Θα τρως καρπούζι
Ή θα πίνεις λεμονάδα
Δίπλα στο San Miniato
Αυτό το ζεστό λυκόφως
Θαμπίζοντας ο Άρνος με τη λευκή ξερή βοτσαλωτή του κοίτη
Κρασί μέλι λάδι
Γεμίζουν τον αέρα με τις μυστικές τους πάχνες
Και μια μαύρη αγγειοπλάστης
Γυρίζει γυρίζει γυρίζει
Τον τροχό της πλάθοντας ένα αγγείο
Με σχέδιο παρμένο απ’ τη δική σου σάρκα
Εραστές σιγοκλαίνε το σούρουπο
Χαθήκαμε με ακούς
Χαθήκαμε
Καθώς χτυπούν εκατό καμπάνες
Και μιλούν τα αστέρια.
*Από το βιβλίο “Κέννεθ Ρέξροθ – ποιήματα”, Εκδόσεις Ηριδανός, μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς.
Οι μηχανές με περίμεναν.
Με περίμεναν να γεννηθώ και να μεγαλώσω,
μέχρι τα τοτέμ του χαρακτήρα μου να λαξευτούν
και η βραδεία πυραμίδα των ημερών να
υψωθεί γύρω μου, να απογυμνωθώ και να ξεχαστώ-
με περίμεναν εκεί όπου θα ερχόμουν να ζήσω, ένα σημείο στη γη,
οι ολοκαίνουργιες μηχανές του εργοστασίου,
ο θόρυβος των θαυμαστών μηχανών του εργοστασίου με
περίμενε να γελάσω τόσες πολλές φορές,
να πέσω για ύπνο και να ξυπνήσω τόσες πολλές φορές,
να δω σαν παιδί όλους αυτούς που δεν ήθελα να μοιάσω,
και μέχρι η αυτοκτονία να με ποθήσει, καθώς τα χρόνια
κυλούσαν μέσα στον καθρέφτη μασκαρεύοντάς τον,
καθώς εγώ γερνούσα μέσα σε
μάτια που κι αυτά γερνούσαν,
καθώς πλήθη δούλευαν στις μηχανές που θα δούλευα εγώ,
δούλευαν, έπαυαν να ζουν και πέθαιναν-
εμένα περίμεναν υπομονετικά οι μηχανές όλον το
χρόνο του κόσμου σαν
ρέκβιεμ που περίμεναν τ’ αυτιά μου,
με περίμεναν
σα γυμνά περιοδικά που περίμεναν τα μάτια μου,
με περίμεναν
καθώς εγώ περίμενα για μηχανές ευαίσθητες σαν εμένα
πολλές ζώνες ώρας μακριά μου, άγνωστες σε μένα,
πρόσωπο, σάρκα, όλους τους τρόπους να πεις αντίο,
καθώς όλες μου οι δυνατότητες καταλήγουν να ασφυκτιούν, όπως
το ένα χέρι μπαίνει στο παιχνίδι πάνω στ’ άλλο μέχρι που
κάποιος να κερδίσει,
καθώς όλες μου οι ζωές πηδούν σε σωσίβιες λέμβους
ουρλιάζοντας «δεν έχεις το περιθώριο να σκοτώνεις το χρόνο
όσο ο χρόνος σε σκοτώνει!»
Προτού πω ότι μόνο τη θρησκεία που έχει πρώτη εντολή το
«ου δουλέψεις» θα μπορούσα να υμνήσω,
προτού πω ότι τα μυαλά των ανθρώπων δεν είναι μόνο κάτω από
τη γη φαγωμένα απ’ τα σκουλήκια,
προτού πω ότι θα προτιμούσα να πέθαινα παρά
να ιδρωκοπώ στη δουλειά των ζόμπι,
οι μηχανές περίμεναν.
Τώρα το εργοστάσιο φαντάζεται ότι είμαι εκεί,
το ρολόι συνεχίζει να με παρακολουθεί καθώς δουλεύει
για να δει πόσος χρόνος έχει απομείνει.
Πόσο άραγε πληρώνεται γι’ αυτό; Είναι τα φέρετρα τα
χρηματοκιβώτια, όπου κρατά τα μετρητά του;
Βλέπω τη σκιά μου να δουλεύει πάνω στη σκιά μιας μηχανής.
Όπου κοιτάζω, είμαι περικυκλωμένος από γιγάντιες μηχανές,
μηχανές που ανέπνεαν την ανάσα μου μέχρι να ξεθυμάνω
και ζητούσαν νέα παράθυρα από κρέας ν’ ανοιχτούν.
Κάθε χρόνο της ύπαρξής μου εκείνες δούλευαν, μέρα νύχτα,
κάθε φορά που έδινα ένα φιλί, κάθε φορά που μάθαινα μια
καινούργια λέξη ή τ’ όνομα ενός χρώματος ή πώς να συλλαβίζω,
νύχτα μέρα, χωρίς σταματημό, στο ίδιο πάντα μέρος δούλευαν,
δούλευαν, καθώς εγώ μάθαινα πώς να περπατώ, να μιλάω,
να διαβάζω, να μετρώ, να λέω την ώρα,
και κάθε φορά που εγώ έτρεχα μόνος μου
προσποιούμενος πως ήμουν ένας άγριος μαύρος επιβήτορας
αυτές δούλευαν, όσο εγώ δεν πίστευα ποτέ (το βλέμμα μου στα
σύννεφα) ότι το πτώμα μου θα χρειαζόταν να
θαφτεί πρόωρα στη σκλαβιά της συναλλαγής
για να μπορώ έτσι να συλλογιέμαι τις
τεμπέλικες διακοπές της φωτοσύνθεσης και της λιμνολογίας
και την απόσυρση σε μιας ταφόπλακας τις επιγραφές
μέσα σε πέπλα που καλύπτουν τη γη.
Δούλευαν, και ποτέ μου δεν τις άκουσα,
ποτέ δεν έκατσα να τις ακούσω να έρχονται ■
όλες τις στιγμές που πήγαινα στο σχολείο και πάλι πίσω,
όλες τις στιγμές που το έπαιζα άρρωστος για να μείνω σπίτι και
να περάσω καλά,
όλα τα καλοκαίρια των καλοκαιρινών μου διακοπών
ούτε μια φορά δεν σκέφτηκα ότι θα ζούσα για να θυσιάσω τη
φθίνουσα άνθιση της σάρκας μου
βάζοντας τις τελευταίες πινελιές πάνω στη σήψη της Αμερικής
για χρήματα που με κέρδισαν, ώστε να μπορώ στο μέλλον να
γράψω
γι’ αυτό που είμαι τώρα, γι’ αυτό που δεν είμαι πια,
μικραίνοντας τη ζωή του πλανήτη για κάποια σεντς το λεπτό,
ώστε να μπορώ να συνθέσω μια ζωή από ομορφιά και τη ζωή μου,
ώστε να μπορώ να πω ότι ακόμα πριν οι γονείς μου γνωριστούν
οι μηχανές έσκουζαν με τον ίδιο υστερικό θόρυβο,
για να μπορώ να πω ότι πάντα με περίμεναν
σε κάθε μπουκιά φαγητού που κατάπινα,
για να μπορώ να πω ότι πάντα με περίμεναν
κάθε φορά που χάρτινα μάτια από χάρτινη γύμνια
παρακολουθούσαν τα χέρια μου να
υποδύονται τελετουργικά τα όνειρά μου,
για να μπορώ να πω ότι κάθε δευτερόλεπτο τόσοι πολλοί
πεθαίνουν, τόσοι πολλοί γεννιούνται σαν απότομα χτυπήματα
των δαχτύλων, κρακ κρακ, κρακ και ζεις, κρακ και πεθαίνεις,
κρακ και ζεις και πεθαίνεις ξανά!
Κάθε μέρα της ζωής μου είναι η ζωή μου!
Έτσι, κουρδίζοντας το ρολόι μου πριν τη δουλειά με τους
γαλαξίες από τα δακτυλικά μου αποτυπώματα,
κάθε χτύπος της φλέβας μου ένα μπουντρούμι από στιγμές,
αναρωτιέμαι αν γι’ αυτό ήταν
το κρυφτούλι όλο τον καιρό που μικρός αλήτευα
και σκέφτομαι πώς κάθε μέρα βαδίζει γραμμή προς τον τάφο της
χωρίς το πτώμα αυτού που θα μπορούσα να έχω γίνει.
Κι όμως, ο δείκτης του ρολογιού κινείται τόσο αργά
που κανείς ποτέ δεν θα τον δει να κινείται.
Κάθε ένα από τα σπουδαία φγα που ποτέ δεν γράφτηκαν
-από κείνους που δουλεύουν στα εργοστάσια και δεν
μπορούν να γράφουν λέξεις-
δεν νοιάζονται και δεν περιμένουν να γραφούν,
όσα εκείνοι πούνε θα γίνουν όμορφες λέξεις.
Στο τέλος μια μέρας δουλειάς αυτός που
άφησε οκτώ ώρες το μυαλό του στο γραφείο του
από την αποστροφή του μετάλλου στο μέταλλο,
του θορύβου πάνω στο θόρυβο,
κάθεται κρατώντας το μολύβι του, σαν να έχει ήδη γράψει
τις σπουδαίες λέξεις των ονείρων του.
Τα πόδια του νιώθουν σαν γηροκομεία με ανάπηρους,
τ’ αυτιά του ένα κολαστήριο από γρύλους,
και λέει «νιώθω σαν τον τάφο κάποιου που αγάπησα».
*0 Antler (πραγματικό όνομα Brad Burdick) γεννήθηκε 1946 στην επαρχία του Γουισκόνσιν. Έχοντας κάνει ανώτερες σπουδές στην ανθρωπολογία και τη γλώσσα, έκανε διάφορες δουλειές προκειμένου να στηρίξει τον έρωτά του για την ποίηση και τη ζωή στην αμερικανική άγρια φύση. Έχει εκδώσει σημαντικό αριθμό βιβλίων, δημοσίευσε σε πολλά περιοδικά, και ποίησή του συμπεριλήφθηκε σε αρκετές ανθολογίες. Το βραβευμένο πια έργο του αντανακλά την επίδραση των Ουίτμαν και Γκίνσμπεργκ, καθώς και της αμερικανικής παράδοσης της οικολογίας, και η ποίησή του επιδεικνύει σεξουαλική και πνευματική δύναμη ενδεδυμένη με το θαύμα του φυσικού κόσμου.
**Από το βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή, Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα 2013.
Όταν μας συνάντησε στην πλατεία
καπνός ανέβηκε απ’ τα παπούτσια του αιωρήθηκε
στον αέρα σαν τραγούδι κρεμασμένο
βάδισε στο κεντημένο με χάντρες
έδαφος. Είπε ότι έφτασε μόνος
αν και ήξερε ότι περπάτησε δίπλα
στη νοσοκόμα απ’ το απώτερο διάστημα που έγινε ορατή μόνο
όταν άνοιξε το αχανή του σεντούκι τού
θησαυρού. Κουβαλούσε φωτιά μέσα του που έκαιγε
βαθιά και περιελισσόταν σφιχτά σαν γροθιά που χτυπά
την αυξανόμενη σιωπή αυτών των καιρών.
Τράβηξε τη γλώσσα του προς τα μέσα τεντώνοντας
τα όρια της αντοχής υπομένοντας το τραγούδι
καθώς ενδορρηγνυόταν με την καρδιά του.
Εδώ υπήρχε ένα
λιοντάρι που το τομάρι του ήταν φοδραρισμένο με φτερά
απ’ το πουλί του ήλιου μεγάλη γάτα συνηθισμένη να κρέμεται
από λάμπες στο πρώτο σπίτι όπου
ζούσε με την αδελφή του ιέρεια του χορού
και των μαγικών ζώων που λάμπουν μες στη νύχτα. *
*Η αδελφή του Λόρενς Βάισμπεργκ, ο οποίος στάθηκε σημείο έμπνευσης για το ποίημα λεγόταν Άλις Φάρλεϊ (Alice Farley) και ήταν εξαιρετική χορογράφος και χορεύτρια. Οι χοροί της συχνά περιλάμβαναν αναπαραστάσεις ζωόμορφων όντων, βλ. π.χ. Τον χορό της “If there were a moon” στο Youtube.
**Από το βιβλίο “Η ράφτρα και η ζωντανή κούκλα”, σε μετάφραση Χριστόνας Λιναρδάκη, Εκδόσεις Βακχικόν, Μάρτιος 2019.
China Boy. Lazy Daddy. Cryin’ All Day.
Ονειρεύτηκε πωε έπαιζε τις νότες τόσο αργά που
αιωρούνταν πάνω από το πλήθος
και τρεμόφεγγαν σαν επιγραφή από νέον. Αλλά όχι,
το κλαμπ παρέμενε σκοτεινό, δίσκοι κροτάλιζαν στην κουζίνα,
οι θαμώνες έπιναν και συνέχιζαν να μιλάνε. Παρακολουθούσε
τον καπνό να ανέρχεται από μιας γυναίκας το τσιγάρο
και αργά να διαγράφει κύκλους ψηλά στο δωμάτιο
μέχρι που οι ανεμιστήρες στο ταβάνι τον σκόρπιζαν.
Ένα πρόσωπο, ενός νεαρού κοριτσιού το πρόσωπο, σήκωσε το βλέμμα προςαυτόν, το βλακώδες πρόσωπο της επαρχιακήες αθωότητας.
Της χαμογέλασε και αναρωτήθηκε ποια να ‘ταν.
Ξανακοίταξε κι αντίκρισε το πρόσωπό του.
Ξύπνησε τότε. Το κεφάλι του πονούσε απ’ το ποτό,
ο Τζίμμυ οδηγούσε. Ο Τραμ ακόμα κοιμόταν.
Πού βρίσκονταν τέλος πάντων; Κοντά στο Ντάβενπορτ;
Δεν υπήρχε απόσταση σ’ ετούτα τα αναπεπταμένα πεδία—
μόνο χρόνος, χρόνος οριοθετημένοε από μία αγροικία
ή έναν αχυρώνα, ένα σιλό με κορυφή από κασσίτερο ή ένα δέντρο,
κάποια φευγαλέα μορφή απέναντι
στις απέραντες, άδειες εκτάσεις που κάλυπτε το χιόνι.
Άναψε τσιγάρο και έκλεισε τα μάτια.
Τα καλύτερα χρόνια της ζωής του! Η Βαρετή Δεκαετία του Είκοσι.
Παρακολουθούσε το πρωινό να χαράζει πάνω από το χιόνι,
θα ήταν ο παράδεισος τόσο λευκός όπως η Αϊόβα;
*Από το βιβλίο “Ποιήματα για την τζαζ / Jazz Poems” (δίγλωσση έκδοση), Εκδόσεις Bibliotheque, 2018. Επιλογή-μετάφραση Χρήστος Αγγελακόπουλος.
Να με καλέσεις
Όταν το φεγγάρι θρηνεί
Να μπορέσω να κοιμηθώ στη σκιά του
και να ονειρευτώ εκείνα πού ποτέ δεν ονειρεύτηκα:
σκηνές του χθες
να ξεπροβάλλουν σαν μανιτάρια
αυθαίρετα κι αυτοφυή,
αψηφώντας τον χρόνο.
***
Διάδρομος
Κατά μήκος τού διαδρόμου του σουπερ-μάρκετ
τακτοποιεί στα ράφια τις κονσέρβες
με στυλ.
Με τό πάθος εραστή,
διατάσσει
και άναδιατάσσει
κάθε σειρά.
Μέχρι την επόμενη μέρα,
Με τις ίδιες τις κονσέρβες
και τα πάθη της.
Αντιποιητική εποχή
στην οθόνη της τηλεόρασης λαϊκοί προφήτες
περιφέρουν την άγνοια τους
στις αγορές ξεπεσμένοι άγγελοι ρητορεύουν
μεγιστάνες της αφροσύνης γέμισαν τα αστικά σαλόνια.
Πεζή εποχή
άρρωστα παιδιά χαράζουν τα όνειρά τους
πάνω στη ματαίωση της αυγής
προσποιητά χαμόγελα, ατελέσφοροι έρωτες
οικόπεδα στην άκρη του γκρεμού.
Παράξενες εποχές
οι μέρες ακροβατούν πάνω στην επανάληψη
οι νύχτες μια γραμμή ισοπεδωμένων ψυχών.
Κι εμείς, μ’ ένα δισάκι φθαρμένο
κοιτάμε τη ζωή να χάνεται μες στη βροχή.
***
ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ
Φεύγουμε πια απ’ το προσκήνιο
έντρομοι μη μας αναγνωρίσει κανείς
αρκούμαστε σε δεύτερους ρόλους
σ’ ένα άδειο θέατρο
προβολείς μαστιγώνουν τα σύννεφα
και μετά η βροχή ξεπλένει τύψεις.
Η ελευθερία αποδήμησε πια
τώρα στυγνοί γραφειοκράτες
καταδυναστεύουν τις ζωές μας
καθώς πρέπει υπάλληλοι της εξουσίας
μας περνάνε από εξονυχιστικό έλεγχο
συμβόλαια υπογράφουμε τα μεσάνυχτα
με ρήτρα θανάτου.
Φεύγουμε πια απ’ την πατρίδα
πικραμένοι και φτωχοί
με όνειρα τρύπια
κι αλκοολικά στιχάκια για παρακαταθήκη.
*Από τη συλλογή “Χρεοκοπία Ιδεών”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2014.
Το σύμπαν διαστέλλεται με ταχύτερους ρυθμούς
απ’ ότι είχαμε αρχικώς προβλέψει
κι ό,τι υπήρξε θα υπάρχει εκεί που δεν υπήρξε
κι ό,τι δεν ^υπάρχει θα προϋπάρχει μέσα του
κι ό,τι υπάρχει έξω απ’ αυτό θα περιέχεται
και τίποτα δε θα δημιουργείται
και τίποτα δε θα καταστρέφεται
και το τίποτα που προύπήρξε θα υπάρχει εκ νέου
θα ορίζεται, θα απαντάται, θα μεταβάλλεται
θα περιέχει και θα περιέχεται στον εαυτό του
και τίποτα δε θα δημιουργείται
και τίποτα δε θα καταστρέφεται
κι εκεί όπου υπήρξαμε δε θα υπάρχουμε και θα υπάρχουμε την ίδια στιγμή
κι εκεί όπου θα υπάρξουμε υπάρχει, ορίζει και ορίζεται
διέπει και διέπεται και περιέχει τον εαυτό του
και τίποτα δε θα δημιουργείται
και τίποτα δε θα καταστρέφεται
κι ο στιγμιαίος παρατηρητής στο πέτρινο γεφύρι
που κινείται αντίρροπα προς τη φορά του ποταμιού
θα ’ναι το όριο που υπάρχει και δεν υπάρχει
που οριοθετεί και δεν οριοθετείται
που σημαίνει και δεν σημαίνει
ούτε το τέλος ούτε η αρχή
το τέλος και η αρχή
*Από τη συλλογή “Σεληνάκατος”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2013.
Αρχίζω να συνηθίζω αυτήν τη φωτογραφία που με κοιτά
Αρχίζω να συνηθίζω το μοναχό το μαύρο το πράγμα
Το νυχτωμένο που στράβωσε μέσα μου
Μια μέρα βούτηξα τον εαυτό μου μέσα στο αίμα του
Άνοιξ’ η μέρα μαύρη ομπρέλα
Κατέβαινε ως την κόλαση
Ο ανεμιστήρας έπαιζε τα μαλλιά μου
Το πικ απ το κομμένο κεφάλι μου
Έπειτα η φωνή μου ένα σκουριασμένο σύρμα
Τότε πέσανε από πάνω μου κάτι παιδικές πανάρχαιες μέρες
Ο λασπωμένος δρόμος δίχως το τέρμα
Το φάντασμα λεωφορείο
Το μουσείο ακορντεόν
Τότε είδα πως πάντοτε ήτανε νύχτα
Όπως όταν κάποτε ήτανε μέρα
Μ’ ένα κορδόνι
Κλείσαν κι οι φωτογραφίες των πάγων
Λίγο λίγο το αίμα μου μουσκεύοντας τον εγκέφαλο του τρελού
Γράφοντας τις σελίδες της στάχτης