Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Τρία ποιήματα

ΞΕΡΟΚΛΑΔΑ

Πέσανε στο χώμα τα ξερόκλαδα,
τα πάτησαν
και βγάλανε κραυγή.
Στερήθηκαν γία μήνες το νερό.
Μαύρο το χώμα που μεγάλωσαν.
Τώρα που πέσανε στη γη,
ψάχνουν μία σπίθα,
να πέσουν μέσα στη φωτιά,
να γίνουνε προσάναμμα,
για την καινούργια γέννα,
που θα χιμήξει σα θεριό,
τον κόσμο για ν’ αλλάξεί.

***

ΠΑΛΙ ΕΔΩ

Πάλι εδώ.
Τι κι αν πέρασαν τρεις μήνες;
Εσύ στο ίδιο σημείο ξεννχτάς.
Πόσους βρήκες εδώ;
Πόσοι έφυγαν;
Πόσοι ήρθαν;
Εσύ πάλι εδώ.
Τι κι αν είπες πως θα φύγεις;
Το έλεγες συνέχεια,
μέχρι που το πίστεψες κι εσύ.
Στρέφεις το βλέμμα,
ερημιά!
Έφυγαν όλοι
κι εσύ,
πάλι εδώ.

***

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ

Ακόμα κρατάς τη σμίλη.
Το άγαλμα κοιτάς.
που μόλις έφτιαξες,
να σου κρατά τα βράδια συντροφιά,
αφού δεν σου ‘μείνε άλλη.
Πετάς τη σμίλη, το βλέμμα σου γυρνάς.
Νιώδεις ντροπή,
που πάτησες τον όρκο,
που έδωσες να μην την ξαναδείς
και σμίλεψες και πάλι το κορμί της.

*Από τη συλλογή “Ξερόκλαδα”, Εκδόσεις Ρέω, Αθήνα 2012.

Χαρά Παπαδοπούλου, Δύο ποιήματα

Το μικρό θέατρο των αντικειμένων

Κουζίνα, τόπος του μυστηρίου.
Η ύλη αφηγείται τη ζωή της.

Αλάτια, πιπέρια, μπαχάρια,
γλυκό κάστανο,
αστραφτερά μαχαιροπίρουνα.

Φλιτζάνια μικρά και μεγάλα,
παραταγμένα
διψάνε για καφέ και μυστικά.

Ψυγείο άδειο, περιμένει καλεσμένους.
Δούλευε – Κατανάλωνε – Κοιμήσου.

Όνειρα σε αναμονή πλύσης,
κι ο χρόνος να έχει πιάσει πάτο.

***

Sweet normality

Κουρδισμένες μηχανές
και αντέχουν
όλα τα μπορούν
δεν αντιδρούν
δεν αντιμιλάνε στο αφεντικό
συνεχίζουν να δουλεύουν
λένε συνέχεια αστεία οι κανονικοί

δεν λυπούνται ποτέ δημόσια
κρατάνε τη λύπη τους για τα έντερά τους
για το έμφραγμα, το εγκεφαλικό,
την ανακοπή την ανακοπή της ζωής μας

τόσα χρόνια στο σχολείο
τίποτα δεν έμαθες
κρίμα τα αριστεία σου
θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία

*Από το βιβλίο «Ένα γυμνό κρεμμύδι», Εκδόσεις των Άλλων, Απρίλης 2016.

Νίκος Νινολάκης, Δύο ποιήματα

ΜΟΙΡΑΙΑ ΑΡΝΗΣΗ

Δεν έχεις πάλι απόψε πού να πας
βρίσκοντας κάποια διέξοδο στην ανία σου.
Το βράδυ αυτό και όλα τα άλλα που θάρθουν
σα νυχτοπούλι θα πετάς μέσα στη σκέψη σου
και θα γυρίζεις πίσω…
Πάντοτε πίσω… στις άλλοτε ωραίες μέρες!
Ο μαγνητόδρομος της θύμησης είναι πλατύς
κι όσες χαρές ομόρφηναν τη ζωή σου
πάνω στα κατώφλια καθιστές σε καρτερούν
μ’ ένα μυστήριο παράξενο
όπου πολύ σ’ αρέσει!…

Κάποτε νόμιζες πως η χαρά του Έρωτα
πληρώνει τα κενά.
Ναι, δεν είναι ολωσδιόλου πλάνη!…
Είναι κι αυτό κάτι πολύ σπουδαίο
στον κύκλο της ζωής σου!
Κι όμως
Ο Έρωτας εκκενώνει τα πληρωμένα.
Απαρνιέσαι τον κόσμο.
Για σκέψου ψύχραιμα
και πες μου!

***

Ο ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ

Ο μέγας φόβος του θανάτου είχε περάσει
κι εκείνος ήταν πια νεκρός!

Το παράθυρο με την αραχνοΰφαντη κουρτίνα
ήταν ο μόνος παρών
που άφησε το φως της μέρας
να του κρατά συντροφιά.

Ήταν πεσμένος στην πολυθρόνα
σαν ίσκιος μακρινού βουνού στο ηλιόγερμα!
Κι είχε ζωγραφιστά τα τραγούδια των Σειρήνων
πάνω στα πεσμένα κέρινα βλέφαρα
των πρωτινών οραμάτων!
Και την έκφραση του ημερωμένου φόβου
στο πρόσωπο, πούδειχνε ότι δεν πρέπει
να φοβόμαστε τόσο πολύ το Θ ά ν α τ ο!…

Κι ακόμα άκουγες τον ασίγαστο αχό
θάλασσας Ομηρικής, από τα βάθη των καιρών
ως τις άβατες τραχιές παραλίες
των σβησμένων ματιών του!…

Αχ! Εκείνη η λεμονιά του Κήπου!
Άνθιζε σ’ όλες τις εποχές και του θύμιζε
με το εξαίσιο της άρωμα
όλα εκείνα τα χρόνια των νεανικών παθών.
Την είχε φυτέψει από χρόνια με το πάθος του οικιστή!
Την πότιζε με τη δροσιά των άστρων,
την φώναζε Ανθούσα και την αγαπούσε παράφορα!
Στις αστροφεγγιές της μιλούσε με μυστική φωνή
για σχέδια και για κάποιο μελλούμενο ταξίδι
στη χώρα των μαρμαρένιων νεκρών!
Κι ύστερα… της έπαιρνε χαϊδευτά λίγα άνθη
για τα όνειρα που θάρθουν στον ύπνο!

Ο πεθαμένος της άλλης Γης την αγάπησε!

Αγαπάμε τις πιο πολλές φορές εκείνο
που μας πληγώνει άθελά του!
Μια λεμονιά στη ΜΕΛΒΟΥΡΝΗ
μια ελιά στη Μίλητο
Κι ένας βωμός στις Συρακούσες
δεν διαφέρουν σε τίποτα!

Η Θεά Εστία, το ξέρει, και δεν πικραίνεται!…

29/10/1980

*Από το βιβλίο “Ό Αργοναύτης του Νότου (τα ποιήματα)”, σε επιμέλεια έκδοσης Χρήστου Φίφη, εκδόσεις “Πύρινος Κόσμος”, Αθήνα 1986.
**Ο Νίκος Νινολάκης ήταν Έλληνας ποιητής της Μελβούρνης. Γεννήθηκε το 1923 στα Χανιά Κρήτης. Το 1956 μετανάστευσε στην Αυστραλία. Τα πρώτα δέκα χρόνια εργάστηκε σε εργοστάσια και αργότερα σε καταστήματα και αλλού. Σαφώς αριστερών πεποιθήσεων. Από την αρχή έγραψε ποιήματα και διηγήματα. Αναμείχθηκε αποφασιστικά στην τότε λογοτεχνική και γενικά πολιτιστική κίνηση των Ελλήνων μεταναστών της Μελβούρνης. Προσβλήθηκε από οξείας μορφής διαβήτη. Το 1978 αναχώρησε για την Ελλάδα, αλλά επέστρεψε στη Μελβούρνη, απογοητευμένος, μετά από μερικούς μήνες. Από το 1979 η υγεία του χειροτερεύει και το 1982, σε ηλικία 58 χρόνων, αφήνει τα εγκόσμια.
***Ένα άλλο ποίημα (με την προσθήκη συνδέσμου μελοποιημένου ποιήματός του) του Νίκου Νινολάκη δημοσιεύεται εδώ:
https://tokoskino.me/2013/01/27/%ce%bd%ce%af%ce%ba%ce%bf%cf%82-%ce%bd%ce%b9%ce%bd%ce%bf%ce%bb%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%cf%8e%cf%81%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b5%cf%83%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bd%cf%8e%ce%bd/

Νίκος Μιτζάλης, Δύο ποιήματα

Εμείς μπορούμε ακόμα

Κάποιες φορές θυμόμαστε
Εκείνους τους γερμένους
στις άκρες των δρόμων φυτεμένους
Εκείνα τα τρεμάμενα χέρια
στις πλαστικές σακούλες βουτηγμένα
Τα φαγωμένα νύχια από τα χρόνια της φυλακής
Τα μπασμένα μάγουλα από την φευγάτη θάλασσα
Κάποιες φορές Κατερίνα δεν γυρίζει η μπαλάτζα
η θλίψη δεν τινάζεται
τα τοπία δεν αντέχουν
Οι φλέβες στο μέτωπο και στον λαιμό φουσκωμένες παραμένουν
και τα χείλη σφιχτάκλειστα
Κάποιες φορές εκεί στη σιγαλιά θυμόμαστε το θορυβώδες μέλλον
εκείνο που σχεδιάζαμε με τα σπασμένα μολύβια
κάποιες φορές λέμε ν’ ανοίξουμε το συρτάρι και να βγάλουμε το τέλος
θυμόμαστε όμως τι ‘χε πει κάποτε ένας αμετανόητος αναρχικός:
Μην τους κάνετε την χάρη,
εμείς τουλάχιστον μπορούμε ακόμα να ονειρευτούμε

***

Ακονόπετος

Μελαμψός
Φεγγαρογεννημένος
Ακονόπετος
Λοξός στην περπατησιά
Χίμαγε σ’ όποιον του ‘δινε ψιλά
Μίλαγε δυνατά για να ακούει λαλιά
Ταξίδευε μονάχα όταν κοιμόταν
Στο ξύπνιο του έβριζε
Όταν τον προσλαμβάνανε τα παράταγε
πουθενά δεν χώραγε
γιατί το ’90 έκανε ένα χρόνο στην Αυλώνα
έτσι συνεχώς γυρόφερνε
Μια Κυριακή στη Μπουμπουλίνας
άναψε τη νύχτα
τρία ΜΑΤ κι ένας άστεγος νεκρός από χειροβομβίδα
έγραψε το πρωί η εφημερίδα

Πελαγία Φυτοπούλου, Τρία ποιήματα

Εξάγγελος

οι σκύλοι έγιναν άνθρωποι
καημένε σκύλε
κιτρίνισες

ο Μπρεχτ μάς είχε προειδοποιήσει
τρεις τουφεκιές στον αέρα

το στόμα ανοιχτό κοιμάται

***

Το δόντι που δακρύζει

από τότε
που έκλεισαν οι πόρτες
μιλάω μόνη
και μου απαντούν χιλιάδες
νοσηρά κλαδιά
οι λέξεις ανοιγοκλείνουν
το στόμα μου
χωρίς τη θέλησή μου
κι εγώ αναπόφευκρα
σαλιώνω το δέρμα τους
σημαδεύω κόκαλο
οι χιλιάδες παίρνουν
τη θέση τους
στο στρογγυλό γυάλινο πάρκο
κάθομαι τελευταία
το κόκαλο στη μέση
μοναδικός ήχος το δόντι που δακρύζει

***

Ξηρά τροφή

ο νους μου είναι μια αποθήκη
μαζεύει ξηρά τροφή για τις
δύσκολες νύχτες στην Νταλστρόι
αυτό το ονομάζει κίνητρο
κλείνω το φως
κρότος
ανοίγω το φως
ένα σακί φασόλια κολυμπάει στο αίμα

*Νταλστρόι: υπηρεσία υπεύθυνση για την εμπορική εκμετάλλευση των προϊόντων που παρήγαγε η καταναγκαστική εργσία (γκουλάγκ).

**Από τη συλλογή “Το δόντι που δακρύζει”, Εκδόσεις “ενύπνιο”, Αθήνα, Απρίλης 2019.

Νίκος Κουφόπουλος, Πέντε ποιήματα


ΖΩΗ

Ζέστανέ μου τη ματιά.
Ω τι όμορφη είσαι σήμερα.
Η ζωή ολόκληρη στην αγκαλιά σου.

ΗΘΙΚΗ

Η αμμουδιά μόνο στο όνειρο.
Θλιμμένος γέρος.
Ισιώνει το τραγούδι.
Κρεμάστηκες.
Ηλέκτρα, φώναξε, και τράβηξε το σκοινί.

ΙΣΤΟΣ

Ίντριγκες.
Στα φανερά.
Τρεις γυναίκες.
Ο άντρας να κλαίει.
Σταμάτα, φώναξε η Ελένη.

ΜΕΛΩΔΙΑ

Μαντολίνα δώδεκα
Έπαιζα στο ξέφωτο.
Λύγιζε η μέση.
Ως ψηλό κυπαρίσι.
Δες τα μάτια της.
Ίδια φωτιές.
Ακούραστη ώρες η μικρή τσιγγάνα.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Το απέραντο στην αιώνια λύπη.
Ραψωδίες.
Ακούστηκε η ανάσα της.
Γιόρταζε το χωριό.
Όταν η ώρα σήμανε δώδεκα.
Υπάρχω, φώναξες.
Δέντρα σε έρωτες.
Ιερείς σε ακολασίες.

*Από τη συλλογή “24 ασκήσεις και λέξεις”, ειδική έκδοση για το 50 τεύχος του περιοδικού “δην”, Μάρτιος 1997.

Primo Levi, Singing / Τραγουδώντας

…But when we started singing
Those good foolish songs of ours,
Then everything was again
As it always had been.

A day was just a day,
And seven make a week.
Killing seemed an evil thing to us;
Dying – something remote.

The months pass rather quickly,
But there are still so many left!
Once more we were just young men:
Not martyrs, not infamous, not saints.

This and other things came into our minds
While we kept singing.
But they were cloudlike things,
Hard to explain.

3 January 1946

…Αλλά όταν αρχίσαμε να τραγουδάμε
Αυτά τα καλά ανόητα τραγούδια μας,
Τότε όλα ήταν ξανά
Όπως ήταν πάντα.

Μια μέρα ήταν απλώς μια μέρα,
Και επτά μέρες κάνουν μια εβδομάδα.
Το να σκοτώνεις μας φαινόταν κακό.
Το να πεθαίνεις – κάτι απομακρυσμένο.

Οι μήνες περνούν αρκετά γρήγορα,
Αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν τόσα πολλά!
Και πάλι ήμασταν νεαροί άντρες:
Ούτε μάρτυρες, ούτε προδότες, ούτε άγιοι.

Αυτό και άλλα πράγματα ήρθαν στο μυαλό μας
Ενώ συνεχίσαμε να τραγουδάμε.
Αλλά τα πράγματα ήταν σύνεφα,
Δύσκολο να εξηγηθούν.

*Μετάφραση/απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Θεόδωρος Ντόρρος, Βραδινή μοναξιά

Lisette Model, Reflection With Hand, 1939

Είναι η ώρα που ολονώνε η ζωή βαραίνει την ψυχή μου.

Στο πλαϊνό γιαπί ένας εργάτης στήθηκε
ανάμεσα σε δυο φωτάκια ολοκόκκινα.
Μόλις που βλέπει.
Και ξαναρχίζει χτυπητό το πάφλασμα της λάσπης.
Και το σκάψιμο… Να πάρει μέσα κάποιονε…

Ώρα πολύ.

Κουράστηκα, μαζί του…
Φεύγει κι αυτός μέσ’ στη βροχή,
σα ν’ άφησε τον κόσμο ατέλειωτο.

Δε βλέπω πια παρά το γέρο αντίκρυ,
ακίνητο στη θέση του.
Και μ’ όλα του τα όνειρα,
εκεί που είναι ζει,
σαν τον όποιον άνθρωπο,
σαν όλους τους απόψε.
Καθένας τη δική του τη ζωή,
εκεί που είναι.

Κάπου. Κάπως.
Έτσι πεθαίνουν ολοένα.
Κι όλοι τους μαζί σα να μη το ’νιωσαν ποτές,
όχι μονάχα ένας,
όλοι τους μαζί…

Λες κι έφταιξα. Φουντώνω από ντροπή.

Ένα περπάτημα.
Το κάθε βήμα, εγερτήριο,
που θα τα ζωντανέψει όλα,
και μένανε θα σώσει.

Μα η συμπόνοια ξένη πάντα.
Δυνάμωσε και πέρασε αφήνοντας την πίκρα και το μίσος.

Αγριεμένα ψάχνουνε τα μάτια μου.

Ας πέρναγε τώρα ένα μοναχά ταξί.
Θα πρόφταινα να δώ θαμπά στο μουσκεμένο φως του…
Μ’ ακούω μακριά το βραχνασμό του,
σαν ο δικός μου ο λαιμός να σφίγγεται μέσα στο χέρι του σωφέρ.
Μαζί με τη θυσία μου και το χαμό μου.

Μέσ’ στο σκοτάδι
που ξανάσβησε το δρόμο τον απόμερο της πόλης,
κανένας άλλος ζωντανός.
Ολόγυρα στους τοίχους μαυρίζουν τα παράθυρα
σαν τάφοι σηκωμένοι όλοι μονομιάς.
Και μέσα τρυπωμένοι σκελετοί.
Κοντά τους είναι κι η ζωή, όπως κι αλλού,
ξαφνιάζει κάποιονε, και φεύγει,
τραβηγμένη από κάποια πονηράδα μεγαλύτερη.

Ξέχασαν όλοι πια πως τη ζητάνε.

Ολομόναχος, τρομάζω, νιώθοντας όλο μου τον όγκο,
και μπρος μου, αμίλητη την ύπαρξή μου, ολόρθη.
Αυτή που είναι το κενό.
Γεμάτο φόβο.

Σα να μην έχω ζήσει παρά τότε.

Οι θύμησές μου, αλλουνού.
Μα όχι. Ποτέ δεν έτυχε να είμαι γω σε κάποιο μέρος.
Είμαι παντού με όλους, και πιο πολύ παντού.

Θα φύγω αμέσως κι από δω.
Να μη σταθώ ποτέ.
Σε ξένους ήλιους και δροσιές,
στου καθενός το στολισμένο τίποτα, καμαρωμένο,
να ξεπεράσω τη δική μου την ψευτιά.

Ούτε κι εκεί.

Στο δρόμο,
έξω,
περπατάτε.
Κοντά στο χώμα και στον ουρανό.
Πάντα πηγαίνετε. Ποτέ μη σταματάτε.
Κι εγώ ίσα γραμμή στο πλοίο το μικρό,
μονάχος με τον κίνδυνο
που όλα αυτός τα βλέπει.
Στα κύματα, με τη μεγάλη τη ζωή. Ατέλειωτα.
Κάπου κει και πιο μακριά. Δεν ξέρω.
Μακρύτερα απ’ όλους σας.
Πάντα ορθός, αλύγιστος,
ριγίζοντας στον άνεμο το σκοτεινό
που θα παγώνει τα φλογισμένα μάτια μου,
τον τελευταίο πυρετό της σάρκας θα δροσίζει.
Όλο θα πηγαίνω, ίσαμε να πέσω – μια φορά.
Όχι πάντοτε, σαν όλους σας που ζείτε κάπου απόψε,
έτσι κάπως.

Λεφτερωμένος απ’ τη δική σας τη ζωή.

*Από το βιβλίο της Μαρίας Αθανασοπούλου “Θεόδωρος Ντόρρος, Στου γλυτωμού το χάζι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Μάρτης 2005.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Μαρμαρογλυφείο

ΧΧΙΙΙ
Στη Μ.Φ.

Κι αν στέκεσαι έξω από την πέτρα
με μάτια κόκκινα
και σταυρωμένα χέρια
μια ιστορία σε συμπαρασύρει
σαν Απόκοπος κι εσύ
από τη λύπη
να σπάσεις το δεσμά του χρόνου
και να περπατήσεις στον Άδη
μέχρι εκείνος να σε βρει και
να ρωτήσει μ’ αγωνία
«είναι λιβάδια δροσερά,
φυσά γλυκύς αέρας;»
*
Τότε ν’ απαντήσεις
«Έλα μαζί μου γιόκα μου
να σε γλυκοφιλήσω
να σ’ αγκαλιάσω στην καρδιά
τον χτύπο μου ν’ αφήσω
γιατί είν’ λιβάδια δροσερά
φυσά γλυκύς αέρας
μα δε μου κάνει αποθυμιά
να βγω να περπατήσω
ούτε στα μάτια μου σφιχτά
τη γλύκα να σφαλίσω
Γιατί είναι η μάνα άδικο
να χαίρεται τη φύση
και το παιδί της να χαθεί
αιώνια στη δύση
Έλα μαζί μου γιόκα μου
να κλέψω από τον χάρο
την ομορφιά τη χάρη σου
μαζί μου να σε πάρω»

*Από τον Απόκοπο του Μπεργαδή, στ. 91.