Joseph Woods, Σώζοντας τη γλυκιά γεύση

Σούρουπο
κι επιστροφή
στο δωμάτιο,
τ’ απομεινάρια
του πρωινού
στο λευκό
τραπεζομάντηλο
όπως τ’ αφήσαμε
στη βιασύνη
για το τρένο.
Μισοάδειες
μισογεμάτες
κούπες καφέ
λεπτές
φέτες ψωμί,
δύσμορφες
και ξερές
σαν μπισκότα
στο ολοήμερο
βλέμμα
του κενού.
Δαγκώνω
ένα κομμάτι
καθώς o ήλιος
χαμηλώνει,
η γλώσσα μου
περισώζει
τη γλύκα,
ένα ίχνος
μελιού
και το φως
που αφήνεις
στο δωμάτιο.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Οροπέδιο», Τεύχος 22 – Χειμώνας 2019. Μετάφραση: Σωκράτης Καμπουρόπουλος.

Orhan Veli Kanik, Δύο ποιήματα

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΟΥ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΡΑΦΤΗ

Ονειρεύεται έναν γαμπρό γερό σαν ταύρο,
με αποδοχές της τάξεως των 100 λιρών.
Παντρεύονται και φεύγουν για την πόλη.
Τα γράμματα έρχονται στη διεύθυνσή της:
Συνοικισμός «Το Όνειρο», ισόγειο.
Το διαμέρισμα είναι σαν κουτί.
Δεν ξενοπλένει πια ούτε καθαρίζει τζάμια.
Όσο για τα πιάτα, αυτά, βέβαια, της ανήκουν.

Τα παιδιά τους ανθίζουν σαν λουλούδια.
Πήραν κι ένα μεταχειρισμένο αμάξι.
Τα πηγαίνει στο Kizilay Park κάθε πρωί
κι ο μικρός Yilmaz παίζει στην άμμο
όπως όλου του κόσμου τα παιδιά.

Το καλύτερο όνειρο του ράφτη είναι ένα λουτρό.
Βρίσκεται ξαπλωμένος στις μαρμάρινες πλάκες.
Οι υπάλληλοι στέκονται στη σειρά.
Ο ένας του ρίχνει νερό κι ο άλλος τον σαπουνίζει.
Ο τρίτος περιμένει κρατώντας το σφουγγάρι.
Καθώς μπαίνουν μέσα οι επόμενοι πελάτες,
ο ράφτης αποχωρεί,
σαν αγνό παρθένο μπαμπάκι.

[Μετάφραση: Γιώγος Μπλάνας]

***

Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΓΑΛΑΤΑ

Γέρνω στην κουπαστή
της γέφυρας και σας απολαμβάνω.
Άλλοι τραβάτε κουπί μουρμουρίζοντας,
κι άλλοι μαζεύετε όστρακα στις σημαδούρες.
Κάποιοι κρατάτε το τιμόνι στις μαούνες
και κάποιοι μαϊνάρετε τα παλαμάρια.
Μερικοί πετάτε σαν πουλιά —και ποιητές—
και μερικοί αχνοφέγγετε σαν ψάρια στο νερό.
Αυτοί λικνίζεστε σαν βάρκες κι εκείνοι σαν φελλοί.
Άλλοι είστε σύννεφα και άλλοι
ατμόπλοια που τρυπώνουν, με σβησμένες μηχανές,
κάτω απ’ τη γέφυρα, σαν κωλοπαίδια.
Κάποιοι φυσάτε και ξεφυσάτε σαν μπουρούδες
και κάποιοι απλώνεστε σαν την καπνιά.
Όμως όλοι ανεξαιρέτως, δίνετε τη μάχη της ζωής.
Μα, είμαι ο μόνος ηδονιστής ανάμεσά σας;
Δεν πειράζει. Κάποια μέρα
θα γράψω ένα ποίημα για σας,
θα πιάσω μερικά λεφτά
και θα κερδίσω επιτέλους το ψωμί μου.

[Μετάφραση: Γιώγος Μπλάνας]

*Από το βιβλίο “Ορχάν Βελί Κανίκ, ο δρόμος μου είναι πλατεία”, σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα και Μιχάλη Παπαντωνόπουλου, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017.

Πόπη Αρωνιάδα, Δύο ποιήματα

ΜΕΘΥΣΤΙΚΗ ΑΜΥΝΑ

Άσε τραγούδι δυνατό, αβίαστο
να βγει και να περάσει
μέσα από ελεύθερα πλευρά,
να κατακτήσει την καρδιά
εικόνες που γυρεύει
στης λήθης την ομίχλη.

Κι αυτή η φραγή, η αυτοσυντήρηση,
απροσδιόριστη στον χρόνο,
παγωμένες σταγόνες του νερού
από μυστικές συνταγές βγαλμένες.

Τ’ αντίδοτο του πόνου πιες,
μες απ’ τις κούφιες ελαφρόπετρες
του εγωισμού,
ν’ ανάψουν τα αίματα οι μεγάλες
τρωικές πυρκαγιές της νιότης,
και κοίτα πρόσωπο με πρόσωπο τα όνειρα
κερνώντας, πίνοντας, μεθώντας μόνος.
Δεν έχεις άλλη επιλογή
τραγούδα δυνατά,
να σταματήσει ο φόβος.

Ξεσπούν ορμές μες στην ψυχή,
αδερφοσμίγουν σκέψεις,
γεννοβολάει ασύστολα ο νους
και κελαηδάει η πένα.-

***

ΥΠΝΩΣΗ

Μες τον ξεθωριασμένο αέρα
εκκενώνεται ο κόσμος της φαντασίας
κι απομένει το εκκρεμές του υπνωτιστή
να πάλλεται σ’ αποχαυνωμένα μάτια.

Οι λέξεις κινούνται, η μουσική χορεύει
όσο διαρκεί ο ήχος του βιολιού,
επαναλαμβάνω τις άλιωτες
αοριστίες και προσμονές
σαν ένα ρεφρέν τραγουδιού,
γίνομαι χορδή που τεντώθηκε πολύ
και πρέπει να σπάσει, να ξεκουραστεί.

Όλα είναι το τώρα,
το τέλος προηγείται της αρχής,
οι λέξεις κατρακυλούν σαν πέτρες
με πηδήματα ευθύγραμμα,
σκερτσώζικα, τρελά,
από γκρεμό σε γκρεμό
φτάνοντας στον χορό των μεταμφιεσμένων,
φορώντας προσωπεία
που εξιδανικεύουν το πρόσωπο.

Στις φλέβες ρέουν μνήμες
χορεύοντας με τη σπαραχτική
γλυκιά μελωδία, που φτάνει στ’ αυτιά
τεμαχισμένη απ’ τον άνεμο
κι αρπάζω μια ξέφρενη βεντάλια χαράς
να εμποδίσω το κλείσιμο της αυλαίας.

*Από τη συλλογή “Ιστοί βαθιάς αλήθειας”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015.

Δημήτρης Τρωαδίτης, αν δεν έχεις μέλλον είσαι καταδικασμένος

λιτοδίατες ανεμοθύελλες μοναξιάς
μπαταρισμένες δήθεν εναρμονίσεις
με τις νωπές απώλειες του νου
και των χεριών
και της πράξης
έρχονται και φεύγουν
το απομεσήμερο

αν δεν έχεις μέλλον
είσαι καταδικασμένος
σε ύπνο δίχως όνειρο
αστροφεγγιά χωρίς ανταύγειες
κόκκους άμμου χωρίς έπαρση

το ζήτημα είναι να καταλάβεις
ότι τα βλέφαρά σου πρέπει να προσκυνήσουν
κάθε εξαίσιο πέρασμα του χρόνου,
κάθε απόκρυφο σημείο να αποκαλυφθεί
στα ταξίδια σου στα πέρατα του κόσμου,
να φέρεις στην επιφάνεια
κάθε χαμένη πτυχή του παιχνιδιού,
οι θίνες του παρελθόντος να μετουσιωθούν
σε νάματα του μέλλοντος

Ξύπνα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος πήρε φωτιά

«Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ.»
…είπε ο Μωάμεθ στο Σεβάχ

Κοίτα πάνω Κεμάλ
το τσακισμένο στόμα της μέρας
φτύνει κομμάτια τσιμέντο ανθισμένο
Πολύ κάθισες
τώρα σήκω και τρέχα
Κοίτα τ’ άδειο πεδίο της μάχης
δυναμίτη κι αίμα ζωσμένο

Ξύπνα Κεμάλ
Αυτός ο κόσμος τώρα έπιασε φωτιά
Οι βάρβαροί του
στον παραδίνουν σκυλί ξεδοντιασμένο
Που ‘χες κρυφτεί;
Δε μπορεί να φοβάσαι ακόμα και τώρα
με το χέρι του τρόμου σπασμένο

Οξειδώθηκες Κεμάλ
Σταυρωμένος στα σκουριασμένα όπλα
του τάφου σου
σκουριασμένα απ’ το αίμα της
σκιάς σου
Δεν ήξερες Κεμάλ
πως δεν αλλάζει με φτηνές προσευχές
τ’ αγορασμένο μεδούλι
στην ψυχή της γενιάς σου;

Ξύπνα Κεμάλ
Έτρεχες πίσω απ’ το μπόι των αρχόντων σου
τις υποθήκες της παλιάς κοινωνίας
να τους μετράς με το κεφάλι σκυμμένο

Κάνε πίσω τώρα και δες
την επίπονη γέννα των καιρών
που αλλάζουν
ή πώς με λίγο μπαρούτι και σπίρτα
ένα πατημένο λουλούδι κατατροπώνει
το ανίκητο σύμπαν
ντυμένο
με πλαστικό πολυμερές κορεσμένο

*Από εδώ: blaumachen.gr

Τάσος (Μήνυμαl) Σταυρουλάκης, Αντικείμενα

κάποτε
πέφτεις απ την πολυθρόνα
σε πλησιάζουν τ’ αντικείμενα
ζητούν ξανά τα χέρια σου
ζητούν τα δάχτυλά σου
μάτια κι αυτιά
το όλον σου
αιτούν
ται

πόσο
πολλά τριγύρω
αντικείμενα στρατός
ολάκερος μηχανισμός κατα
διωκτικός εν δράσει
παραδώσου ιαχούν
παραδώσου

αθόρυβα
σου ενσωματώνονται
διψούν παρασιτούν ιοτροπούν
αναρωτιέσαι για το κυκλοφορικό
αν παραδόθηκε μαζί με το αναπνευστικό
αν και οι μύες οι εκούσιοι μύες
φυγάδευσαν την ηττοπάθεια
στο παράδειγμα

το σώμα συνεργάστηκε
τύποις απόμεινε ο εγκέφαλος
που υποβιβάστηκε σε παρατηρητή
που δεν αποφασίζει πια
δεν διατάζει

μα
το γαμώτο είναι
πως πρέπει να υποκρίνεστε
ότι πως δεν καταλαβαίνει
ότι πως πίστεψες
ότι πως
ότι

*Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 22 (Χειμώνας-Άνοιξη 2020) του περιοδικού “Τεφλόν”.

Μιχάλης Κατσαρός, Βησιγότθοι

Άξαφνα η πόρτα μας άνοιξε.
πρώτος κατέβαινε ο αυτοκράτορας
με καινούργια στολή
ο νέος αρχιεπίσκοπος
ο υπουργός παιδείας και θρησκευμάτων
(η εργάτρια Ντούμπιοβα παρήγαγε
δεκαπέντε χιλιάδες ποτήρια)
ο στρατάρχης ήρωας της μάχης Σαρώ
πιο πίσω οι αυλοκόλακες
οι υπάλληλοι όλοι με τας συζύγους των
ο πρόεδρος τους ανωτάτου δικαστηρίου
στο τέλος ένα παιδί που ήταν ο γελωτοποιός.

Εγώ αντιπροσώπευα τα στρατεύματα της Κορέας
των Γάλλων πατριωτών
των Ισπανών εξόριστων
την παυμένη εφημερίδα «Ελεύθερη Γνώμη»
την άλλη που έμεινε μόνον ο τίτλος της.

Οι ποιητές κρατώντας τα λάβαρα
έγραφαν ύμνους
κρατούσαν την αναπνοή μπροστά στους
επισήμους
χειροκροτούσαν ακατάπαυστα όλους
τους ρήτορες.
Τώρα το πώς εγίνηκε το απαίσιο πλήθος
να στριμώχνεται πάλι στα κάγκελα
το πώς εγίνηκε
το συνδικάτο των οικοδόμων να στέλνει
ομόφωνα ψηφίσματα
να στρώνει χαλιά γι αυτή την παρέλαση
μην το ρωτήσετε.
Φταίει αυτός που ήτανε δίπλα μου
όπου στην κρίσιμη ώρα σʼ αυτή τη σιωπή
εψιθύρισε:
Η μύτη της κυρίας Δημάρχου θυμίζει τη γεωγραφία.

Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται.
Διαδόθηκε μέσα στο αδιάφορο πλήθος η φήμη
οι υπουργοί θορυβήθησαν
ο πυγμάχος που έγινε χωροφύλακας έλαβε θέση
στους διπλανούς διαδρόμους οι πυροσβέστες
πλησιάσαν
ο πρόεδρος χτυπούσε μέσα στην αίθουσα
τον κώδωνα
σβηστήκαν τα κεριά του ναού
και κει στη μεγάλη τους σύγχυση τα κατάφερα
μʼ ένα μικρό βηματάκι άξαφνα να βρεθώ
να θαυμάζω το θέαμα.

Όταν τα φώτα ξανάναψαν
η χάλκινη πόρτα αμίλητη έκλεισε όπως φαίνεται
και δίπλα μου οι γυναίκες ξεφώνιζαν
τραβούσαν τα μαλλιά τους τσιρίζοντας
όχι γιατί δεν πρόλαβαν την παρέλαση
όλων των επισήμων
αλλά που χάσανε μέσα στο σκότος
τους άντρες τους.

Οι πάροδοι που οδηγούσαν προς τις εξέδρες
στις πόρτες των ναών και των φυλάκων
στους διαδρόμους των εξοχών
στα δημόσια πάρκα
στα κρατικά εκπαιδευτήρια
στη δουλειά με το κομμάτι
στην ποινή του θανάτου
παντού παντού παντού
ως και σε μένα τον αδιάφορο
είχανε εισχωρήσει σα μυστικοί χωροφύλακες
οι Βησιγότθοι.

Μη σκεφτείς άσκημα για τους Βησιγότθους
είναι κάτι ακίνητα μαζεμένα υποκείμενα
που παριστάνουν τους επιδρομείς.

Πάντως θα καταλάβατε τον αρχαίο ναό
τι αντιπροσώπευε ο γελωτοποιός
τι αντιπροσώπευα εγώ ο γελοίος
ποιοι οι Βησιγότθοι οι αρχιεπίσκοποι
κι ο ένδοξος αυτοκράτορας.

Υπάρχουνε προϋποθέσεις
για μια καινούργια άνοιξη.

Το αρχικό χρώμα

Δέσποινα Αυγουστινάκη's avatarPoetry and short stories - Despina Avgoustinaki

Οι λέξεις,

ώρες ώρες

χάνουν σε ουσία

σαν πολυφορεθούν

άνευ αιτίας.

Σαν ξεθωριάσουν.

Τότε συστήνεται

Σιωπή

ως θεραπεία.

Ετούτη η τελευταία

αποδεδειγμένα πια

επαναφέρει

το αρχικό τους χρώμα.

© Δέσποινα Αυγουστινάκη

View original post

Luis Antonio de Villena, Ο Κωνσταντίνος Καβάφης παρατηρεί το σούρουπο

Luis Antonio de Villena

S’indovinava la stagione occulta
dall’ansia delle piogge notturne.

S. QUASIMODO

Κάποτε γνώριζα πως αργά
όνειρα λυγισμένα των Θεών οργώσανε τη γη
κι ο νους επήγε τότε ολωνών
σε μια γόνιμη τεράστια αφθονία.
Και ναι, υπάρχουν μέγαρα αφθονίας,
καλέστε τη νύχτα ή τη δύση, χείλη ενός πρίγκιπα
απ’όπου βλάστησην πετράδια.
Εντούτοις σκεφτείτε, σκεφτείτε πολύ σοβαρά
πως είχαμε ήδη χιτώνες όλων των ειδών,
άχρηστους με κεντήματα, ναι, όπως αυτή η σκέψη
που κάνεις τώρα για τους Κόπτες, τα μοναστήρια τους.
Κι όμως ακόμη δεν γίναμε προσκυνητές
που φτάνουν καινοτόμοι σε μια πυρπολημένη πόλη.
Πίσω από μένα η θάλασσα με χρώματά δοντιών
που γεννιούνται ανάμεσα στα ήπια θυμιάματα
που κάθε μέρα χαιρετούμε.
Όχι, τα όνειρά μας δεν καρποφορήσαν.
Εκείνοι οι θεοί ήταν ωραίοι αλόγιστα
και παραήταν τέλειοι,
σκεφτείτε, φίλοι, πως ανθρώπους σαν εμάς
που γεννηθήκαμε στο μισοσκόταδο
απ’όπου λείπει μια θήκη αρχαία κοσμημάτων
καθόλου δεν μας ενδιαφέρει μέση ή κορμός αρμονικός
σύμφωνα με τους δύσκολους κανόνες της συμμετρίας.
Ταπεινοί, πάντοτε δείξαμε προτίμηση
στις βλοσυρές θεές της Φοινίκης
με τους σκουρόχρωμους και λιπαρούς μηρούς.

Είμαστε στο 410 κι ο Αλάριχος όπου και να’ναι
τη Ρώμη θα λεηλατήσει.

*Μετάφραση: Τάσος Δενέγρης.

**Από το βιβλίο “Με τον τρόπο του καβάφη – 20 ξένα ποιήματα”, εκδ. κεγ, Θεσσαλονίκη 1999.

George Mouratidis, Corner of main and high again

On lonely poet corners of low lying leaves and moistprophet eyes.
— Bob Kaufman, “On”

when the delicate accidents of this town
rise from the ground like steam
with each breath
in, and fall back down
with each breath out,
as each footstep kisses the concrete
my life

sheds its ugliness —
it flares and unfolds
like a sun as I walk into it, and it swims
around me
as an ocean swims around a fish

almost half my life had to pass
for me to see
I am no more or less than a
note in this song I know I will never hear
sung the same way twice,
listen to with eyes upcast
to a streaming dusk sky,
and keep the beat
with my footsteps and the click of
a child’s fingers weaving the clouds and
smokestack billows
into a cloak
of invisibility,
but he sees me, and did so long ago…
come on, you are nowhere near
the misfit or the monster
that you used to think
you were here,
just another lump of carbon
that radiates impatiendy
as though it’s already a diamond
and pulsates brighdy
under the cloudy waters’ weight
like an anemone
which is
the star that you see
in the heart of every apple
whenever you cut it
the other way

*From the collection “Angle Frankestein”, Soul Bay Press, 2018.

**O George Mouratidis είναι Ελληνοαυστραλός ποιητής που ζει και εργάζεται στη Μελβούρνη.