Χρίστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Βαρύτητα Ι

Θα ‘ταν σκληρό να πέσει όλο το βάρος της ανημπόριας
στα σκληρά κορμιά που δρασκελούν
χαμηλές πόρτες
ενώ μαζεύονται οι θύελλες στις άκρες της πόλης
κι ένα μικρό παιδί
κοιτάζει απορημένο κι ακούει
φωνές μ’αλαλαγμούς

Θα ‘ταν πικρό
να μαζευτεί ολόκληρο το σκοτάδι
και να σκεπάσει το φως που δραπέτευσε
από τους στενούς θαλάμους
της καθημερινής θλίψης
ώσπου να ξαναπλωθεί
στους δρόμους που περπάτησαν
οι εραστές της ζωής
που σχεδίαζαν τα καραβοπανιάτους

Καλοκαίρι 2019

Βαρύτητα ΙΙ

Εκείνες οι συνωθήσεις με τις βιαστικές απορρίψεις
στέκονται στη μέση του σκοτεινού στρατοπέδου
αρπάζουν
τις νοσταλγίες των ήρεμων
που δεν εννοούν να μεγαλώσουν
πεισματικά
σαν χαρούμενα δελφίνια
που ταξιδευουν και συντροφεύουν

Αύγουστος 2019

Ιάσων Σταυράκης, Τα περιστέρια

Ξέρω ποιητές που μοιάζουν με κοτσύφια
την ώρα που τα σημαδεύουν.

Ξέρω στοχαστές που γλείφουν με πάθος
τη κρεμμάλα πρωτού περάσουν την θηλιά
στο λαιμό τους.

Ξέρω δασκάλους που σαλτάρησαν
και κρύφτηκαν πίσω απ’ τις διαιρέσεις.

Ξέρω ηθοποιούς που ελπίζουν
να ξεγελάσουν τον θάνατο.

Ξέρω ζωγράφους που στράγγισαν το αίμα τους
σε μια άχρωμη παλέτα.

Ξέρω ήρωες που χέστηκαν απ’ το φόβο τους.

Ξέρω κι ένα σωρό που τα κατάφεραν.

Και τι κατάφεραν άραγε ;

Κοσμούν πάρκα και πλατείες
με κάτι μανδύες απο λευκό
κι άψυχο μάρμαρο.

Κι αν δεν έχει τα μάτια ανοικτά
του δήμου ο υπάλληλος
φυτρώνουν χορτάρια δίπλα τους
και γεμίζουν τα σμιλεμένα μούτρα τους
με κουτσουλιές
καθώς κάνουν τα πρωινά την βόλτα τους
τ’ αδέκαστα περιστέρια.

*Από τη συλλογή “Εμείς”, Εκδ. Παλινωδίαι.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ανασύνθεση πορείας

Κρυώνω
το Σάββατο
το δωμάτιο
φαντάζει τεράστιο
κι εγώ
μια καρικατούρα
που πάει πάνω-κάτω.
Είναι η στιγμή
που προσπαθώ
ν΄ ανασυνθέσω
την πορεία μου
απ’ την κρεβατοκάμαρα
στο σαλόνι

Γιώργος Α. Τζαμαδάνης, Τρία ποιήματα

Πύρρειος νίκη

Κι αν αλώθηκαν οι πόλεις
και τα τείχη πέσανε
οι τάφοι μείναν αδειανοί
γιατί οι νεκροί περπάτησαν
στα κουφάρια των νικητών.

***

Αναπάντεχο θαύμα

Ξημερώματα έπιασα τη στεριά
Όλο το βράδυ ξενύχτισα πάνω σ’ ένα κύμα
Έβριζα και καλοτύχιζα συνάμα τη συντροφιά του
δε μπορεί θα δω ένα πλεούμενο, θα σωθώ
Μ’ αυτά και μ’ αυτά δεν κατάλαβα πως έμαθα
Να περπατώ στη θάλασσα.

***

Εκδοχολογία

Κι ήταν τότε που περπατούσε
μ’ ένα πόδι
πολλοί τον κοιτούσαν περίεργα
άλλοι τον χλεύαζαν
κάποιοι τον θαύμαζαν
Τελικά χρειάζεται τόση διαφωνία
Για ένα πόδι…

*Από τη συλλογή “Κατσαρίδες”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Απρίλης 2019.

Κατερίνα Λιάτζουρα, από την “Κρεμμυδαποθήκη”

ΜΑΝΙΚΑ

Όταν θα χαθώ, να ξέρεις, μην με ψάξεις σε αστρέχες, γκρεμούς και ρεματιές. Να ξέρεις πως πρωινό θα ήτανε σαν το σημερινό. Όμορφο, ηλιόλουστο, φθινοπωρινό. Σαν το σημερινό πρωινό θα ήτανε, που φόρεσα τα αθλητικά μου τα ολόλευκα και που ξεκίνησα τον δρόμο μου να πάρω. Μην τρέξεις να ρωτήσεις τους γέροντες, αν με είδανε να περνώ ή μάθανε το νέο. Να τους ρωτήσεις μόνο προς ποια κατεύθυνση έβαλα προορισμό. Να ξέρεις πως τα βήματά μου με οδηγούν σε δρόμους χαραγμένους από του Απόστολου το χέρι, και πως θα τους ακολουθώ ευλαβικά με το βλέμμα μου καρφωμένο στον ορίζοντα. Και να ξέρεις πως όταν φτάσω εκεί, όπου ο ανθρώπινος δρόμος έχει τελειωμό, θα σταματώ, ένα λεπτό μπορεί, μπορεί όμως και χρόνια, για να αναρωτηθώ, αν κι εγώ —σαν γήινη Χριστός— μπορώ, αιμάτινα μονοπάτια στο μέτωπό μου να χαράξω. Μα και αφού δεν μπορώ με βεβαιότητα τέτοιον πολύτιμο σταυρό στους ώμους μου να κουβαλώ, θα στρέψω την πλάτη μου και θα συνεχίσω να περπατώ. Και μη λυπηθείς ούτε στιγμή για την απουσία μου, αλλά να χαρείς που τόλμησα να ξεκινήσω και να σηκώσεις το ποτήρι σου και να ευχηθείς καλό δρόμο να έχεις, Κατερινάκι μου.

***

ΛΙΑΝΗ ΑΜΜΟΣ

Σε όχημα ανάγκης αναμνήσεις χρόνου βάλανε στοίχημα ταχυτητος με ρευστά τοπία διαδρομής. Ανεκτίμητη συντροφιά, συνταξιδιώτες χρόνων, μεγάλων εντάσεων, πόθων και παθών. Τα πίσω κουτάκια του μυαλού μυστικά αρνούνται να συγκαταθέσουν. Αρνούνται να υπογράψουν λευκό χαρτί αισθήσεων και παραισθήσεων, συγχωροχάρτια και δηλώσεις μετάνοιας. Προσπάθεια άσκοπη να εκβιάσεις. Προσπάθεια άτοπη να προσπαθείς. Εικόνες μνήμης και λησμονιάς πιο δυνατές από άλλοτε, πέρασμα στων αιώνων την αναισθησία, ενημέρωσε. Και από τη μαυρίλα και τη λησμονιά αναδύθηκε ένας άνθρωπος. Τις στάχτες της μήτρας μου γεύτηκε και από το δάκρυ των μαστών μου δροσίστηκε και πήρε μορφή. Ανδρώθηκε. Η σπίθα έγινε φλόγα. Από παιδί έγινε άντρας. Απρόσμενος περιηγητής. Ταξιδευτής χρωμάτων. Διαβάτης με διαπιστευτήριο τη σιωπή. Μάτια που κοιτάνε κατάματα τον ήλιο. Και ένα λακκάκι πάντα να με προσμένει.

* “Η Κρεμμυδαποθήκη”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2020.

Παύλος Παρασκευαΐδης, Δύο ποιήματα

Ο χορός των ψευδαισθήσεων

I.
Αξιολάτρευτη δεσποινίς, εκτίμησα το διαπεραστικό άγγιγμα κατά τη διάρκεια του χορού, καθώς μετά από κάθιδρες νύχτες εφηβικής αμηχανίας κι αναπάντεχες περιστροφές στη δίνη κεκαλυμμένων παρορμήσεων βρεθήκατε να υποκλίνεστε με κείνο το αόρατο νυφικό- απατηλός χορός του Ησαΐα

II.
Κι ήταν που δεν σας άρεσε το ταγκό … θα κολυμπούσαμε στην ιστορία σαν δυο αθάνατοι κύκνοι
III.
Θα ήμουν αγενής αν δεν ομολογούσα πως είμαι ο εσταυρωμένος των ματιών σας

Βέροια, Ιούλιος 2016

***

Ο σπουδαίος ποιητής

Σε όλες τις συνάξεις με το άγχος της επιβεβαίωσης
ανάμεσα σε ομότεχνους να εκμαιεύσει
έστω κι ένα νεύμα θετικό
μα όταν κρυφάκουσε από έναν κριτικό λογοτεχνίας, πως:
«η ανάγκη του για αναγνώριση
μας κάνει να παραδεχόμαστε δημόσια
πως ίσα-ίσα καταφέρνει να επιπλέει
στα ρηχά νερά της μετριότητας»
στάθηκε απέναντι στον καθρέφτη
απαγγέλλοντας το τελευταίο του ποίημα
και με όση πνοή του είχε απομείνει
πήρε ένα σφυρί και θρυμμάτισε το είδωλό του

Το δύσκολο έργο του ιατροδικαστή
επέτειναν τα σκόρπια θρύψαλα μιας
κατά τα άλλα αδιάφορης γραφής

*Από τη συλλογή «Πινακοθήκη ψευδαισθήσεων», Εκδόσεις Ενύπνιο, 2020.

Μιλένα Σπανού, Ενέχυρο φορτίο

Στο συκοφαντημένο δρομολόγιο ανέβηκαν μόνοι οι τελευταίοι αποχαιρετισμοί
Ενέχυρο φορτίο
μιας πεισματικά αβάπτιστης επιστροφής
Άδεια κινήσαν τα βαγόνια
με τους επιβάτες στοιχισμένους στην πλατφόρμα
να σφυρίζουν συντονισμένοι
με τις παλάμες τους
σ’ οστράκου σπείρα
Με ρόλους φορεμένους
άλλοι σταθμάρχη
άλλοι κλειδούχου
και άλλοι συγγενών
Στο πέτο έχοντας καρφιτσωμένη
την ίδια
Όλοι
κονκάρδα
Ανώνυμοι Αναμάρτητοι

24/3/ 2020
http://milenaphotopoetry.wordpress.com/

Γιώργος Πρεβεδουράκης, από τα «μικρά ονόματα»

*

Λάμπρο ξεμακραίνουμε αργά

τόσο αργά που μόλις και προλαβαίνουμε
να αποχαιρετιστούμε

*

έχουμε δρόμο εμείς
έχουμε δρόμο
Έχουμε

Χ ω μ α τ ό δ ρ ο μ ο

*
νεύματα ανθρώπων που αγαπήσαμε

πέρα απ’ τον χρόνο και τους κάβους του
πέρα απ’ τα ναυάγια
των αμοιβαίων μας όρκων

*

τέτοιος συνωστισμός στον αγύριστο
ούτε δεκαπενταύγουστος να ’ταν

*

ας πούμε έστω πως δεν πέθανες

ας πείσουμε τον εαυτό μας
πως κοιμήθηκες
λιγάκι περισσότερο
το μεσημέρι

*

δεν πέθανες λοιπόν, δεν είσαι νεκρός

ίσως και να ανέλαβες
την υπεράσπιση
κάποιου βαρυποινίτη ιθαγενούς
στην Αυστραλία

*

άφησα τα φώτα ομίχλης ανοιχτά

βλέπεις;
κάνω ό,τι μπορώ για σένα

*

και πάλι αυτό το υποσχετικό βοριαδάκι

όλο να τάζει Ινδίες
φούμαρα
μπαούλα με κορδέλες μεταξωτές

και πως θα σμίξουμε ξανά μια μέρα

*

«πάσχεις από χαμένη αγκαλιά»
είπε το φως στη σκιά

κι έπειτα την έστειλε καρφί
για ακτίνες

*

ώρες που σε προδίδω στα μουλωχτά
ώρες που χαίρομαι
τη ζωή μου

*

οι απόντες λοιπόν
τα αμείλικτα αντικείμενά τους

(άσπλαχνα ζευγάρια
γυαλιών πρεσβυωπίας και κλειδιά
και η ζακέτα αυτή του διαβάσματος
πάνω στην άδεια καρέκλα)

το κίτρινο φως
το κίτρινο φως προπάντων

*

πώς συνηθίσαμε αυτήν την «αδικία;

εμείς να τους σκεφτόμαστε
κι αυτοί
να μην το ξέρουν;

*

η τελευταία ανάσα τους
το μελτεμάκι αυτό καταμεσής
του πιο απόκρημνου Ειρηνικού μας

*«μικρά ονόματα», Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Φεβρουάριος 2020.

Παναγιώτης Μηλιώτης, Κι άντε μάθε το σώμα σου ξανά να κουμαντάρεις

Μήνες και μήνες πληθαίνουν άμορφοι
και ξεχαρβαλώνουν σιγά σιγά το σκελετό μου,
ανοίγουν κάθε τόσο την ντουλάπα και ξεμυτούν
οι παλιοί μου εαυτοί – κουλούρα στον κατήφορο
με σπρώχνουν — άμορφη να σβήνω μάζα
να λιγοστεύουν και τα νεύρα τη δύναμη του νου
καθώς ο πανικός το μέτωπό μου διαρρέει:

φτου κι απ’ την αρχή γίνομαι ξανά μικρό παιδί
κι άντε μάθε το σώμα σου ξανά να κουμαντάρεις

Μήνες και μήνες δίνω παρών στην ανεργία
και γεμίζει η κάρτα αυτοκόλλητα
-αύριο τσιρότα απ’ την πληγή θα τα τραβώ-
μήνες και μήνες για να βρω
δίμηνη δουλειά στο σκουπιδιάρικο
άδειαζαν τα φορτηγά και σήκωναν ένα σωρό σκουπίδια
γύριζαν τα φορτηγά
κι η σκόνη έπλαθε τον Άγγελο.
Ποιοι ‘ναι αυτοί που τρίβουν τα χέρια
σαν υπογράφουν της φάμπρικας να μείνει
μονάχα το κουφάρι; – σκεφτόμουν
κοιτώντας τον Άγγελο στο τζάμι-
ποιοι ‘ναι αυτοί που κουνούν τα χέρια
και κρατούν το χρήμα στο ρυθμό τους να χορεύει;

Τρίβουν τα χέρια
και κυκλοφορεί στην επιφάνεια το χρήμα
όπως στο λουλούδι ο χυμός με λίπασμα τη φτήνια
που πληθαίνει τ’ ανθρώπινα ερείπια-
κάστρα που κάπως κατόφεραν και σήκωσαν οι πρόγονοί μας.
Άμυνα.

*Από τη συλλογή “Το σκίτσο στην ντουλάπα”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2020.

Κατερίνα Άγγελάκη-Ρούκ, Ο Έρωτας κι ο Κόσμος

Ζούσα τις τελευταίες μέρες
σά νάταν παρελθόν
οί ώρες μόλις βγαίναν άπ’ τό χρόνο
πέτρωναν κύλαγαν
σάν πελώρια βότσαλα
στό βυθό τού κορμιού μου
νερά τά χέρια σου περνούσαν
από πάνω τους
κι άστράφταν.
Τώρα πιά δέν έχω καμιά προθεσμία
τις έξάντλησα μεθοδικά
μιά μιά σάν αρρώστια
έφαγαν τό χρόνο μου
κι άρχίσανε οί σφάχτες.
Χάνομαι, κουφή μέσα στόν κόσμο
τό πουλί, άκούω μόνο τό πουλί
έξω άπ’ τό παραθυρό σου.
Μά οί πόνοι περίσεψαν
σ’ αύτή τή γή
οί θάλασσες τσούζουν σάν πληγή
μαύρες τρύπες άχνίζουν
καίγονται τό σώματα
καίγονται τά σπαρτά
κι άνοίγουν βαθειές σκιές
τά βαρειά φτερά τών ίεροξεταστών.
Κορμί’ άντιστέκονται
κορμιά πέφτουν
στρατοί μέ κομένα κεφάλια
έρχονται όλο κατεβαίνουν
ανανεωμένοι οί ξανθοί
βάζουν φωτιά στά καλύβια
μέ τό μικρότατο στόλισμα:
ένα κοριτσάκι.
Οί άκρωτηριασμένοι
μαθαίνουν ξανά τό περπάτημα
καί στό θάλαμο τό έλαφρό τραγούδι
τούς θυμίζει τό βάλς
πούταν κάποτε ή ζωή τους.
Στό νησί μας
σαλιγκάρια – άνθρωποι μέ μπογαλάκια
γλείφουν τό χώμα
νά στυλωθούν
τούς τυλίγει ή άποψορά
σά νάχε κακοφορμίσει
ή έλπίδα
στό μέρος όπου κάποτε λεμονανθοί και κιτρα
Τή φίλη μου άπ’ τήν Ιερουσαλήμ
ποιός ξέρει αν θά τή ξαναδώ
νά μου τραγουδάει
άράπικα τραγούδια τής άγάπης
μέσ’ τά χιόνια
αν θά μαγκώσουνε σάν δόκανα
τά σύνορα τριγύρω
κι αν θά βουλιάζει
ό τόπος τής καρδιάς μου
μέσ’ τά χάος.

Είναι άτιμία τό πάθος μου.
Στήν τόση καταστροφή
— «έπεσε κι άλλη πόλη»
«όλοκαυτώθηκε κι άλλος άγγελος»
μέ πονάει τό ώραιότατο χέρι σου
ή θέση του
ή θήκη του
ή θηλή
ή άσύγκριτη φωνή σου
μέ τσουρουφλάει
πιό άμαχη άπ’ τούς άμαχους
στενά συγκεντρωμένη
σ’ ένα μονάχα δράμα.
Λειωμένο μολύβι στάζει
ή άνάσα τών άνθρώπων
κι έγώ σχεδιάζω συναντήσεις
όταν σέ δώ
άν θά σ’ άγκαλιάσω πρώτα
ή θά σκύψω τό κεφάλι
άποκαμωμένη
άπ’ τό φιλί
πού άργησε πολύ
κι έχάθη ή νοστιμιά του.
Κι ένώ όλο γιά μίσος λένε
θυμάμαι πόσο άρέσει
στούς άντρες ν’ αγαπιούνται
πώς δένουν σάν φραγκόσυκα
σφιχτό χύνεται τό μέλι
άπ’ τά άγκαθάκια
καί πέφτει ή γύρη σά βροχή
άπ’ τό πελώριο κίτρινο
λουλούδι τής άγάπης.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τραμ», Δεύτερη Διαδρομή, Δεύτερο Τεύχος, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβρης 1976 (σελ. 95-96).