… Από πού να πιαστείς;
Η μεταμόρφωση αέναη… Κι η πόλη βραδιάζοντας
με κλειστές τις εξόδους ηχεί σαν κερματοδέκτης
όπου περνά ο καθένας κι αφήνει τη μέρα του
κι ύστερα βιάζεται να χωθεί μες στο σπίτι
κι εκεί οληνύχτα διασκεδάζει την πλήξη του
πυροβολώντας με το τηλεκοντρόλ την οθόνη
Οι πρώτες σκηνές τα γνωστά και τα τετριμμένα
νονοί της μαφίας πρωθυπουργοί και νυμφίδια
κι άλλα τέτοια – φτηνή χαρμολύπη
Έξω ένας γύπας αποτελειώνει τη μέρα
και μέσα άλλα γεγονότα-σφαγεία
Τα λόγια πολτός
σαν το αίμα που τρέχει
Η κίνηση της οδού Σοφοκλέους ραγδαία
οι τιμές άνω κάτω… Καιρός θυελλώδης
χιονίζει
από την οθόνη ώς τη μακρινή μου πατρίδα
Μετά τα μεσάνυχτα προβολή της ταινίας
ΟΙ ΕΜΠΟΡΟΙ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ η γνωστή επανάληψη
(το αίμα δεν λιώνει λεκιάζει το χιόνι)
και το ματς μεταξύ δολαρίου και μάρκου
μετά τα μεσάνυχτα

Βάγια Κάλφα, Τρία ποιήματα

Edward Hopper, City roofs

ΟΙ ΘΕΟΙ

Υψώνονται
Μπρούτζινοι
Οι λαοί ώς το γόνατο
Περνούν από δίπλα
Και κάτω
Ανεβαίνουν στα ρούχα
Σκαρφαλώνουν στ’ αφτιά τους
Ψιθυρίζουν αιτήματα
Κρύβονται στην παλάμη
Στις εντάσεις του πέτου
Κι από εκεί, καταφάσεις μαντεύοντας

Ατενίζουν τον κόσμο

***

ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΕΣ

Ένα χέρι προσγειώνει
Τη νόμιμη αφή του
Κάνει αίτηση να
Μείνει και
Να εργαστεί

Κι η σάρκα του
Απ’ τα λαθραία δάχτυλα
Έχει πληγεί
-ταπεινωτικά νυχτοκάματα
Τα πιο σκοτεινά σκαριά της-

Ρίχνει τα φώτα της, περιφρουρεί
Τα όριά της

***

Η ΟΥΡΑ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ

Δεν έχουν διάθεση
Καμιά για φιλίες, χειραψίες
Κι άλλες κοινωνικότητες
Εγκλωβισμένοι
Στα λαμπρά τους προσόντα
Δεν πιάνουν κουβέντα
Απροσχημάτιστα κρατούν
Αποστάσεις
Βλέμμα πέρα ή μπροστά

Απ’ ανάγκη
Να διαχωρίσουν τη μοίρα τους

*Από τη συλλογή “Ληθόστρωτο”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2013.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Πέντε ποιήματα

ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΜΨΗΣ

Κομμάτια χρόνια
δαπανημένα

με τους σκυφτούς
τους σκυφτούληδες
να κάνουν παιχνίδι.

***

ΙΣΤΟΙ

Τα καλύτερά μας χρόνια
έγιναν ιστοί

μας τυλίγουν ίδιες μέρες μικρές
απαράλλαχτες νύχτες μικρούτσικες
σε ρυθμό καταιγίδας

***

ΟΙ ΝΕΟΙ ΜΟΥ ΗΡΩΕΣ

Περνούν τα ναρκοπέδια του κόσμου
ψάχνοντας τη ζωή τους

χτυπούν την πόρτα μου
τσακισμένοι
ρακένδυτοι
ικέτες

άνδρες
γυναίκες
και παιδιά

οι νέοι μου ήρωες

***

ΜΕ ΨΕΥΔΟΣ

Και πάνω απ’ όλα το ψεύδος.

Με ψεύδος διδάσκονται τα παιδιά
με ψεύδος διαμελίζεται η ζωή μας.

***

ΤΥΡΑΝΝΙΑ ΔΕΝ ΑΦΗΣΑΝ

Αχ αυτοί οι διανοούμενοι
οι αρχάγγελοι
οι ανύσταχτοι υπερασπιστές του φωτός

τυραννία δεν άφησαν
να μην υπερασπιστούν με πάθος.

*Από τη συλλογή “Τα μπλουζ είναι κόκκινα”, Εκδόσεις Επύλλιον, 2015.

Kenneth Rexroth, Ανάμεσα στα κυπαρίσσια στο τέλος του δρόμου του Σταυρού

San Miniato, Florence by John Henry

Θα τρως καρπούζι
Ή θα πίνεις λεμονάδα
Δίπλα στο San Miniato
Αυτό το ζεστό λυκόφως
Θαμπίζοντας ο Άρνος με τη λευκή ξερή βοτσαλωτή του κοίτη
Κρασί μέλι λάδι
Γεμίζουν τον αέρα με τις μυστικές τους πάχνες
Και μια μαύρη αγγειοπλάστης
Γυρίζει γυρίζει γυρίζει
Τον τροχό της πλάθοντας ένα αγγείο
Με σχέδιο παρμένο απ’ τη δική σου σάρκα
Εραστές σιγοκλαίνε το σούρουπο
Χαθήκαμε με ακούς
Χαθήκαμε
Καθώς χτυπούν εκατό καμπάνες
Και μιλούν τα αστέρια.

*Από το βιβλίο “Κέννεθ Ρέξροθ – ποιήματα”, Εκδόσεις Ηριδανός, μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς.

Antler, Εργοστάσιο (απόσπασμα)

Οι μηχανές με περίμεναν.
Με περίμεναν να γεννηθώ και να μεγαλώσω,
μέχρι τα τοτέμ του χαρακτήρα μου να λαξευτούν
και η βραδεία πυραμίδα των ημερών να
υψωθεί γύρω μου, να απογυμνωθώ και να ξεχαστώ-
με περίμεναν εκεί όπου θα ερχόμουν να ζήσω, ένα σημείο στη γη,
οι ολοκαίνουργιες μηχανές του εργοστασίου,
ο θόρυβος των θαυμαστών μηχανών του εργοστασίου με
περίμενε να γελάσω τόσες πολλές φορές,
να πέσω για ύπνο και να ξυπνήσω τόσες πολλές φορές,
να δω σαν παιδί όλους αυτούς που δεν ήθελα να μοιάσω,
και μέχρι η αυτοκτονία να με ποθήσει, καθώς τα χρόνια
κυλούσαν μέσα στον καθρέφτη μασκαρεύοντάς τον,
καθώς εγώ γερνούσα μέσα σε
μάτια που κι αυτά γερνούσαν,
καθώς πλήθη δούλευαν στις μηχανές που θα δούλευα εγώ,
δούλευαν, έπαυαν να ζουν και πέθαιναν-
εμένα περίμεναν υπομονετικά οι μηχανές όλον το
χρόνο του κόσμου σαν
ρέκβιεμ που περίμεναν τ’ αυτιά μου,
με περίμεναν
σα γυμνά περιοδικά που περίμεναν τα μάτια μου,
με περίμεναν
καθώς εγώ περίμενα για μηχανές ευαίσθητες σαν εμένα
πολλές ζώνες ώρας μακριά μου, άγνωστες σε μένα,
πρόσωπο, σάρκα, όλους τους τρόπους να πεις αντίο,
καθώς όλες μου οι δυνατότητες καταλήγουν να ασφυκτιούν, όπως
το ένα χέρι μπαίνει στο παιχνίδι πάνω στ’ άλλο μέχρι που
κάποιος να κερδίσει,
καθώς όλες μου οι ζωές πηδούν σε σωσίβιες λέμβους
ουρλιάζοντας «δεν έχεις το περιθώριο να σκοτώνεις το χρόνο
όσο ο χρόνος σε σκοτώνει!»
Προτού πω ότι μόνο τη θρησκεία που έχει πρώτη εντολή το
«ου δουλέψεις» θα μπορούσα να υμνήσω,
προτού πω ότι τα μυαλά των ανθρώπων δεν είναι μόνο κάτω από
τη γη φαγωμένα απ’ τα σκουλήκια,
προτού πω ότι θα προτιμούσα να πέθαινα παρά
να ιδρωκοπώ στη δουλειά των ζόμπι,
οι μηχανές περίμεναν.

Τώρα το εργοστάσιο φαντάζεται ότι είμαι εκεί,
το ρολόι συνεχίζει να με παρακολουθεί καθώς δουλεύει
για να δει πόσος χρόνος έχει απομείνει.
Πόσο άραγε πληρώνεται γι’ αυτό; Είναι τα φέρετρα τα
χρηματοκιβώτια, όπου κρατά τα μετρητά του;
Βλέπω τη σκιά μου να δουλεύει πάνω στη σκιά μιας μηχανής.
Όπου κοιτάζω, είμαι περικυκλωμένος από γιγάντιες μηχανές,
μηχανές που ανέπνεαν την ανάσα μου μέχρι να ξεθυμάνω
και ζητούσαν νέα παράθυρα από κρέας ν’ ανοιχτούν.
Κάθε χρόνο της ύπαρξής μου εκείνες δούλευαν, μέρα νύχτα,
κάθε φορά που έδινα ένα φιλί, κάθε φορά που μάθαινα μια
καινούργια λέξη ή τ’ όνομα ενός χρώματος ή πώς να συλλαβίζω,
νύχτα μέρα, χωρίς σταματημό, στο ίδιο πάντα μέρος δούλευαν,
δούλευαν, καθώς εγώ μάθαινα πώς να περπατώ, να μιλάω,
να διαβάζω, να μετρώ, να λέω την ώρα,
και κάθε φορά που εγώ έτρεχα μόνος μου
προσποιούμενος πως ήμουν ένας άγριος μαύρος επιβήτορας
αυτές δούλευαν, όσο εγώ δεν πίστευα ποτέ (το βλέμμα μου στα
σύννεφα) ότι το πτώμα μου θα χρειαζόταν να
θαφτεί πρόωρα στη σκλαβιά της συναλλαγής
για να μπορώ έτσι να συλλογιέμαι τις
τεμπέλικες διακοπές της φωτοσύνθεσης και της λιμνολογίας
και την απόσυρση σε μιας ταφόπλακας τις επιγραφές
μέσα σε πέπλα που καλύπτουν τη γη.
Δούλευαν, και ποτέ μου δεν τις άκουσα,
ποτέ δεν έκατσα να τις ακούσω να έρχονται ■
όλες τις στιγμές που πήγαινα στο σχολείο και πάλι πίσω,
όλες τις στιγμές που το έπαιζα άρρωστος για να μείνω σπίτι και
να περάσω καλά,
όλα τα καλοκαίρια των καλοκαιρινών μου διακοπών
ούτε μια φορά δεν σκέφτηκα ότι θα ζούσα για να θυσιάσω τη
φθίνουσα άνθιση της σάρκας μου
βάζοντας τις τελευταίες πινελιές πάνω στη σήψη της Αμερικής
για χρήματα που με κέρδισαν, ώστε να μπορώ στο μέλλον να
γράψω
γι’ αυτό που είμαι τώρα, γι’ αυτό που δεν είμαι πια,
μικραίνοντας τη ζωή του πλανήτη για κάποια σεντς το λεπτό,
ώστε να μπορώ να συνθέσω μια ζωή από ομορφιά και τη ζωή μου,
ώστε να μπορώ να πω ότι ακόμα πριν οι γονείς μου γνωριστούν
οι μηχανές έσκουζαν με τον ίδιο υστερικό θόρυβο,
για να μπορώ να πω ότι πάντα με περίμεναν
σε κάθε μπουκιά φαγητού που κατάπινα,
για να μπορώ να πω ότι πάντα με περίμεναν
κάθε φορά που χάρτινα μάτια από χάρτινη γύμνια
παρακολουθούσαν τα χέρια μου να
υποδύονται τελετουργικά τα όνειρά μου,
για να μπορώ να πω ότι κάθε δευτερόλεπτο τόσοι πολλοί
πεθαίνουν, τόσοι πολλοί γεννιούνται σαν απότομα χτυπήματα
των δαχτύλων, κρακ κρακ, κρακ και ζεις, κρακ και πεθαίνεις,
κρακ και ζεις και πεθαίνεις ξανά!
Κάθε μέρα της ζωής μου είναι η ζωή μου!
Έτσι, κουρδίζοντας το ρολόι μου πριν τη δουλειά με τους
γαλαξίες από τα δακτυλικά μου αποτυπώματα,
κάθε χτύπος της φλέβας μου ένα μπουντρούμι από στιγμές,
αναρωτιέμαι αν γι’ αυτό ήταν
το κρυφτούλι όλο τον καιρό που μικρός αλήτευα
και σκέφτομαι πώς κάθε μέρα βαδίζει γραμμή προς τον τάφο της
χωρίς το πτώμα αυτού που θα μπορούσα να έχω γίνει.
Κι όμως, ο δείκτης του ρολογιού κινείται τόσο αργά
που κανείς ποτέ δεν θα τον δει να κινείται.
Κάθε ένα από τα σπουδαία φγα που ποτέ δεν γράφτηκαν
-από κείνους που δουλεύουν στα εργοστάσια και δεν
μπορούν να γράφουν λέξεις-
δεν νοιάζονται και δεν περιμένουν να γραφούν,
όσα εκείνοι πούνε θα γίνουν όμορφες λέξεις.
Στο τέλος μια μέρας δουλειάς αυτός που
άφησε οκτώ ώρες το μυαλό του στο γραφείο του
από την αποστροφή του μετάλλου στο μέταλλο,
του θορύβου πάνω στο θόρυβο,
κάθεται κρατώντας το μολύβι του, σαν να έχει ήδη γράψει
τις σπουδαίες λέξεις των ονείρων του.
Τα πόδια του νιώθουν σαν γηροκομεία με ανάπηρους,
τ’ αυτιά του ένα κολαστήριο από γρύλους,
και λέει «νιώθω σαν τον τάφο κάποιου που αγάπησα».

*0 Antler (πραγματικό όνομα Brad Burdick) γεννήθηκε 1946 στην επαρχία του Γουισκόνσιν. Έχοντας κάνει ανώτερες σπουδές στην ανθρωπολογία και τη γλώσσα, έκανε διάφορες δουλειές προκειμένου να στηρίξει τον έρωτά του για την ποίηση και τη ζωή στην αμερικανική άγρια φύση. Έχει εκδώσει σημαντικό αριθμό βιβλίων, δημοσίευσε σε πολλά περιοδικά, και ποίησή του συμπεριλήφθηκε σε αρκετές ανθολογίες. Το βραβευμένο πια έργο του αντανακλά την επίδραση των Ουίτμαν και Γκίνσμπεργκ, καθώς και της αμερικανικής παράδοσης της οικολογίας, και η ποίησή του επιδεικνύει σεξουαλική και πνευματική δύναμη ενδεδυμένη με το θαύμα του φυσικού κόσμου.

**Από το βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή, Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα 2013.