Χ.Π. Σοφίας, Δέκα μικρά ποιήματα

ΚΙΤΡΙΝΟ

Έπαψε να με παιδεύει
Το χαμομήλι

Τώρα θρηνώ το κίτρινο
Μέσα στα μαλλιά σου

ΣΠΑΤΑΛΗ

είναι σπατάλη
οι λέξεις
στον έρωτα

ΑΓΑΠΗ

Φαγώθηκε ο βράχος από το κύμα
Όπως η αγάπη από τον έρωτα

ΞΕΝΕ

ξένε
δεν σε χόρτασα
γιατί έφυγες;

ΧΑΔΙΑ

τα χάδια
κανένα σώμα
δεν τα χόρτασε

ΑΝΟΙΞΗ

Μέχρι τα χρώματα να γίνουν πουλιά
Θα διαβάζουμε μαζί την άνοιξη

ΦΩΝΗ

ξεχνάω τη φωνή σου
και οι λέξεις
με υποπτεύονται

ΔΥΣΗ

Κανείς δεν γιορτάζει όταν ο ήλιος δύει
Μόνο κάτι καταραμένοι ποιητές

ΡΟΔΙΑ

Τελειώνει η νύχτα
Και η Ροδιά ντρέπεται
Που δε γέννησε χελιδόνια

ΑΚΑΚΙΑ

αυτή την Ακακία
έξω απ’ το ρημαγμένο σπίτι
Την πόνεσα

*Από τη συλλογή “Ο έρωτας της βροχής είναι παντοτινός”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2019.

ΤΕΦΛόΝ – Τεύχος 23 Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2020

ΘΕΜΑΤΑ
Nathalie Quintane: Μειοψηφική, πλην αποφασισμένη
Μέλος μιας τρομερής παρέας που τη δεκαετία του ’90 τάραξε τα λιμνάζοντα νερά της γαλλικής ποίησης, η Ναταλί Κιεντάν θέτει την ποιητική της στην υπηρεσία μιας πρόζας η οποία διαφεύγει κάθε ταξινόμησης. Αντλώντας σχεδόν αποκλειστικά από τον τρέχοντα λόγο, είτε προφορικό είτε γραπτό, παρωδεί και διακωμωδεί τα γαλλικά ήθη και ύφη, τη φαλλοκεντρική γλώσσα και την ηλιθιότητα του κυρίαρχου λόγου, τον αριστερό διανοουμενισμό και τον λογοτεχνικό συντηρητισμό, τη μεσαία τάξη και τις αξίες της, ακόμη ακόμη την ίδια τη γλώσσα και τους κανόνες της. Κείμενο: Γιάννης Χονδρός, Μετάφραση: Ελένη Γιώτη, Γιάννης Χονδρός

Σύγχρονη ρωσόφωνη ποίηση: Ούτε το νερό ούτε ο αέρας μπορούν να δραπετεύσουν
Σε αυτή την ανθολόγηση δεκατριών σύγχρονων ρωσόφωνων ποιητριών και ποιητών το σκοτάδι και η απογοήτευση απλώνονται σε κάθε σχεδόν στίχο, μαρτυρώντας ένα αδιέξοδο συλλογικό, το οποίο δεν εξαντλείται στο δράμα της ύπαρξης, αλλά έχει «την τέχνη να πηγαίνει βαθιά», να βγάζει μπροστά τις κοινωνικές και ταξικές αντιθέσεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι «η πυρκαγιά απ’ το ένα κεφάλι/ μπορεί πάντα να εξαπλωθεί στο άλλο/ και τότε θα καεί όλη η πόλη». Ανθολόγηση-Κείμενο-Μετάφραση: Νίκη Κ.

Chairil Anwar: Μέσα στο μάτι της ζωής
Επαναστάτης και αντικομφορμιστής, «ζώο άγριο/ απ’ την αγέλη εξορισμένο», ο Χαϊρίλ Ανουάρ θεωρείται ο σπουδαιότερος ποιητής της ινδονησιακής λογοτεχνίας. Εν μέσω πολέμων και εξεγέρσεων μετέφερε στο χαρτί την ωμή και χαοτική ιδιόλεκτο των δρόμων της Τζακάρτας, έγραψε για τα ταραγμένα χρόνια που συνεχίζουν τη λιτανεία τους, για το αίμα που πήζει και δένει, για τον διάβολο που τσιρίζει και τη γαλήνη που επιμένει, λίγο πριν χαθεί «στα λαμπερά φώτα και στην ηδονή». Κείμενο-Μετάφραση: Peter Constantine, Μετάφραση κειμένου: Kyoko Kishida

Marie Silkeberg: Στην αντωνυμία της νύχτας
«Ποια είναι η υφέρπουσα παράνοια που νίκησε την πόλη μας;» αναρωτιέται η Μάρι Σίλκεμπεργ. Η Σουηδή ποιήτρια εστιάζει τον φακό της γραφής της στους ανθρώπους, τη γλώσσα και τις ιστορίες τους,υποστηρίζει ότι σκοπός της ποίησης είναι «να καθρεφτίζεσαι μέσα στο ξένο. να βρίσκεις την εικόνα σου». Στα ποιήματά της επιχειρεί να «ανταλλάξει το γραπτό με το βιωμένο», να ψηλαφίσει «το δακτυλικό αποτύπωμα στο εσωτερικό τείχος», θυμίζοντάς μας ότι «η αλήθεια είναι μια λειτουργία της εξουσίας». Κείμενο: Jazra Khaleed, Μετάφραση: Γιώργης Μαθόπουλος

Σλαμ: Στίχοι από ατσάλι ή από βιτάμ, Μέρος Β΄
Ως λογοτεχνικό κίνημα η σλαμ ποίηση αμφισβήτησε το χαρτί ως αποκλειστικό χώρο της ποιητικής έκφρασης, επιδιώκοντας μια πιο άμεση, προσωπική και αυθεντική εμπλοκή με το κοινό της. Η αντισυμβατικότητα, η συμπεριληπτικότητα και η δημιουργική ορμή των πρώτων σλαμ βρήκαν πρόσφορο έδαφος στις κοινότητες ανθρώπων που βιώνουν αποκλεισμούς και διακρίσεις λόγω της φυλής, του φύλου ή/και της τάξης τους, καθώς τους έδωσε την ευκαιρία να ανέβουν στη σκηνή και να τα χώσουν στο μικρόφωνο. Εισαγωγή: Jazra Khaleed, Μετάφραση: Κατερίνα Φραγκοπούλου, Jazra Khaleed

Ποιήματα:
Χαρά Αηδόνη, Δημήτρης Γκιούλος, Κατερίνα Ζησάκη, Érica Zíngano, Arlinda Guma, Jazra Khaleed, Χρήστος Κολτσίδας, Κουρτ, Σωτήρης Λυκουργιώτης, ΜΚΧ, Flávia Memória, Μανίνα Μπομιόκη, Γιώτα Τεμπρίδου, Ιβάν η τρομαγμένη, Σοφία Χατζοπούλου.

Εξώφυλλο & εικονογραφήσεις: Μαύρο χάλι
Σελιδοποίηση: Morgan S. Bailey

Κοπιάστε στα:
Αρχείο 71, Καλλιδρομίου & Ζωσιμαδών [με κουτί ενίσχυσης]
Bibliotheque, πλατεία Εξαρχείων [με κουτί ενίσχυσης]
Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18 [με κουτί ενίσχυσης]
Βιβλιοπωλείο Αλφειός, Χαριλάου Τρικούπη 22 [με κουτί ενίσχυσης]
Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Χαριλάου Τρικούπη 28 [με κουτί ενίσχυσης]
Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Καλλιδρομίου 30 [με κουτί ενίσχυσης]
ιβλιοπωλείο Μετεωρίτης, Φωκίωνος Νέγρη 68 [με κουτί ενίσχυσης]
Βιβλιοκαφέ Red n’ Noir, Δροσοπούλου 52 [με κουτί ενίσχυσης]
Λοκομοτίβα Βιβλιοκαφέ, Μπόταση 7 [με κουτί ενίσχυσης]
Beaver Cooperativa, Βασιλείου του Μεγάλου 46A [με κουτί ενίσχυσης]
Μικρό Καφέ, Αραχώβης 38 [με κουτί ενίσχυσης]
Κατάληψη κτήματος Πραπόπουλου, Προφήτη Ηλία 49 [με κουτί ενίσχυσης]
Κατάληψη Παπουτσάδικο, Δαβάκη 20 [με κουτί ενίσχυσης]
Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, Ζωοδόχου Πηγής 95 [με κουτί ενίσχυσης]
Παλαιοπωλείο Εύρετρο, Λέκκα 23-25 [με κουτί ενίσχυσης]
Ταξίδι χωρίς χάρτη, Αριστοβούλου 16 [με κουτί ενίσχυσης]
Κινηματογράφος Άστορ, Σταδίου 28
Βιβλιοπωλείο Λεμόνι, Ηρακλειδών 22
Βιβλιοπωλείο Πλειάδες, Σπύρου Μερκούρη 62

Διανέμεται δωρεάν
Τα σημεία διανομής εκτός Αθηνών θα ανακοινωθούν σύντομα στο http://teflon.wordpress.com

Olga Orozco, M’ αυτό το στόμα, σ’ αυτόν τον κόσμο

Στη φωτογραφία, η Olga Orozco (μπροστά) με την Alejandra Pizarnik.

Δεν θα σε προφέρω ποτέ, ρήμα ιερό,
κι ας βαφτούνε τα ούλα μου με χρώμα γαλάζιο,
κι ας βγει κάτω από τη γλώσσα μου ένας όγκος χρυσός,
κι ας χυθεί πάνω στην καρδιά μου ένας χυλός άστρων
και ας διασχίσει το μέτωπο μου το μυστικό ρεύμα των μεγάλων ποταμών.
Ίσως να έχεις κυνηγήσει προς τη νύχτα της ψυχής,
αυτήν την κατάληξη που δεν είναι δυνατό να φτάνει από καμιά λάμπα,
και δεν υπάρχει ίσκιος που να κατευθύνει την πτήση μου στο ξεκίνημα,
ούτε ανάμνηση που να ‘ρχεται από άλλον ουρανό για να ενσαρκώσει
αυτό το τραχύ χιόνι
που πάνω του αποτυπώνεται μοναχά το ξύσιμο του κλαδιού και το βογγητό του αέρα.
Και ούτε καν ένα ρίγος που θα ‘κανε να εξέχουν οι άλαλες πέτρες.
Έχουμε μιλήσει αρκετά για τη σιωπή,
την έχουμε παρασημοφορήσει όπως τον σκοπό της μεθορίου
σαν να κείτονταν εντός του η δόξα μετά την πτώση,
ο θρίαμβος της λέξης, με τη γλώσσα κομμένη.
Αχ, δεν πρόκειται για τραγούδι ούτε για αναφιλητό!
Έχω ήδη ονομάσει το αγαπημένο και το χαμένο,
ένωσα με την κάθε συλλαβή τα καλά και τα άσχημα
που φοβήθηκα να χάσω περισσότερο.
Στο μάκρος του διαδρόμου ηχεί, αντηχεί η ανθεκτική μελωδία,
αντιλαλούν σαν παρατεταμένη βροντή
λίγα νομίσματα πεσμένα από οπτασίες ή κλεμμένα στα σκοτεινά.
Η δική μας διαρκής μάχη ήταν κι αυτή μια μάχη μέχρι θανάτου
με τον θάνατο, ποίηση.
Έχουμε κερδίσει, έχουμε χάσει,
γιατί πώς να δώσεις ονόματα με το στόμα αυτό,
πώς να δώσεις ονόματα σ’ αυτόν τον κόσμο μόνο με το στόμα αυτό,
σ’ αυτόν τον κόσμο μόνο με το στόμα αυτό;

*Μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας.

Lee Slonimsky, The swan / Ο κύκνος

Observing how the swan’s two feet are webbed,
he wonders what role math played in design,
what abstract shapes were sewn, with flesh as thread,
nto the swan’s creation, lost in time.

The power of her wings as she takes flight
in clumsy but majestic dominance,
inspires him to count the beats of white
great feathered limbs against blue radiance.

As if such basic numbers could explain
the wizardry of feathers climbing air,
or give the essence of her flight a name,
describe perfection of her glide and soar.

If numbers could transform flesh readily,
he has no doubt what creature he would be.

Ο ΚΥΚΝΟΣ

Παρατηρώντας τον τρόπο που είναι καμωμένα
τα πόδια του κύκνου,
αναρωτιέται για τον ρόλο των μαθηματικών
στον σχεδίασμό τους,
πως αυτά τα αφηρημένα σχήματα με κλωστές
υφάνθηκαν από σάρκα
σε κάποια εποχή μακρινή,
χαμένη στα βάθη του χρόνου.

Η δύναμή του καθώς πετάει με αδέξια
αλλά μεγαλειώδη ορμή,
τον ωθεί να μετρήσει τα χτυπήματα
των μεγάλων λευκών φτερών πάνω
στον εκτυφλωτικό γαλάζιο θόλο.

Λες και θα μπορούσαν αυτοί οι απλοί αριθμοί
να εξηγήσουν τη μαγεία των φτερών
που σχίζουν τον αέρα, να περιγράφουν
την τελειότητα ή να ονομάσουν το θαύμα.

Αν μπορούσαν ποτέ οι αριθμοί
να μεταμορφώσουν την ύλη,
ξέρει εκείνος ποιου πλάσματος
θα έπαιρνε τη μορφή.

*Από τη δίγλωσση συλλογή “Ερωτευμένος Πυθαγόρας”, εκδόσεις ενύπνιο, Μάρτης 2020. Μετάφραση: Σταμάτης Πολενάκης.

Θ.Δ. Τυπάλδος, Δύο ποιήματα

ΟΙ ΣΤΑΣΕΙΣ

Εισέρχεται μέσω του τοίχου στο δωμάτιό μου
Έρχεται πάνω από το προσκέφαλό μου σκύβει με φιλά
Κι αφήνει τ’ αυγά της να κυλίσουν μέσα στον οισοφάγο μου
Κι εκείνα αρχίζουν να επωάζονται να σπάνε
Ένα ηλιοβασίλεμα καβαλάρης σε ασπρόμαυρο άλογο
Μες στη νυχτιά καλπάζει λαμπατέρ τον δρόμο του φέγγει
Στο χέρι του κραδαίνει μια καταιγίδα ένα λεύκωμα
Μια μπρούντζινη καρδιά ένα εσώρουχο σημαία καδένα στριμωγμένη
Οι αλήτες ονομάσαν τη λάμψη των αστεριών καταρράκτη
Προκατασκευασμένα οικόπεδα με σκονισμένα παπούτσια
Μαυσωλεία που ξεπηδούν στο κορμί μου
Μου φέρνουνε φαγούρα και τσούξιμο στους όρχεις
Δικαστής σκώληκας γραφικός
Πτεροκυοφορούσες μητέρες
Ανδρείκελα ανέκφραστα εκφράζουν χαμόγελο
Ξανθοπυρωμένα ύδατα
Μακροσκελείς αμοιβάδες
Διάσπαση του ατόμου σε χειρουργικά κρεβάτια
Ένωση του πεπραγμένου πάνω σε τραπέζια δίχως πόδια
Λαβές που αιωρούνται πάνω απ’ τα κεφάλια των αστών ενός αστικού λεωφορείου Οι επιθυμίες ανεπιθύμητα επιθυμούν όσα ανεπιθύμητα μένουν
Μα τι στο καλό γυρεύει ο Μπρετόν στο μπαλκόνι μου;

***

TOΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥ MOΥ ΑΔΕΡΦΟΥ

άφωτα
φώτα
στέκουν
πάνω
απ’ το
σεσουάρ
της
μητέρας
και βρέχει

τις παρανυχίδες του μέλλοντος που σχίζουν το δέρμα
της υποδιέργεσης

η σήψη κι η αποσύνθεση μου καίνε τα σωθικά
ελπίζω ο θάνατος να είναι πιο ανεκτικός μαζί μου
απ’ ό,τι ήταν η ζωή

τα κρεμμύδια κλαίνε σαν μωρά καθώς αυτοκαθαρίζονται
φώτα
άφωτα
φωτίζουν
χωρίς
λάμψη
τον
επιθανάτιο
ρόγχο
μου

*Από τη συλλογή “Τα θολωμένα μάτια της στίλβης, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Ιούνιος 2016.

Voyeur | Μαρίνα Πεβερέλλη

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

panos

Μονίμως στα πρόθυρα κάποιου σπασμού
με ζεστασιά τρομακτική στις άκρες των δαχτύλων
Είμαι καταδικασμένη να παρακολουθώ
Άλλους να πιάνουν
Άλλους να υπομένουν
Χέρια που πιο πολύ απροθυμούν
παρά δεν ξέρουν πώς ν’ αδράξουν…

Ηδονοβλεψίες της θλίψης
Εφηύραμε νέο τύπο νοσοκομείου
Με πολύ μεγάλα παράθυρα

Εγώ μετάνιωσα,
Και για καιρό
Θρυμμάτιζα τα δόντια μου δαγκώνοντας,
Ξηλώνοντάς τα.

Δε θα ανεχτώ κανέναν άλλο πόνο
εκτός από το δικό σου∙
Ελαττωματικό αμφίβιο ασθμαίνεις στα βράχια
με ξεσκισμένο στομάχι
και λαιμό γεμάτο θάλασσα
Το ουρλιαχτό σου μού ματώνει τ’ αυτιά,
αλλά δε σε θανατώνω:
μονάχα σε σπάω σε κομμάτια
και σε σπρώχνω κάτω απ’ το κρεβάτι μου,
γι’ αργότερα.

Άλλωστε γνωρίζω πως
παρ’ ότι πνίγομαι από τα θραύσματα στο λαιμό μου,
θα συνεχίσω να ζω
όπως και χθες.


φωτογραφία: Πάνος Κεφαλάς

View original post

Κώστας Μπραβάκης (1962-2020), Τρία ποιήματα

Το μπλουζ του νικημένου

Απόψε θέλω ν’ ανοίξω τις φλέβες μου
Και να χυθεί στο πεζοδρόμιο
Όλο αυτό το ξινισμένο γάλα
Που χρόνια κουβαλώ αντί για αίμα

Απόψε θέλω να πιω τον έρωτα πικρό
Όπως τον πίνουν στα χαμόσπιτα
Τυλιγμένο σ’ ένα τάλιρο
Τα κορίτσια της ανάγκης

Απόψε θέλω να μιλήσω
Με τη γλώσσα κομμένη στα δυο
Διάλεξε τι θες ν’ ακούσεις
Την αλήθεια ή το ψέμα

Απόψε θέλω να παίξω ένα μπλουζ
Σε μια χορδή ακροβατώντας
Σ’ ένα υπόγειο μ’ ανάσες αιθανόλης

Απόψε θέλω να παίξω ένα μπλουζ
Για μένα

***

Αχάριστο νόμισμα

Ανακάλυψα μια τρύπα στην τσέπη
από κει θα πήδηξες αχάριστο νόμισμα
δε σου ’φταναν θαρρείς η ζεστή μου φόδρα
τα χάδια απ’ τα δάχτυλά μου
άντε τώρα να σε προλάβω έτσι που τρεχεις
στάσου
πας ίσια στον υπόνομο
στρίψε αριστερά σου λέω
αχάριστο νόμισμα
ονειρευόσουν χρηματοκιβώτια βαριά
χαρτογιακάδες χαρτοφύλακες
τα πιο φτηνά σου όνειρα δεν τα κάνες ακόμα
ήθελες λέει να γίνεις τσεκ
ή κάρτα ανάληψης
έστω δωροεπιταγή
αχάριστο νόμισμα
σε κάποια χαραμαδα σφηνωμένο θα σε βρω
διάλεξε την ποινή σου
θες να σε ρίξω στ’ αλογάκια
ή στα μηχανάκια του καφέ;

***

Το κρίσιμο λάθος

Με χαλινάρι τι, χέρια μου
την τύχη μου κρατάτε;
δεξιά η περηφάνια μου κι αριστερά η ψυχή μου
στη μέση ο τυφλοπόντικας
αυτός που ορίζει το σκοτάδι
κι εσείς ένας στρατός αρματωμένα δάχτυλα

κι αν έκλεψα περιστερώνες
ήταν γιατί πέταξα νύχτα
με το φεγγάρι άρρωστο
κι ακόμα δεν έφτασα κι ούτε

χέρια κομμάτια από πηλό
τα σάρωθρα παλέψτε
μας περικύκλωσαν οι ερημιές
κι ο φόβος της αφωνίας
ήταν που δεν πουλήσατε τον ίσκιο σας
στα ράφια τα ψηλά των εμπορείων
κι ούτε περιμένατε την άνοιξη
στους πάγκους των πανηγυριών
σας είχα πάντα στις τσέπες δυο βοτσαλάκια ανατολή
κι αν άλλαζε ο καιρός
γινόταν ξίφος

*Από τη συλλογή “Εικοσιτέσσερα πρελούδια δώδεκα σπουδές και εφτά πικρά τραγούδια”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάης 2009.

Neringa Abrutyte, Δύο ποιήματα

ΔΑΧΤΥΛΑ

Δεν κάνω τίποτα για να υπάρχεις (δεν τηλεφωνώ, δεν γράφω) όμως υπάρχεις:
έρωτας, που το αντικείμενό του δεν νοιάζεται για αυτόν –
από αυτόν τότε, βέβαια, χάθηκαν τα σπυράκια και οι σκέψεις,
και το πρόσωπο άλλαξε δέρμα — ξεφλουδίζεται

στ’ αλήθεια δεν κάνω τίποτα — ακόμα και τα χείλη
φιλούν μονάχα τα δάχτυλα του σώματός τους
τα ίδια τα χείλη άραγε νιώθουν τίποτα, η μήπως εσύ;
τί θα ήθελαν πιο πολύ τα δάχτυλα των χειλιών σου;

το χέρι του ποδιού μου, π.χ. θα ήθελε να φράξει τη μύτη σου
τα μαλλιά του χεριού μου επιθυμούν το δικό σου αυτί
η μύτη μου θα ήθελε να βγει στα πνευμόνια σου και
να βρει πιο ελεύθερο δρόμο για να αναπνεύσει
και τα μελανιασμένα δάχτυλα των ποδιών σου να κρυφτούν
στο κενό που αφήνουν οι κάλτσες μου,
γιατί όλα πεθαίνουν τώρα μόνο επειδή τότε πεθάναμε εμείς, τα δάχτυλα.

***

Η ΑΝΑΠΟΔΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

είδα – την ανάποδη είδα του Κειμένου
εκεί καίγανε γράμματα μνήμη (θυμωμένη) κόμπλεξ
σ’ αυτό το κείμενο (εσένα) προσπάθησες να σβήσεις
όμως εγώ αλλιώς σε είδα — σαν ζωούλι
σώμα απ’ την ανάποδη: κείμενο – φλούδι: τακ τακ
που το ‘σπασα αλλά εκεί δεν είχε αγάπη
όση επρεπε και τώρα πια δεν χρειάζεται
γιατί ολα τελείωσαν γοργά και παθιασμένα
(σαν το αλκοόλ; Σαν την Υπομονή του ανθρώπου;)
ή είναι μυστικό που τ’ Άγιο όριο χαράζει!
ήμουνα -πράγμα σπάνιο- ήρεμη πολύ-
και δεν σκεφτόμουν ότι υπάρχεις -και θα υπάρχεις
και εσύ απλά προδίδοντας την άλλη σου πλευρά
γιατί σε φύσηξα! -χωρίς να θέλω- από την άλλη-
και στου Κειμένου την πλευρά αυτή σε γύρισα
σαν βιαστικά τελειωμένη συνουσία:
την ιστορία να συνεχίσω δεν αξίζει
πολύ θυμίζει την ανάποδη άρα κακή πλευρά του Κειμένου.

*Από τη συλλογή “Το Φθινόπωρο του Παραδείσου”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούνιος 2015. Μετάφραση: Σωτήρης Σουλιώτης.

Χουάν Χέλμαν, Καμίλο Σιενφουέγος

Ο Καμίλο Σιενφουέγος

άγρυπνος ζωντανός μες στις ριπές της θάλασσας περνάει ο καμίλο
μες στα κοράλλια και στα τέρατα με τη γενειάδα του
και σε μαζώξεις αλλόκοτων πλασμάτων
μιλάει για την Κούβα ο κομαντάντε
φωτιές ανάβει εκεί στα τρίσβαθα η φωνή του
συνάζει τους πνιγμένους φουκαράδες
τους τσακισμένους τους χαμένους μέσα στα συντρίμμια
ορμάει ο καμίλο στους στρατώνες του βασιλιά της θάλασσας χωρίς σταματημό
τον είχα δει εκεί στην αγορά του Κουάτρο Καμίνος λόγου χάρη
στο έμπα της πόλης να φεύγει με μια κιθάρα
τράβαγε ο καμίλο για τη θάλασσα
ο ράφτης με του περιστεριού το πρόσωπο πέταξε δίχως κουβέντα να μου πει
κι από τη μαλεκόν μες στην Αβάνα είδαμε ένα βράδυ να ξεπηδάνε
φώτα από τη θάλασσα σαν τουφεκιές
ο ράφτης ο γλυκός ρετάλια ράβει της θλίψης και του έρωτα
τον στέλνει το καθήκον του μακριά
μια μέρα θα γυρίσει
και μονομιάς οι άνθρωποι θα σμίξουν με φιλιά μπροστά στο έρμο λείψανό μου

*Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος (πηγή)
(από τη συλλογή Gotán, Δεκέμβριος 1962 – 
διαθέσιμη εδώ: https://issuu.com/regalepoesia/docs/gotan_gelman)

CAMILO CIENFUEGOS


despierto vivo entre las ráfagas del mar anda camilo
entre madréporas y monstruos con su barba
y asambleas de extrañas criaturas
habla de Cuba el comandante
su voz enciende fuegos en las profundidades
convoca a los ahogados pobrecitos
castigados perdidos en medio del naufragio
asalta los cuarteles del rey del mar camilo no termina
lo vi junto al mercado de los Cuatro Caminos por ejemplo
en la boca del pueblo al salir de una guitarra
camilo se fue al mar
el sastre el cara de paloma se me fue sin decirme nada
del malecón la Habana lo vimos una noche que
subían del mar luces como disparos
el sastre dulce cose los retazos del dolor y el amor
su tarea está lejos
un dia volverá
la gente se besará de pronto contra la soledad de mis huesos

Juan Gelman
1930-2014

_____________________
Ο Καμίλο Σιενφουέγος, από τους πρωτεργάτες της Κουβανικής επανάστασης,  γεννήθηκε στην Αβάνα στις 6 Φεβρουαρίου 1932 και χάθηκε στη θάλασσα στις 28 Οκτωβρίου 1959 κατά τη διάρκεια πτήσης από το Καμαγκουέι προς την Αβάνα. Στην επέτειο του θανάτου του, οι Κουβανοί ρίχνουν λουλούδια στη θάλασσα.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://trenopoiisis.blogspot.com/2020/02/juan-gelman-camilo-cienfuegos.html?spref=fb&fbclid=IwAR3J1LH05ONCthGIeg8W5qsi1Avbem38VM9dIXI1PpmytGwq93BKsGG_4Cw

Μια στιγμή μέθεξης με την εικονολεκτική ποίηση του Νάνου Βαλαωρίτη

Στις 10/11/2003, στον «Αστρολάβο-Δεξαμενή», εγκαινιαζόταν μια έκθεση κολάζ του ποιητή – πεζογράφου Νάνου Βαλαωρίτη, με τίτλο «Μια αλφάβητος κωφαλάλων». Τα 27 κολάζ πλαισίωναν την τελευταία τότε ποιητική συλλογή του με ομώνυμο τίτλο, από τις εκδόσεις Άγκυρα 2003. Κάθε εικόνα συνοδευόταν από επαναλαμβανόμενα ρολόγια κι ένα γράμμα με τα οπτικά σημεία της αλφαβήτου των κωφαλάλων.

Σε αυτήν την εκδήλωση, είχα την τιμή και τη χαρά να γνωρίσω τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη, στον οποίο με σύστησε ο ποιητής Μάκης Αποστολάτος, εκδότης του περιοδικού Ομπρέλα, με το οποίο συνεργαζόμουν. Ο ποιητής μας ξενάγησε ο ίδιος στην έκθεση και μας μίλησε με ενθουσιασμό για τα κολάζ και τους λόγους που τον οδήγησαν στην κατασκευή τους. Η ιδέα ήταν να φτιαχτεί ένα αλφάβητο κωφαλάλων σε συνδυασμό με ορισμένες εικόνες, έτσι ώστε να μιλάνε με την άηχη εικαστική γλώσσα που να υποβάλλει προοπτικές. Αργότερα ήρθαν να προστεθούν και τα ποιήματα, που δεν αντιστοιχούσαν μεν θεματικά αλλά που απηχούσαν λεπτομέρειες στις εικόνες έτσι ώστε ο αναγνώστης να τις συλλαμβάνει μόνος του. Η ονειρική ατμόσφαιρά τους γινόταν έτσι εικονολεκτική. Μετά τη συνάντηση, ο Μάκης Αποστολάτος μου ζήτησε να γράψω ένα κείμενο για την ποιητική συλλογή, το οποίο συμπεριελήφθηκε στο περιοδικό Ομπρέλα Μάρτιος-Μάιος 2004, στο αφιέρωμα για τον σουρεαλισμό. Το μοιραζόμαστε σήμερα εδώ μαζί σας.

ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Μια αλφάβητος Κωφαλάλων
(Άγκυρα 2003)

«Για ποιον τρέχουν τα σύννεφα
για ποιον πετάνε τα πουλιά
για ποιον φρενάρουν τ’ αυτοκίνητα
για ποιον πλαταγίζουν τα πανιά
για ποιον φυτρώνουν τα παιδιά
για ποιον συναντιούνται τα αντίθετα…»

(Απόσπασμα από το ποίημα «Για ποιον»).

Εν αρχή είναι η εικόνα, η οπτική ποίηση, το ντεκόρ σαν σκηνή θεάτρου, εικοσιεπτά κολάζ του ποιητή, ένα για κάθε γράμμα της λατινικής νοηματικής αλφαβήτου, φτιαγμένα από τον ίδιο τον ποιητή την δεκαετία του ’70. Μετά έρχεται η παράσταση, ο λόγος, η αέρινη ποίηση, η ποίηση με τις λέξεις. Ο χρόνος επιβραδύνεται στο μεγάλο στρογγυλό ρολόι που εμφανίζεται χωρίς βαρύτητα να δεσπόζει σε κάποιο σημείο των ονειρικών κολάζ, στη βεγγέρα μιας φανταστικής σύναξης. Όλα αιωρούνται χωρίς βάρος, τα όνειρα έχουν αναδυθεί από την βουβή λίμνη της κοσμικής συνείδησης όπου ενυπάρχουν σιωπηλά για να εμφανιστούν και να μιλήσουν, για να συναντηθούν και να ερωτοτροπήσουν, στην ποιητική συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη, «Μια αλφάβητος κωφαλάλων», γνήσιο όψιμο δώρο ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες υπερρεαλιστές που φιλοξενείται σε ένα κομψό τόμο του εκδοτικού οίκου Άγκυρα.
Προσπαθώ να διακρίνω τι ώρα ήταν όταν όλα ακινητοποιήθηκαν, όταν πάγωσαν οι ετερόκλητες εικόνες, τι ώρα έδειχνε το πανταχού παρόν ρολόι. Ανάμεσα στα στοιχεία των κολάζ, ένας φάρος, ένα καράβι που πετάει, μια ταραγμένη θάλασσα, ένας άγγελος σε ένα κήπο, δυο νέοι ντυμένοι με ρούχα εποχής σε τρυφερό τετ α τετ, ένας ελέφαντας στα γόνατα, μέσα σε ένα ψηλοτάβανο δωμάτιο, μια λάμπα θυέλλης δίπλα σε μια νεαρή σελήνη, ένα άγαλμα, ένα κουβάρι, ένα κρεββάτι προσαραγμένο στην κορυφή ενός βράχου, μια ωραία κοιμωμένη, μια πηγή, ένα ρολόι ακουμπισμένο στο κεφάλι μιας γυναίκας με μακρύ φόρεμα, ένα καπηλειό της εποχής των παλιών γουέστερν, μια ιπτάμενη ατμομηχανή. Και μέσα από την κλίση των σωμάτων, τις καμπυλότητες των αντικειμένων, ξεπροβάλλει ο φθόγγος που σχηματίζεται άηχα από ένα χέρι, το γράμμα που κυριαρχεί σε κάθε εικόνα, για να της δώσει ζωή, για να την προφέρει. Το Άλφα, το Βήτα, το Ζήτα, το Ύψιλον, οι φθόγγοι με τη σειρά δίνουν το «παρών», σαν στρατιώτες στην υπηρεσία της γλώσσας, θυμίζοντας τους στρατιώτες – τραπουλόχαρτα, που συνάντησε η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων και μέσα από τους φθόγγους ξεπροβάλλουν τα ποιήματα. Ποιος άνοιξε τον ασκό των ονείρων, ποιος είναι υπεύθυνος για την μυστική σύναξή τους, ποιος μάγος μας τα φανέρωσε; Ο ποιητής, ο ποιητής είναι ο μάγος!

Τα ποιήματα, αέρας επάνω στις εικόνες, ανάσα που μουρμουρίζει για να χαθεί πάλι, ταξιδεύουν, ίπτανται, αφηγήσεις παραμυθιού, δοσμένες με γλώσσα απλή, με επιτηδευμένα απλοϊκή ρίμα, διηγούνται την ιστορία του αέρα που ταξιδεύει, Αέρας. Φιλοξενούν ήρωες παραμυθιών, η κοκκινοσκουφίτσα ταξιδεύει στο τρένο με τις φράουλες, το αχυρένιο σκιάχτρο χτυπάει μια άγνωστη πόρτα άγρια μεσάνυχτα για να ζητήσει ένα αχυρένιο στρώμα σαν το σώμα του για να κοιμηθεί … Μιλούν με τη φωνή ενός Ανώνυμου Σαμουράι του 14ου αιώνα για να θυμίσουν παλιούς κώδικες τιμής. Τραγουδούν την ερωτική επιθυμία όταν η όμορφη κόρη, η κομψή βασίλισσα – ντάμα ανοίγει το μαγικό των επιθυμιών κουτί και τρέχει να φιλήσει το νεκρό θεό του δάσους για να τον ξυπνήσει, Η μέση δαχτυλίδι. Μιλούν κορακίστικα πάνω από το πεδίο των μαχών στο μακρινό Αφγανιστάν, μια αλληγορία για τα δεινά της πραγματικότητας και όσους ευθύνονται για τη διαχρονικότητα του πολέμου, Κορακίστικα. Μετατρέπουν τον σύγχρονο τρόπο ζωής σε Αδέξιες ρίμες για ένα καλοκαίρι. Τα ποιήματα δίνουν νόημα στις εικόνες, φανερώνουν την αθέατη πλευρά της πραγματικότητας, ανασύρουν από την λήθη κόσμους και ιδανικά που χάθηκαν, μόνο και μόνο για να θυμίσουν και να αφυπνίσουν με τον όμορφο τρόπο της αυθεντικής ποίησης. Μια ποίηση παιγνιώδης, σατυρική, νοσταλγική, που χωρίς να ξεχνάει την παράδοση έχει πάντα επίμονα στραμμένα τα μάτια της προς το μέλλον.

Κατερίνα Τσιτσεκλή

ΚΟΡΑΚΙΣΤΙΚΑ

Στο μακρινό Αφγανιστάν
Άφησα τα κόκαλά μου αμάν αμάν
Ν΄ασπρίζουν στην πεδιάδα του Χεράτ
Κι απάνου κάθονται τρία Κοράκια
Και λένε ανάμεσά τους «Ποιανού να’ τανε
Κρα Κρα άραγες αυτά – τα τόσο καλο-
Ασπρισμένα οστά ενός άγνωστου
Μαχητή ή τυχαίου επισκέπτη που βρήκε
Άδικο θάνατο στις μάχες εκεί, ανάμεσα
Στους Ταλιμπάν και τους Τατζίκους,
Τον χτύπησε λένε μια αδέσποτη…
Κι όπως ξέρεις οι αδέσποτες είναι σαν
Άστατες σκέψεις που πετάνε
Δεξιά κι αριστερά όπως εμείς όταν
Γυρεύουμε πρόσφατους νεκρούς να φάμε
Λίγο φρέσκο κρέας να τσιμπήσουμε
Αχ βρε, αχ βρε, Κρα Κρα, φίλε μου αδελφέ
Πώς έχει καταντήσει η ζωή μας βαρετή
Με την ειρήνη που απειλεί
Να μας κόψει το φαΐ –
Και πού θα βρούμε τώρα λεία σκοτωμένων;…»
«Δίκιο έχεις, Κρα Κρα Κράκοβιτς, πόσο άδικο
Αυτό που γίνεται στον κόσμο σήμερα
Και μας στερεί, βρε Κρακοβίτση, την πηγή
Τροφοδοσίας στα πεδία των μαχών…

Πες μας εσύ, βρε Κράκοβιτς, που διέσχισες
Απέραντες πεδιάδες απ’ τον Κράκοβο έως
Το Βελουχιστάν, για να βρεις εδώ
Καινούριες μάχες στο Αφγανιστάν
Όπως εκείνες στον Παγκόσμιο πόλεμο
Στις μπαρουτοκαπνισμένες
Στέπες της Ρωσίας και της Ουκρανίας
Θυμάσαι τι φοβερά τσιμπούσια κάναμε
Με Γερμανούς, με Ρώσους, με Ρουμάνους
Με Ιταλούς, με Γεωργιανούς, με Ισπανούς,
Που άφησαν το πετσί τους στις απέραντες
Εκτάσεις, τώρα γέρο μου συρρικνωθήκαμε
Εδώ στις μικρογειτονιές της Κεντρικής Ασίας.
Έχε γεια, Γέρο, που έζησες με σοφία και σωφροσύνη
Πάνω από χρόνια εκατό… Ευχόμαστε να τα χιλιάσεις».

Αθήνα 21 Δεκεμβρίου 2001

ΚΑΣΣΙΟΠΕΙΑ

Μιας ασύμμετρης
προοπτικής α-γωνίας
μικρό απόσπασμα
αποσταγμένης αφήγησης
μες στις αναδιπλώσεις
αφομοιωμένης σαρκός
και σαρκασμού
η ερεβώδης
ομιλία

Στο κράσπεδο του κενού
που άφησε το αφήγημα
μια διάρρηξη φλέβας
καθηλωμένη αμετακίνητη
με μαύρα γυαλιά του «ήλιου»
με κόκκινα μαλλιά «βαμμένα»
μπαινοβγαίνεις από
τις λέξεις άνετα
τις ξεκοκαλίζεις
μια μια
και

Τις τρως
όπως οι Τρώες κάποτε
κατάπιαν τα λόγια τους
στην πεδιάδα του
Σκάμανδρου

Φεβρουάριος 2003

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/09/blog-post_24.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85%29