Δημήτρης Βούλγαρης, Δύο ποιήματα

3.

Κάποτε
η θλίψη είχε έναν ρομαντισμό.
Ένα ακίνδυνο κρυμμένο παράπονο.

Μια λυπημένη γοητεία
που δεν άφηνε κατάλοιπα,
παρά μόνο γεννούσε το αύριο
εκ νέου.
Με θράσος και χαμόγελα
πνιγμένα σε δάκρυα μιας βιαστικής παιδικότητας.

Πλέον
είναι μονάχα ένας άδειος μονόδρομος.

Στο στόμα μου
φιλοξενώ
χιλιάδες μεταλλικά στρατιωτάκια
που μάχονται
ενάντια στη φωνή μου
και λεηλατούν
τα αποθέματα της σκέψης.

Αρπάζοντας ήχους και μνήμες.
Βιάζοντας τις αισθήσεις.

Καίνε το σούρουπο.
Στιγματίζουν το σώμα.
Ένα άδειο δωμάτιο
που από λάθος κατοικώ.

Μόνος.

Μια ξεχασμένη συνήθεια
που αντέχει
κόντρα στις αλλαγές των εποχών
κι επιμένει ανεξάντλητα
να καταπίνει τον χρόνο.

*Από τη συλλογή “Ερασιτέχνες εμπρηστές”, Εκδόσεις Απόπειρα, 2017.

Αντώνης Μπουντούρης, Απύρετοι πολιορκημένοι

Πράγματι
το πένθος αν τραβήξει ως το τέλος
υπάρχει ελπίδα να μας εξαγνίσει.

Για να φανεί στο βάθος η πολιορκία.

Του παράφορου κύματος η σπρωξιά
που τσάκισε ανέμελους γλάρους 
και βεβαιότητες.

Η θερμοκρασία των πολλών παραμένει σταθερή.
Η ανταλλαγή σιωπής το νέο νόμισμα.
Η βασιλεία του Ιδιωτικού το πολίτευμά μας.

Το Τέρας της Αδηφαγίας λένε πως θα μείνει
Απύρετο ακόμη για καιρό.
Ο εφιάλτης της Ανάπτυξης διασωληνωμένος.
Ο ασεβής Ερυσίχθονας αποκρουστικός
θα τρώει τις σάρκες του.

Οσο πλαταίνει η εξορία μέσα μας
η Φύση βρυχάται.

Το αλώνι στενεύει.

Ο χορός αργεί.
Μα θάρθει.

Κι οταν έρθει
γοργά θ΄αγκαλιαστούμε και θα
σμίξουμε στον κύκλο.
Ασφαλείς.

Antler, Χιονίζοντας μέσα μου

Βαδίζοντας στη χιονοθύελλα, χιόνι
στο καπέλο, στους ώμους, τα γένια μου,
συνειδητοποιώ πως δεν χιονίζει
μέσα μου.
Το σώμα μου εμποδίζει το χιόνι να πέσει μέσα.

Χιονίζει ολόγυρα, όχι όμως μέσα
στο στήθος μου, όχι μέσα
στην καρδιά μου, όχι μες
τα χέρια ή τα πόδια μου.
Τα μάτια μου βλέπουν κάθε νιφάδα
και το μυαλό μου τις καταγράφει,
μα το χιόνι δεν βρίσκεται μέσα στα μ
άτια μου, μέσα στο μυαλό μου,
ή βρίσκεται;

Μετά το θάνατο, αν πεθάνω στα δάση
και το σώμα μου σαπίζει εκεί που πέσει,
θα χιονίζει στο μέρος
που ήταν τα πνευμόνια μου,
θα χιονίζει στις τρύπες όπου
βρίσκονταν τα μάτια μου,
θα χιονίζει μέσα στο κρανίο μου
όταν αυτό καταρρεύσει,
θα χιονίζει όπου υπήρχε το στομάχι
και τα έντερά μου,
στ’ αρχίδια μου, εκεί που
ήτανοπούτσος μου,
θα χιονίζει, θα σκορπίζεται,
λευκά, βαθιά, θα καλύπτει το σκελετό μου
χιονίζοντας μέσα εκεί που το σώμα μου υπήρχε
για τόσο πολλά χρόνια.

*Από το βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή, Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα 2013.

Ειρηναίος Μαράκης, Σ’ αυτή την εποχή

Σ’ αυτή την εποχή
που οι μετοχές ανεβαίνουν
κι οι προλετάριοι πέφτουν
όπως θα έλεγε κι η Ρόζα
μέσα στο σπίτι μένοντας
άλλο δεν έχουμε, αδερφέ μου
από, μάντεψε, την εξέγερση
ενάντια στη σιωπή
στην απόγνωση
στο θάνατο
και την καταστροφή
που φέρνει ένα σύστημα
από χρόνια σάπιο.

Κι αν κλαις από φόβο
δεν πειράζει
έχουν και τα δάκρυα
την αξία τους

κι αν κλαις από οργή
μην ανησυχείς
ξέρουμε πως να κάνουμε
αυτά τα δάκρυα, δύναμη.

Με μάσκες, λοιπόν
αλλά όχι φιμωμένοι
κραυγή θα υψώσουμε
σάλπισμα αγώνα
για μια κοινωνία να παλέψουμε
των αναγκών μας,
στων νοσοκομείων
τα σύγχρονα οδοφράγματα
γνωρίζοντας καλά
ότι σ’ αυτή την εποχή
όπως και άλλοτε
η Επανάσταση
δική μας είναι υπόθεση.

28.3.2020

*Η φωτογραφία της ανάρτησης απεικονίζει Γαλλίδα γιατρό με μήνυμα που γράφει “Με μάσκες, αλλά όχι φιμωμένοι”.

Ειρήνη Παραδεισανού, Γενναίοι θ΄αφεθούμε

Κι ο θάνατος δε θα’ χει εξουσία
Ντύλαν Τόμας

Κάποτε θα’ ρθουν της ψυχής οι φύλακες
θ’ ακουμπήσουν τα κλειδιά τους στα χέρια μας
και θα’ ναι η ομορφιά
μια άσπρη αχτίδα
με το φως ψιχάλες να αιωρείται
και τα μάτια μας να πονάνε απ’ τη λάμψη.

Θα’ μαστε παιδιά ορφανεμένα από μήτρα
με το νερό γαλήνια ν’ αναδεύεται μέσα μας
να μας τραγουδά μαυλιστικά
τον υπόγειο σκοπό που ναρκώνει τα μέλη.

Κι εμείς γενναίοι θ’ αφεθούμε
στο τρομώδες υγρό που ταράσσει τα σπλάχνα μας.

* Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: http://wwwpareisakth.blogspot.com/2020/03/blog-post_25.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FStyHR+%28παρείσακτη%29

Κατερίνα Λιάτζουρα, Απειλή



Κάποτε* ένας ουρανός πίσω από κάγκελα

μυαλού απειλητικής σκιάς σε σκέψεις

καθρεφτισμένων εαυτών

σε γλιστερές επιφάνειες λαμπερών κεκτημένων

αντανακλάσεις ενός επέκεινα σε παρελθοντικό χρόνο

θυμάται μια φαντασίωση έξω

από το περίκλειστο εγώ

σε άγνωστη γλώσσα να προφέρει

το χρώμα μιας εκδιδόμενης

ονόματι Ελπίδα.

*κάποτε= Μάρτιος 2020 μ.Χ.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://strophess.blogspot.com/2020/03/blog-post_27.html?fbclid=IwAR0u-iSGhyKGP7OvWv2DbTInLnrOfqbLvpNFtNI9qWJflrci4i8OYeid66k

Θεόδωρος Ντόρρος, Ψαλίδι και ρολόι

Αυτός είναι ο Θεόδωρος Τραμπαδώρος, δηλαδή ο σπουδαίος ποιητής Θόδωρος Ντόρρος, που, με την έκδοση της ποιητικής του συλλογής “Στου γλυτωμού το χάζι”, στο Παρίσι το 1930, σηματοδοτεί την είσοδο του μοντερνισμού στην Ελλάδα…

Το αφησμένο πέσιμο του ψαλιδιού
απάνω στο τραπέζι
που ’ν’ η γιαλάδα του σαν όψη φωτισμένη από θυσίες,
κει μέσα κρατημένες,
μακριά από το ξέσκασμα των αλλονώνε
που ’ναι πιο τυχεροί πλασμένοι.

Ο κρότος του μιλάει τη δουλειά τη βραδινή,
στο κλείσιμο μέσα από τζάμια χειμωνιάτικα,
στο νεκροζώντανο το χώσιμο
σε τρύπες ολάνοιχτες καλοκαιριού,
κι ανοίγει πλημμυρίσματα,
σε καταδίκες που θα κρατήσουνε καιρό.
Τις συντροφεύει.

Και δίνει στις ελπίδες,
—κουρασμένες—
πιο πολλή ζωή απ’ το ρολόι που,
-λες ποτέ δεν κάνει τίποτ’ άλλο-
μετράει τη δουλειά του ψαλιδιού.

*Από τη συλλογή “Στου γλυτωμού το χάζι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005. Πρώτη έκδοση Παρίσι 1930, μετά 1931 και έπειτα Αθήνα 1981.

Δημήτρης Φιλελές, Ένοχοι

Γεννηθήκαμε ένοχοι
φορτωμένοι υπερκόσμιες αμαρτίες
χωρίς δικαίωμα απολογίας

είμαστε ένοχοι επειδή υπάρχουμε
επειδή έχουμε άποψη
επειδή ζητάμε δικαιοσύνη
είμαστε ένοχοι επειδή αρνούμαστε την ενοχή
χωρίς συνήγορο υπεράσπισης
χωρίς δικαίωμα έφεσης της απόφασης

μα φαίνεται να είναι για όλους βολικό
να εκτίουμε ποινή για αδικήματα
που ουδέποτε διαπράξαμε
με την ελπίδα της απονομής χάριτος
παρά να τιμωρηθούμε παραδειγματικά
για αδικήματα
που κατά συρροή υποπίπτουμε

είμαστε ένοχοι
για όσες φορές δεν πολεμήσαμε για το δίκιο μας
για όσες φορές δεν υπερασπιστήκαμε το δίκιο των άλλων
για όσες φορές συμβιβαστήκαμε
με την μέση οδό του νόμου
για όσες φορές συναινέσαμε στην καταφυγή του εφικτού
για όσες φορές αρκεστήκαμε στο λίγο
για όσες φορές προσευχηθήκαμε για το μη χειρότερο
για όσες φορές δεν πιστέψαμε στη δύναμή μας
για όσες φορές συμμετείχαμε στο άβουλο πλήθος
και είναι τόσες πολλές αυτές οι φορές
τόσες πολλές αυτές οι φορές…

και ποιος να μας δικάσει δικαστής
αφού δικαιοσύνη δεν υπάρχει

κι έτσι μόνοι μας καταδικάσαμε
τη ζωή μας στο σκοτάδι.

* Από τη συλλογή “Αντι…σώματα”, Εκδόσεις “Απόπειρα”, 2020.

Alejandra Pizarnik, Δύο ποιήματα

ΑΟΡΑΤΕΣ ΤΕΧΝΕΣ

Εσύ που τραγουδάς όλους μου τους θανάτους.
Εσύ που τραγουδάς αυτό που δεν εμπιστεύεσαι
στο όνειρο του χρόνου,
περιέγραψέ μου την πηγή της αδειοσύνης,
μίλα μου λέξεις ντυμένες φέρετρα
που κατοικούν στην αθωότητά μου.

Μ’ όλους μου τους θανάτους
δίνομαι στο θάνατό μου,
με παιδικές χουφτίτσες,
με μέθυσους πόθους
που δεν περπάτησαν κάτω από τον ήλιο,
και δεν υπάρχει μια πρωινή λέξη
που να δίνει δίκιο στο θάνατο
και δεν υπάρχει ένας θεός, ανέκφραστος να πεθάνεις.

***

Η ΝΥΧΤΑ
(απόσπασμα)

Ίσως η νύχτα να ‘ναι ζωή και θάνατος ο ήλιος.
Ίσως η νύχτα τίποτα να μην είναι
και οι εικασίες για εκείνη να μην είναι τίποτα
και τα όντα που την ζούνε τίποτα.
Ίσως οι λέξεις να είναι το μόνο που υπάρχει
στο γιγαντώδες των αιώνων χάσμα
που μας σέρνει η αυγή με τις αναμνήσεις της.

*Από το βιβλίο “Αλεσάνδρα Πισάρνικ Ποιήματα”, εκδόσεις Θράκα, Φεβρουάριος 2014. Μετάφραση: Στάθης Ιντζές.