Μαρία Πανούτσου, Δίπτυχο

Νίκος Δραγούμης, Η οροσειρά Λεζ Αλπίν στο Σεν Ρεμύ της Προβηγκίας, γκουάς σε χαρτί, ιδιωτική συλλογή

Τον καιρό του κορονοϊού, θυμάμαι εγκλεισμούς ανθρώπων.
Ο εγκλεισμός είναι ανθρώπινη ιδιότητα

Ημερολόγιο εγκλεισμού

Στον ζωγράφο Νικόλαο Δραγούμη
(1874-1933)

Aυτόν τον αδικημένο

…..Στην Προβηγκία, στην Προβηγκία.
Κάτω απ’ τον ήλιο να σου θυμίζει Ελλάδα. Φτωχέ μου ζωγράφε. Βρήκες το χρώμα και τις ξεκάθαρες γραμμές,την αθωότητα που ο θεός χαρίζει,την προδοσία που ονόμασες αγάπη. Φυλακισμένος εξ αρχής, φυλακισμένος πριν από όλα. Ξεριζωμός ψυχής.

Μικρές κουβέντες, μικρές ψυχές, δοσμένες στην χρησιμότητα σε πρόδωσαν. Και εσύ σεβαστικός, καρτερικός, μέχρι που το έρμο μυαλό σου ξεσπάθωσε επάνω σου, σαν τον σκορπιό που αυτό- δηλητηριάζεται, μάρτυρας εσύ του εγκλεισμού, εσύ ο μοναδικός.


αχ Νικόλαε,

πως η ψυχή μου σε νοιώθει

και ένα δάκρυ για σένα κυλά

το γυμνό ηλιοκαμένο

κορμί σου, σχεδόν σαν μούμια
ένα τοτέμ

κάτω απ’ το φως

μιας άλλης πατρίδας

Φόντο ο ασβεστωμένος τοίχος

της χτισμένης καλύβας,

γίνεται ένα με τα Φαγιούμ

ένα, με τις εικόνες των αγίων

ο αποτυπωμένος σε σελιλόιτ

εγκλεισμός σου

Αλήθεια, να ρωτήσω ήθελα…
ποιο ήταν το μυστικό της αντοχής σου;

και έγινε ο εγκλεισμούς το χάρισμα για σένα;

αχ Νικόλαε,

εκεί που σεργιανά η ψυχή σου

άκουσε τι σου λέω..

έζησες πιο πολλά και ωραία

απ’ ό,τι πολλοί άνθρωποι

ησύχασε την ψυχή σου τώρα …

(σου άνοιξαν πόλεμο και εσύ δεν τον αναγνωρίζεις

νόμισες πως πόλεμος σημαίνει μόνο πείνα και αίμα)

Καθώς σου γράφω,

σφηνώθηκε στο μυαλό μου, η ημερομηνία του θανάτου της Λύντιας*

-γιατί άραγε-

το 1941 που ήρθε και η ολοκλήρωση της επίγειας ζωής σου.

Επίλογος
Ίσως η παγωνιά, η παγωνιά, η παγωνιά, είναι η απάντηση στην παγωνιά.

Οι απλοί των λαών του κόσμου, αν τους αφηγηθώ την ιστορία σου, θα κλάψουν και αυτοί.

….Εσείς οι αισιόδοξοι φέρτε μου πίσω τις ψυχές που θυσιάζετε.

Εγώ πάντως χώρισα τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες. Σε εκείνους με τα στάχυα στην αγκαλιά και σε εκείνους με τα δρεπάνια στα χέρια.

*Lydia Borzek, ρωσίδα ζωγράφος, σύντροφος του Δημήτρη Δραγούμη

Αθήνα – Απρίλιος 2020

—-

Με κάθετο τον ήλιο

Σε ό,τι φαίνεται ακατόρθωτο

Σε δύσκολες εποχές μαχαίρια βγαίνουν

με κάθετο τον ήλιο,

στολές φορούν οι άνδρες

και οι γυναίκες υψώνουν τις ψωλές που δεν έχουν

ανεμίζουν τις γλώσσες τους

και μιμούνται τα αρσενικά μαμούδια.

Αλλοίμονο την πρόοδο και τις σχολές που φτιάχτηκαν

και τα νερά και τα βουνά

τα ίδια που μαράθηκαν

σαν τις μανόλιες κάποια χρόνια αναλαμπής

που βγήκαν καμαρωτές και φώναζαν

και τα παιδιά και αυτά μαυρίσανε

από τις γνώσεις τις πολλές

απ’ αγκαλιές που κρύβανε τους στίχους

Στις δύσκολες στιγμές

οι ποιητές μαχαίρια βγάζουν

με κάθετο τον ήλιο

κι’ οι κιμωλίες γράφουν την καταδίκη

σε αθώους και φονιάδες

ελάτε εσείς ουρανοί και σκοτεινιάστε

τούτο το αστέρι για μια στιγμή,

να ξαναρχίσει ο παλμός – στροβιλισμός

και ο δερβίσικος χορός.

Ένα αρνί προσμένει την σφαγή

γιορτή της άνοιξης σημάδι,

το αίμα καθαρίζει πιο πολύ

κι από το τρεχούμενο νερό

κι άσε,

την ξεβρασμένη Μήδεια και Λαίδη Μάκβεθ

να πλένεται ολημερίς και ολoβραδίς.

Σε δύσκολες εποχές

και τα πουλιά πετούν μακρυά

μπας και σωθούν

και όπως ο Τειρεσίας μονολογεί από τάφο

αρρώστησε η πόλη απ’ το δικό σου το μυαλό *

Σε ποιόν αλήθεια απευθύνεται;

Ποιόν έχει στης γλώσσας του, την άκρη;

*Τειρεσίας στην Αντιγόνη του Σοφοκλή.

Αθήνα Μάρτιος 2020

Αγγελής Μαριανός, Δύο ποιήματα

ΡΑΘΥΜΟΣ

Ήταν συντετριμμένος
μιλούσε για αυτόν χωρίς να τον αποκαλεί
με τ’ όνομά του.

Καταλάβαινα πως
η κουβέντα ήταν για το γέρικο σκυλί εκείνου,
του γέρου αφέντη.
Απέναντι μου κάθεται.
Τη δεύτερη εβδομάδα του ψύχους
βρήκε τον σκύλο του νεκρό.
Τον περιμάζεψε, τον έθαψε,
έβαλε ένα σταυρό πάνω στα σκληρά χώματα.
Κάπνισε ένα τσιγάρο
για να φύγουν τα σεκλέτια
και μου τα συζητούσε
σα να ήμασταν από χρόνια φίλοι,
με συγκίνησε
όταν με κοίταξε στα μάτια και είπε :
«Τον έβλεπα τελευταία, ήταν ράθυμος».

«Ράθυμος»,
«Τελευταία ήταν ράθυμος»
επαναλάμβανα στη διαδρομή προς το σπίτι.
Τι όμορφα που μιλούσε για το θάνατο
ο γέροντας αφέντης του σκύλου.
Εξιστορούσε το τέλος
σα να είχε τη γεύση του παρατημένου πικραμύγδαλου.
Φοβισμένος για τον θάνατο που δεν κατονόμαζε
και με μια ντροπαλή όρεξη για ζωή 
τα είπαμε και αυτή τη φορά
κι όλο κοντοστεκόταν να με αποχαιρετήσει…

***

ΤΟ ΚΑΔΡΟ

Υπέροχα στέκει η Βροχή σα μπαίνει ο ήλιος στο ίδιο κάδρο.
Το φως στολίζει τη στιγμή και στάγδην ανανεώνει τη διάθεση.
Φως απαραίτητο θερμό, δάνειας δροσιάς σταλίδα.
Βροχή στοιχείο τονικό, φίλτρο του ήλιο σ’ είδα.
Μες το νερό που κολυμπώ χοροπηδά η βροχή
και όμορφα απλώνει τα θαυμαστικά της
πάνω στη φλούδα του Αιγαίου.

*Από τη συλλογή «Πεζολίβαδα», Εκδόσεις Θράκα, Οκτώβρης 2017.

Octavio Paz, Ύμνος εν μέσω ερειπίων

όπου αφρισμένη η θάλασσα η σικελική…

Γόνγορα

Αυτοστεφανωμένη η μέρα απλώνει τα φτερά της.

Κραυγή κίτρινη μεγάλη βγαίνει,

πίδακας θερμός

στο κέντρο κάποιου

αμερόληπτου και τα μάλα ευεργετικού ουρανού!

Τα φαινόμενα είναι όλα τους ωραία σε τούτηνε

τη στιγμιαία αλήθεια.

Η θάλασσα καβαλάει την ακτή,

γαντζώνεται στα βράχια, αράχνη απαστράπτουσα:

η πελιδνή του βουνού πληγή φεγγοβολάει·

μια χούφτα γίδια είνʼ ένα κοπάδι πέτρες·

ο ήλιος κάνει το χρυσό του αβγό και χύνεται

καταπάνω στη θάλασσα.

Θεός το παν!

Άγαλμα σπασμένο,

κίονες φαγωμένοι από το φως

ερείπια ζώντα σʼ έναν κόσμο μέσα με ζωντανούς νεκρούς!
Πέφτει η νύχτα στο Τετιουακάν.

Ψηλά στην πυραμίδα φουμάρουν τα παιδιά μαριχουάνα,

κιθάρες παίζουνε βραχνές.

Ποιό χόρτο και ποιο αθάνατο νερό θα μας χαρίσει τη ζωή,

απʼ όπου θε να ξεθάψουμε τη λέξη,

την αναλογία που κυβερνάει τον ύμνο και τον λόγο,

τον χορό, στην πόλη, αλλά και στης ζυγαριάς τους δίσκους;

Ίδια βρισιά το μεξικάνικο ξεσπάει τραγούδι,

αστέρι πάγχρωμο που αχνοσβήνει,

πέτρα που μας σφαλίζει της επαφής τις θύρες.
Γνωρίζει η γη τη γη τη γηρασμένη.

Τα μάτια βλέπουνε, τα χέρια αγγίζουν.

Εδώ σου φτάνουν λίγα μόνο πράγματα – δεν θες πολλά:

φραγκοσυκιά, πλανήτης κοραλλιογενής ακάνθινος,

σύκα καλυπτοφόρα,

σταφύλια έχοντα γεύσιν αναστάσεως,

αχιβάδες, παρθενίες απροσπέλαστες,

αλάτι και τυρί, και κρασί και ηλιόψωμο.

Από τα ύψη της μαυρίλας της με θωρεί μια νησιώτισσα,

μητρόπολη κομψή και λυγερή και σβέλτη

με το φως ντυμένη.

Πύργοι αλάτινοι κι αγνάντι τους πεύκα στην όχθη πράσινα

αναδύονται τʼ άσπρα πανιά απʼ όλες τις βαρκούλες.

Ναούς στη θάλασσα χτίζει το φως.
Νέα Υόρκη, Μόσχα, Λονδίνο.

Ο ίσκιος σκεπάζει τον κάμπο – κισσός το φάντασμά του,

πανίδα ριγηλή η ανατριχίλα του,

χνούδι πυκνό και μιά ασπαλάκων συμμορία.

Και κάθε τόσο τα δόντια κάποιου κροταλίζουνε ήλιου αναιμικού.

Γερμένος σε βουνά που χτες ακόμα είσαν πόλεις

χασμουριέται τώρα ο Πολύφημος.
Κάτω, ανάμεσα στους λάκκους, σέρνεται το ανθρωπολόι.

(Δίποδα ζώα οικόσιτα: το κρέας τους, που

το βαραίνουν οι πρόσφατες θρησκευτικές απαγορεύσεις,

το προτιμούν έναντι παντός οι πλούσιες τάξεις.

Μέχρι και πριν λίγο τα θεωρούσε ο όχλος ζώα βδελυρά.)
Να βλέπεις, νʼ αγγίζεις σχήματα όμορφα του καθʼ ημέραν βίου.

Το φως βομβίζει, βέλη και φτερά.

Απάνω στο τραπεζομάντηλο ο κρασολεκές μυρίζει αίμα.

Όπως το κοράλλι τα κλαδιά του στο νερό,

απαράλλαχτα κι εγώ στη σφύζουσα από ζωντάνια ώρα

απλώνω τις αισθήσεις μου,

και κίτρινη εναρμόνιση γεμίζει ώς επάνω η στιγμή,

ω μεσημβρία, ω άγανο γεμάτο με λεπτά,

ω της αιωνιότητας ποτήρι!

Οι σκέψεις μου διχάζονται, έρπουν, και συγχέονται, και

ξαναρχίζουν,

μέχρι που ακινητούν στο τέλος, ποτάμια πια που δεν

εκβάλλουνε ποτέ και πουθενά,

ίδιες δέλτα του αίματος, κάτω από έναν ήλιο δίχως βασίλεμα.

Να σταματήσουν άραγε όλʼ αυτά σε τούτο ʼδώ το τσαλαβούτημα
σε στάσιμα νερά;

Μέρα, μέρα στρογγυλή, γλαφυρό

πορτοκάλι πάμφωτο με τις εικοσιτέσσερείς του φέτες,

από την ίδια υποτεινόμενες όλες τους κίτρινη γλύκα!

Η ευφυΐα παίρνει επί τέλους σάρκα και οστά,

τα δύο εχθρικά συμφιλιώνονται ημίση,

και η συνείδηση-καθρέφτης τρέπεται πλέον σε υγρό

και γίνεται ξανά πηγή, σιντριβανίζει μύθους:

Άνθρωπος, δέντρο μεστό εικόνων, μες στις

λέξεις που είναι άνθη που είναι καρποί που είναι πράξεις.

Νάπολη, 1948

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δημήτρης Καφετζής, Ομίχλη

Πάντα έχω ανοιχτό ένα παράθυρο, ποτέ δεν κλείνει.
Περιμένοντας πάντα μια καινούρια αρχή,
ένα επόμενο βήμα να δώσει αφορμές για συνέχεια.

Κάθε βήμα είναι ένα αύριο.
Κάθε σκέψη ένα χθες για ένα αύριο.
Και το τώρα μια γραμμή που πάνω της κυλάει μια αρχή, που πάει
να βρει ένα τέλος.

Βαλίτσες με υπάρχοντα ανοίγουν, αφού κλείσουν τα φώτα κι εκεί
αρθρώνεται ο λόγος τού εδώ και του κάθε τώρα.

Πριν μια κίνηση πάντα θεατρική.
Τα βήματα γι’ άλλους είναι άναρχα και γι’ άλλους αυστηρά καθορισμένα.
Όλοι, όμως, με βήματα περνάνε τα σύνορα
σε γη και θάλασσα κι ανέμους πάνω σε γραμμές-χορδές.

Τα πουλιά προσανατολίζονται με τ’ άστρα και πάντα βλέπουν κέντρο
κι ορίζοντα.
Οι άνθρωποι ξεκίνησαν στο φως και γυρίζουν στο χάος.
Κι ο ορίζοντας χάος είναι μα για τα πουλιά υπάρχει και το κέντρο.

Της ουτοπίας τα κλειδιά μην τα γυρέψεις.
Κάηκαν και τα δέντρα
και δε θα ‘χεις από πού να πιαστείς για να φύγεις
στο ύστατο σ ’ αγαπ
ώ.

*Από τη συλλογή ‘Ροές”, Εκδόσεις Ιωλκός, Μάιος 2015.

Παύλος Δ. Πέζαρος, Δύο ποιήματα

Του Δημήτρη

Άντρας πια εσύ σωστός κι άξιος γιος,
έρχεσαι μόνο σαν παιδάκι στα όνειρά μου,
σαν να φροντίζεις μην τυχόν
και μεγαλώσουμε μαζί,
να μη μας πάρει από κάτω ο χρόνος.

Γιατί στα μάτια σου ακόμη καθρεφτίζονται
γλάροι που λάθεψαν νομίζοντας
μέσα σ’ αυτά πως είναι η θάλασσα.

13.2.2012

***

Ηρόδοτος, με την ψυχή στο στόμα

«Νόμε, μεγάλε βασιλιά της λευτεριάς μας,
άνθισες πάνω στα βουνά,
εβίγλισες σε κάμπους,
πετάρισες σε θάλασσες,
γεφύρωσες ποτάμια,
πώς και ξεπουπουλιάστηκες,
τι θα ’χει ο Δημάρατος να λέει;»

Μουρμούριζε με τους παλιούς ρυθμούς ο γέρων
τα δόντια σφίγγοντας πεισματικά,
μην του ξεφύγει η ψυχή από το στόμα.
Απερχόμενος
άνοιξε δρόμο σκεπτικός
ανάμεσα στο αγανακτισμένο πλήθος,
γύρω του οσμιζόμενος καπνούς
που άχνιζαν ακόμη απ’ τις φωτιές
ενώ κατέρρεαν με τριγμούς μαδέρια, τοίχοι,
παρασύροντας τις μαύρες στις προσόψεις ζωγραφιές.

Αθήνα, 2013

*Από τη συλλογή “Ο αχός και ο βυθός” , Εκδόσεις Κέδρος, Μάρτιος 2016.

2 ποιήματα | Ντέμης Κωνσταντινίδης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

kefalas

Εξαγωγή

Γαργάρα μ’ αλατόνερο
κι ένα κονάκι απόμερο,
με την εφημερίδα
τα νέα απ’ την πατρίδα.

Ξεδοντιασμένο απόγευμα
σουπίτσα έχεις για πρόγευμα,
και για κυρίως πιάτο
σκοτάδι δίχως πάτο.

***

O ύπνος

Ο ύπνος κράτησε. Δεν συνέφερε να ξυπνήσεις. Τι θ’ αντίκριζες παρά ερημιά. Πώς θα ξανακοιμόσουν σαν τρύπωνε καμιά ανάμνηση από τα παιδικά σου χρόνια; Όχι, δεν συνέφερε.

Κι ας πούμε τ’ αποφάσιζες να βγεις στους άδειους δρόμους, μόνος εσύ σε μέρη πλέον άγνωστα κι απάτητα. Δεν θα κινδύνευες; Δεν θα σε τρόμαζε η ίδια σου η φωνή; Πώς θα βεβαιωνόσουν ότι δεν ξύπνησες σε εφιάλτη; Όχι, ευτυχώς. Ο ύπνος κράτησε.


φωτογραφία: Πάνος Κεφαλάς

View original post

Ισμήνη Γεωργίου Λιόση, Εμείς

α. εμείς τα ταπεινά φορέματα της ουτοπίας της δεν
είμαστε παρά έγκλειστες γυναίκες/ με άδεια εξόδου
αργά και που/ φταίει ο σημαδεμένος πόθος στο
τρίγωνο των ματιών της καθώς/ καίγεται το κόκκινο
μετάξι του προσώπου της στο μικρό αυτό ποίημα/
πάντα θυμίζουμε κάτι ανεξίτηλο/ όπως το σπέρμα και
το μελάνι απ’ τις φλέβες ποιητών
β. είμαστε/ τα λιμοκτονούντα φαντάσματα του
aFtermeaTnigHt/ πίνουμε μπύρα από τα κύματα
πνιγμένες στα φύκια μαλλιά μας/ θηλυκά δολώματα
για καρχαρίες και/ έναν κροκόδειλο θάνατο
γ. φοβίζουμε/ φυλλομετρώντας πέταλα ευτυχίας/ από
ξεραμένα στον νεροχύτη τριαντάφυλλα/ κάποτε ω ναι
μας προσφερθήκαν/ από μη ακρωτηριασμένα χέρια/
για την ωραιότητα την ευφυΐα και/ το ταλέντο μας
να υψώνουμε χάρτινους πύργους με ποιήματα/ να
καταφεύγουν οι απελπισμένοι
δ. έτσι γινόμαστε οι ανυπότακτοι Θεοί του μεγάλου
στήθους/ οι μεγάλες αμαρτίες των ερωτευμένων
χεριών/ οι μελαγχολικές μάγισσες που μαγειρεύουμε
την ευτυχία των λαγόνων/ τα κορίτσια του
Προκρούστη που πετσοκόβουν την Αμαρυλλίδα
των λεπρών/ κάποτε θα φυγαδευτούμε για το άγριο
παραμύθι της αγάπης/ ω τότε που τα αρχαία αιδοία
μας εν δράσει/ θα καταπίνουνε τους άντρες/ ντυμένα με
σέπαλα γαρυφάλλων κι αδιάβροχα χειλάκια
γιασεμιών
ε. νύχτες με θύελλα/ ω αρσενικά ποιήματα καλέστε
μας μέσα σε ηδονόπληκτες σπασμένες λέξεις/ θα
αφήσουμε τα χέρια μας να μακρύνουν ως την ατέλεια
των σωμάτων σας/ ως την ποίηση όρχεων και μαστών
ζ. ακολουθείστε μας φρεατωρύχοι/ μυρίζουμε κάπως
σαν το βιολετί και το πράσινο το ροζ και το γαλάζιο/ η
βασιλεία μας όμως/ είναι βαθιά/ κάτω από το μαύρο
φιλιατρό

*Από τη συλλογή “Arcana Lustra Νεκροταφείο φορεμάτων”, Εκδόσεις Τύρφη, Απρίλιος 2016. Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από σελίδα της ποιλήτριας στο Facebook.

Νίκος Λέκκας, Όλα είναι ποίηση και δη ποίηση του τώρα | Ποιήματα Ανεμοδαρμένα

Ένα βιβλίο από μόνο του δεν αντικαθιστά το χάδι ενός συντρόφου…

Μάνος Ελευθερίου (“Ο πατέρας του Άμλετ”)

Τοποθέτηση καθαρά δημοσιογραφική που λειτουργεί ως επίμετρο για την ανθολογία «Ανθοφορία Ποίησης»… Γιατί και ο δημοσιογράφος είναι σαν τον ποιητή: αλήτης παντοτινός, καθαρός πάντα…

Ολόγος για την ποίηση, την ελληνική, του σύγχρονου καιρού, που φτάνει ως τις μέρες μας, στην κυριολεξία.
Ιδού το θέμα. Μια ποίηση που στις μέρες μας θεωρείται αντικουλτούρα. Αλλά και τι δεν είναι αντικουλτούρα στις μέρες μας;… Αυτό αναρωτιέμαι και εγώ. Αντικουλτούρα είναι (σχεδόν) τα πάντα, αν εξαιρέσει κανείς τους αρχαίους τραγικούς, τους πάσης φύσεως γραφιάδες της αρχαιότητας εντέλει. Και πώς μερικούς εξ αυτών τους ωραιοποίησαν με το πέρασμα των αιώνων; Γιατί για τους Κυνικούς και για τον Αρχίλοχο, λόγου χάρη, είχαν άλλη άποψη. Οι τελευταίοι ήταν είναι και θα είναι περιθώριο, αλλά οι Ακαδημίες στον σύγχρονο καιρό τούς έδωσαν άλλη διάσταση. (Δεν ξέρω αν είναι η διάσταση του ντεκαντάνς, και πώς στις μέρες μας είναι αποδεκτή, αλλά η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία που πηγάζει από τον Μητσάκη και τον Άννινο, έχει το μπόλιασμα των αρχαίων Κυνικών και του Αρχίλοχου). Δεν την γλίτωσαν και κάποιοι Λατίνοι. Και αναφέρομαι μόνο στη δυτική σκέψη. Αλλά η ποίηση είναι ομογάλακτη με τη σύγχρονη ζωή, με τη ζωή γενικότερα… Άσχετα τι λέει το κάθε δημιούργημα. Ακόμα και οι αναφορές θανάτου ζωή είναι. Από την αρχαιότητα ξεκινά και φτάνει μέχρι το σήμερα, αυτή τη στιγμή, με αναφορές στη ζωή, στην εξελικτική πορεία της, στις αποκλίσεις της και στον θάνατο ή σε ό,τι ισοδυναμεί με θάνατο. Οι αρχαίοι τη γλίτωσαν, από την λήθη.

 Σήμερα δεν θεωρούνται αντικουλτούρα οι αρχαίοι, όπως και πολλοί από τους μεταγενέστερους. Παίζονται στα μεγαλύτερα φεστιβάλ του κόσμου. Αλλά αγαπητοί μου αναγνώστες, πιστέψτε με: η αντικουλτούρα είχε, έχει και θα έχει πάντα μεγαλύτερο κοινό από την επίσημη κουλτούρα.
Η αντικουλτούρα απαριθμεί δεκάδες εκατομμύρια συγγραφείς με πίστη στην τέχνη και στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου, με φανατικούς οπαδούς και κάποιους πολέμιους. Άλλα την ποίηση τη γράφουν εξευγενισμένοι λαϊκόψυχοι άνθρωποι, με αγάπη για τον άνθρωπο, τα θέλω του και τις βαθύτερες στιγμές τους (de profudis), που ταρακουνούν το γιατί της ύπαρξής τους, συνδιαλέγονται με το καθημερινό και έχουν μιαν άκρως ερωτική ματιά για τον κόσμο, είναι δηλαδή εργάτες της τέχνης. Τέτοιοι είναι και οι ποιητές μας.

Η Σούζαν Σόντανγκ σε ένα εξαιρετικό δοκίμιο με θέμα τον Ρεμπώ, τον θεωρεί και αυτόν αντικουλτούρα. Τίτλος του: Η αισθητική της σιωπής. Ένα βιβλίο, και για την ακρίβεια, ένα κεφάλαιο ενός βιβλίου, που στην Ελλάδα μεταφράστηκε όχι μία, αλλά δύο φορές: μία από τη γνωστή και στην Αμερική Νανά Ησαΐα, και μία από τον σπουδαίο μεταφραστή Άρη Μπερλή…

Και δείτε πώς λειτουργεί το λεγόμενο «αμερικανικό όνειρο» στους πολλούς του κόσμου. Για μια Αμερική έτσι και αλλιώς κατακερματισμένη…

Πώς οι Αμερικανοί έμαθαν να πιστεύουν στην Ελλάδα του «Ζορμπά», μέσα από την ταινία του Κακογιάννη, του Ποτέ την Κυριακή του Ντασέν, και πώς το διεθνές ειδησεογραφικό κανάλι CNN απαθανάτισε την ελληνική ποίηση μέσα από τα σχιζοφωνητικά του Λεωνίδα Χρηστάκη, ποιήματα γραμμένα από έλληνες ποιητές κυρίως κατά την δεκαετία του ’80 και πιο πριν, ποιήματα που απαγγέλθηκαν σε καφενείο με τρόπο σχιζοειδούς έκφρασης, με συνοδεία πιάνου από τον γνωστό μουσικό και συγγραφέα Σάκη Παπαδημητρίου. Αυτό σε ένα αφιέρωμα για την ελληνική ποίηση του γνωστού ανά τον κόσμο τηλεοπτικού καναλιού. (Τα ελληνικά καφενεία έχουν άρρηκτη σχέση με τα café, τα bistrot, κυρίως της Γαλλίας, εκεί που οι ποιητές έγραφαν στο πόδι, με καφέ και τσιγαράκι. Είναι κάτι το θεσπέσιο, σαν τα σκέτα τσιγάρα).

Και αυτό, γιατί στην Αμερική, με τα πολλά κακά και τα επίσης πολλά καλά, υπάρχει κόσμος (άσχετα αν δεν φαίνεται) που ασχολείται σοβαρά με την ευρωπαϊκή ποίηση. Και η Ελλάδα είναι Ευρώπη, έστω και στην άκρη της. Επίσης δείτε το κίνημα των μαύρων, και το φεμινιστικό κίνημα που άνθισε κάποτε.

Την ανθοφορία του και την κατάντια του. Ενώ η ανθοφορία δεν προβάλλεται, η κατάντια υπερπροβάλλεται με τους πιο φανταχτερούς τρόπους. Αν και με εμμονές. Η σεξουαλική παρενόχληση θεωρείται στις μέρες μας καυτό θέμα. Και ο τρόπος να το διαχειριστείς έχει τόσο λεπτές ισορροπίες, που εύκολα μπορεί να βρεθεί κανείς εκτός στάσης. Δείτε τον αγώνα (και για αυτό το θέμα) της Τόνυ Μόρισσον και της Λίντα Κινγκ, δύο σημαντικών γυναικών των γραμμάτων, που η έμφυλη ταυτότητα που φέρουν, τους δυνάμωσε την πίστη για αγώνα, για τα δικαιώματα των «αδυνάτων» με μηδαμινά μέσα προβολής, αλλά με περισσή αξιοπρέπεια, και ύστερα αντιπαραβάλλετέ το με το ανάποδο αυτής της στάσης με τις στάρλετ του κινηματογράφου να περπατάνε στο κόκκινο χαλί των Όσκαρ με αποκαλυπτικό έως σιθρού ενδυματολογικό κώδικα και με αδιαφανή ρούχα από μέσα, συνήθως κολάν και σορτς, που καλύπτουν ερωτογόνες περιοχές, είτε κανονικές είτε ως φετίχ, για να υποστηρίζουν μια υποτιθέμενη κραυγή, που δεν την πιστεύει σχεδόν κανένας. Μόνο με αγαθά πολιτισμού, με πολιτιστικά τούβλα μπορείς να περάσεις μηνύματα. Και οι ποιητές είναι οι πρώτοι που το έκαναν. Με αλτρουισμό και μαεστρία. Με όπλο τους το μολύβι. Για κάποιους το πιο σίγουρο όπλο. Και πώς αυτά τα γεφύρωσε υπέροχα –για να κάνω τη σύνδεση– ο ελληνοαμερικανός ποιητής και μεταφραστής Νίκος Σπάνιας, χρόνια πριν τα τραγελαφικά, κυρίως με «Τα ποιήματα της τρίτης λεωφόρου» αλλά και ο Μιχάλης Μοίρας (ποιητής και πεζογράφος) σε μικρότερη εμβέλεια. Αυτό ως παράδειγμα. Οι νομπελίστες μας ήταν εισαγόμενο φρούτο για τους αμερικανούς και σπουδή για τους εγχώριους. Η ελληνική ποίηση είναι εδώ, στην άκρη της Ευρώπης, είναι μέρος της παγκόσμιας ποίησης και αφορά εκατομμύρια κόσμο: κόσμο διαφόρων εθνικοτήτων και κοσμοθεωριών, στοιβαγμένο σε ένα μικρό μόνο κομμάτι της γης, που θέλουμε να το λέμε κράτος…

Δείτε τί κακές κριτικές πήραν τα ποιήματα του Τζιμ Μόρισον στην Αμερική αλλά και στην Ευρώπη (χωρίς να εξαιρείται η Ελλάδα), πριν πεθάνει σε νεαρή ηλικία στο Παρίσι, (και μην δεινοπαθείτε με την πρωτεύουσα της Γαλλίας και απλώς την θεωρείτε σφηκοφωλιά διανόησης, διότι ακόμα και ο Λένιν και ο Τρότσκι σύχναζαν στο κοσμικό Παρίσι πριν το 1917). Ο Μόρισον πέθανε με τρόπο που διχάζει, Αμερικανούς και Ευρωπαίους, που πριν τον είχαν στην «απέξω», απέξω από την κουλτούρα του τόπου, και μετά σχεδόν «ως δια μαγείας» έγινε αυτό που έγινε στην Αμερική και στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Ουδείς αλάθητος – μια από τις πιο στιβαρές φωνές της αμερικανικής ροκ κουλτούρας. Και της παγκόσμιας! Μιας κουλτούρας που ξεκινά από την Αμερική και φτάνει μέχρι το τελευταίο χωριό του λεγόμενου δυτικού κόσμου, με τους πρωτοδιδάξαντες αμερικανούς μπιτ ποιητές, που επηρέασαν την παγκόσμια ποιητική σκηνή. Βέβαια στην Ελλάδα, έπαιξε ρόλο και η συνοικία που είχαν σε μια μεριά της Ύδρας. Σε καιρούς δύσκολους.

Και οι ποιητές μας, από αυτήν την σκοπιά την βλέπουν την ποίηση. Την δυτική. Άσχετα αν γράφουν στα ελληνικά. Μιας γλώσσας λόγω ιδιομορφίας άκρως περιορισμένης ως προς τη διάδοσή της. Γιατί κάθε σοβαρός άνθρωπος μόνο στη γλώσσα του μπορεί να γράψει, (και οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες, όπως, λ.χ., ο Άδωνις Κύρου, πολυπράγμων δημιουργός, και ο Νίκος Στάγκος, σημαντικός ποιητής και όχι μόνο. Εκ του γαλλικού και εκ του αγγλικού αμφότεροι). Τα πάντα μόνο στη μητρική γλώσσα μπορούν να γραφτούν. Άσχετα αν η Ελλάδα θεωρείται χώρα γεωγραφικά στο μεταίχμιο και οι δημιουργοί της κάποιες φορές μεταχειρίστηκαν λέξεις αμετάφραστες… Γιατί άλλο πράγμα η Ανατολή. Η Δύση με την Ανατολή έχουν άλλες αξίες. Και η Ελλάδα είναι στη μέση, αν και κλείνει το μάτι στη Δύση.

Αμιγώς ελληνικά μυθιστορήματα, στην Αμερική δεν «τσούλησαν» όπως για παράδειγμα Το Τρίτο Στεφάνι του Κώστα Ταχτσή, ασφαλώς – λόγω επηρεασμών και ιδιάζουσας (ελληνικής ) νοοτροπίας. Μιας νοοτροπίας άγνωστης στην υφήλιο. Τα ελληνόφωνα χωριά της κάτω Ιταλίας αποτελούν εξαίρεση… Ένας συγγραφέας που σήμερα θεωρείται κλασικός στην Ελλάδα, και η φήμη του που πέρασε από σαράντα κύματα μέχρι να καθιερωθεί «εντός», σήμερα έχει ξεπεράσει τα όρια της χώρας. Μιλάω για την ποιότητα της πένας του και τον αντίκτυπο σε ένα μικρό (ευτυχώς) κοινό με κουτσομπολίστικες προσλαμβάνουσες, για τον τρόπο που επέλεξε να ζήσει: έναν τρόπο που θεωρείται «εκκεντρικός»… Το εν λόγω πόνημα, είναι ένα βιβλίο που ως δομή ξεπεράστηκε, αλλά η ουσία του παραμένει πάντα επίκαιρη. Η πορεία μιας οικογένειας, με φόντο την μεταπολεμική πορεία της Ελλάδας. (Οι πολιτικάντηδες ανά την υφήλιο, ας το θέσουν σοβαρά). Γιατί ο πόλεμος, και δη ο εμφύλιος, τις περισσότερες φορές είναι εντός. Για να μη πω πάντα. Καμιά φορά και η οικογένεια. «Ραγισματιές που μπαινοβγαίνουμε στον κόσμο» έχει γράψει ο Γιώργος Χειμωνάς, είναι σχεδόν (μετά λόγου γνώσεως το γράφω) λαιμητόμος.

Τόσο στην Αμερική, όσο και στην Ελλάδα. Αυτή τη «λαιμητόμο» μπόρεσε να την ξεπεράσει μόνο η ποίηση. Κυρίως με τον Καβάφη. Αυτόν τον μέγιστο ποιητή και πολίτη του κόσμου, που έγραψε στα ελληνικά κυρίως και που, όταν ζούσε, μόνο ελάχιστοι στην Ελλάδα πίστεψαν στην αξία του. Οι περισσότεροι είχαν μια τάση σνομπ, όσο ζούσε, για τον ποιητή, που θεωρήθηκε ότι ήταν «Φαναριώτης», αλλά όπως αποδείχτηκε μετά τον θάνατό του είχε γράψει ερωτικά ποιήματα που μόνο μετά το ξόδι του αποκαλύφτηκαν. Έκανε αυτό που του υπαγόρευσε η ψυχή και η συνείδησή του, πράξεις ακριβά πληρωμένες, δεν χαμπάριαζε από «μέτρα και σταθμά», χάραξε μιαν άκρως προσωπική πορεία που μόνο λίγοι ανά τον κόσμο το έχουν κάνει, και έγινε έτσι ο Καβάφης. Σήμερα όλοι υποκλίνονται στο άκουσμα του ονόματός του.

Δείτε τα ποιήματα του Γκίνσμπεργκ (και κυρίως το Ουρλιαχτό) πώς εξέφρασαν τους εφιάλτες των ανθρώπων ανά τον κόσμο, ανθρώπων που θεωρούνται αλήτες, και πώς αυτή η δυναμική έχει ήθος, αλήθεια και μεγαλείο ψυχής, γιατί πάντα οι αλήτες «κρατούσαν ψηλά την αξιοπρέπεια της Τέχνης» μπροστά σε κάτι σαπουνόπερες που πουλήθηκαν στην Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον κόσμο, όπως Η Δυναστεία, η Τόλμη και Γοητεία, τα Ατίθασα Νιάτα… Και κάποια σημερινά μικρότερης εμβέλειας, με έρωτες στα νοσοκομεία. Πόσο είναι ρηχά και δεν εκφράζουν τίποτα!… Η Αμερική είναι εδώ. (Το σύνολο της Αμερικής). Όπως και η Ελλάδα, (το σύνολο της Ελλάδας). Δέχεται και δίνει τα φώτα. Η Αμερική έχει τόσο βάθος, όσο και η Ελλάδα. Και η Ελλάδα έχει τόσο βάθος όσο και η Αμερική. Ούτε πιο λίγο ούτε πιο πολύ. Και οι εθνικισμοί από δήθεν πατριώτες είναι απλά σχιζοφρένεια.

Πανεπιστημιακά τμήματα νεοελληνικών σπουδών λειτουργούν και στην Αμερική. Γιατί η Αμερική και η Ελλάδα δεν είναι αυτό που φημολογείται ότι είναι. Είναι έτη φωτός παραπάνω. Και μπορεί γνήσιοι αμερικανοί να μην υπάρχουν, δεν υπάρχουν όμως και γνήσιοι έλληνες. Η τριβή με την κουλτούρα τούς δίνει ταυτότητα. Και το λέω ευθέως. Ούτε στην Αμερική ούτε στην Ελλάδα είναι όλα για πέταμα. Και δεν είναι για πέταμα κυρίως η ποίηση, ακόμα και αυτή που παράγεται αυτή τη στιγμή. Βέβαια η ποίηση είναι μια σοβαρή παραγωγή και δεν είναι «φασόν» –ας το έχουμε υπόψη μας. Τα ποιήματα στην εν λόγω ανθολογία που κρατάτε στα χέρια σας, τίποτα δεν έχουν να ζηλέψουν από την ξένη παραγωγή. Την παραγωγή των πολιτισμένων σύγχρονων χωρών, γιατί θεωρούν ότι η Ελλάδα είναι μόνο χρήσιμη για ξεσάλωμα των νέων και μόνο χρήσιμη για την ιστορία για τους ώριμους. Γιατί θεωρούμαστε ότι το μόνο που έχουμε είναι μόνο η αρχαιότητα. Λάθος.

Τα ποιήματα της ανθολογίας είναι ποιήματα αγωνίας, και η αγωνία έχει παγκόσμια επίδραση. Είναι χωρίς πατρίδα και θρησκεία. Που μπορεί η τεχνοτροπία να διαφέρει, από γενιά σε γενιά, από σχολή σε σχολή, ακόμα και από το ένα φύλο στο άλλο, αλλά, αν το αναλύσεις σε βάθος, το «κουκούτσι της ψυχής» των ποιημάτων είναι ο άνθρωπος, το μεγαλείο του και η μικρότητά του, τα πάνω του και τα κάτω του, όλα αυτά που συγκροτούν το άνθρωπο. Γιατί η ψυχή των ποιητών είναι η ψυχή των ανθρώπων. Με τα μεγαλεία τους και με τις μικρότητές τους. Και τα δύο ταυτόχρονα, όπως σε κάθε άνθρωπο. Η πάντα εξευγενισμένη ψυχή των ποιητών, παράγει τα ποιήματα, και τα ποιήματα, πάντα υπο-σημειώσεις του άνθρωπου-ποιητή. Δείτε τις Σημειώσεις ενός ανθρώπου, για να καταλάβετε τι λέω – του Γιάννη Χρυσούλη. ( Όχι όμως του θεατρικού συγγραφέα· του εξαδέλφου).

Γιατί όταν μιλάμε για ποίηση μιλάμε για ψυχές, ψυχές ζώντων ή σχεδόν, ψυχές θανόντων ή σχεδόν, είναι πάντα τόσο απαράμιλλα ίδιες, που μόνο ο τρόπος και η έκφραση διαφέρει. (Και δεν χρειάζεται να κάνεις ψυχανάλυση ή να θεολογείς για να καταλάβεις ότι η άνθρωποι είναι όλοι ίδιοι.)

Είναι όλοι ίδιοι μόνο «γυμνοί», γυμνοί από όλες τις μικρότητες και τα κόμπλεξ. Με μικρές διαφορές. Αυτήν του φύλου και αυτήν του χρώματος. Και κάποιες άλλες που δεν τις μετρά κανείς, ή μάλλον τις μετρά μόνο για να ικανοποιήσει την ωραιοπάθειά του και ως τέρψη για μια ενδεχόμενη σεξουαλική επαφή. Αυτή του βάρους και αυτή του ύψους. Και μόνο για τη λίμπιντο αυτή των πλούσιων φυσικών χαρισμάτων. Αλλά οι ποιητές δεν έχουν μόνο σώμα ή μόνο ψυχή. Είναι και τα δύο ένα (αν και οι ποιητές ανά τον κόσμο είναι άκρως ερωτεύσιμα/ερωτικά πλάσματα). Μια ψυχοσωματική μάζα που αισθάνεται στο ζενίθ και όλες οι αισθήσεις λειτουργούν επίσης στο ζενίθ. Αυτό κυρίως…

Και οι ψυχές και τα σώματα, (τα αισθήματα και οι αισθήσεις), στην απαρχή τους είναι όλα ίδια. Άλλο πώς διαμορφώθηκαν. Για αυτό και η εν λόγω ανθολογία αφορά τους πάντες…

Αυτούς που μιλούν ελληνικά, όπως Αλβανούς δεύτερης γενιάς λόγου χάρη, μετανάστες από το τέως ανατολικό μπλοκ, ανθρώπους που έμαθαν να μιλάνε ελληνικά, για να απολαύσουν τα ποιήματα στο πρωτότυπο, καθώς και αγγλομαθείς, πανεπιστημιακής μορφώσεως ή μη. Από ειδικό ενδιαφέρον ή από περιέργεια – και η τέτοιου είδους περιέργεια, ποτέ δεν έβλαψε κανέναν. Αντίθετα πήγε τον άνθρωπο μπροστά και τον έκανε Άνθρωπο…

Η ανθολογία είναι εδώ. Με 51 νεοέλληνες ποιητές, ανθολογημένους από τον Ανδρέα Παναγόπουλο. Και ό,τι το νέο δεν πρέπει να μας ξενίζει, ούτε φυσικά να μας φοβίζει. Γιατί το νέο, η νεοελληνική ποίηση του καιρού μας, είναι εδώ. Δεν ζητά να κριθεί – και αν την κρίνει κανείς, μόνο με πνεύμα ευγενούς άμιλλας μπορεί να το κάνει· αυτή απλώς καταθέτει τον λόγο της ύπαρξής της. Με γενναιότητα και αλτρουισμό. Μιας ύπαρξης που έχει να κάνει με τον φόβο. Με τον φόβο και τον τρόμο. Αυτή είναι η σύγχρονη ποίηση.

Ξεχάστε την παγκόσμια κρίση. Για τον φόβο και τον τρόμο της ψυχής μιλάω. Και όπως (σε παγκόσμια εμβέλεια,) η ποίηση έχει κατηγοριοποιηθεί σε γενιές, (αυτήν την κατηγοριοποίηση την σιχαίνονται πολλοί, όπως για παράδειγμα, ο παγκοσμίου εμβέλειας ερασιτέχνης λαογράφος-ποιητής Ηλίας Πετρόπουλος), υπάρχουν υποκουλτούρες μέσα στην υποκουλτούρα, όπως, π.χ., gay art. Άλλη η τεχνοτροπία της κάθε γενιάς, μιας ομάδας ή ακόμα και μιας μικρότερης υποομάδας. Με μοντέρνα ή κλασικά στοιχεία, χωρίς να την βαραίνει η σφραγίδα του χρόνου, έχουν και αυτές παρουσία. Και είναι αυτές, οι χωρίς χρόνο, αλλά με τόπο υποκουλτούρες που μας αφοράν. Σε κάθε γεωγραφικό στερέωμα.
Μόνο το μοντέρνο μπορεί να ξεπεραστεί. Πολλοί το έχουν πει. Καθώς επίσης μπορούν να ξεπεραστούν φθηνά «φασόν» δήθεν κλασικής δομής/κατεύθυνσης. Αλλά στην ψυχή του «Αναγνώστη» ποτέ. Και δεν μιλάω για ειδικούς αναγνώστες – κριτικούς ποίησης. Μιλάω για τον κάθε έναν από εμάς που στην ποίηση προσπαθεί να βρει αυτό που του στερεί η κοινωνία:το ξέφωτο, το ξέφωτο από τη μικροπρέπεια του καιρού μας, ένα ξέφωτο που μόνο η ποίηση, άρα μαζί και ο έρωτας, μπορούν να δώσουν. Και καμιά σημασία δεν έχουν οι επιπτώσεις…

Όλα ποίηση, και δη ποίηση του τώρα… Ποιητές διαφορετικών γενιών (για τις γενιές δες παραπάνω), με διαφορετικά θέλω, με διαφορετικά θέλω (το ξαναλέω) και εν τέλει με διαφορετικές αγωνίες, αλλά μόνο φαινομενικά. Όλοι οι νέοι ποιητές, φέρνουν και τις αγωνίες των παλαιότερων. Από τα θρυλικά και ακραία: « Ένα γέλιο θα σας θάψει», «Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του» κ.τ.λ. Γιατί οι αγωνίες γεννήθηκαν από τη στιγμή που δημιουργήθηκε ο άνθρωπος. Που, αν τις αναλύσεις βαθιά, είναι πάντα ίδιες (το ξαναλέω), μπορεί σε κάποιους να αυτοκαταργούνται, αλλά δεν καταργούνται, απλώς εμπλουτίζονται. Σε ένα πρώτο επίπεδο είναι το αναπάντητο πάντα ερώτημα του ‘»ποιος είμαι και τι με τραβά», που μας διχάζει όσο διχάζει ο άνθρωπος και η καταγωγή του. Μιλάω για τις φυλές…
Γιατί η ποιητική φλέβα, που υπάρχει στον άνθρωπο, άσχετα αν δεν βγαίνει πάντα, έχει πάντα τις ίδιες καταβολές και το ίδιο «τέλμα». Ένα τέλμα που δεν θα έρθει ποτέ. Γιατί οι άνθρωποι είναι εδώ. Και πάντα θα γράφουν, πάντα θα δημιουργούν. Και θα μιλούν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, για τις αγωνίες τους. Σε Δύση και Ανατολή. Που τον Έλληνα τον απασχολεί η Δύση. Γιατί εκεί νιώθει πως εντάσσεται, κι έτσι η Δύση τον αφορά.

 Παίζει και ένα ρόλο το θρησκευτικό γίγνεσθαι της Δύσης… Όσο και αν οι περισσότεροι έντεχνα αποφεύγουν τη θρησκεία. Και οι ποιητές είναι οι πρώτοι διδάξαντες. Αλλά για να αποφεύγεις κάτι, να το δέχεσαι ή να το απορρίπτεις, πρέπει πρώτα να έχεις μπολιαστεί με αυτό.

Πενήντα ένα ποιήματα δυτικής μορφής, δυτικής νοοτροπίας από πενήντα ένα ποιητές του καιρού μας, πάντα Έλληνες, χωρίς να έχουν δεχτεί ποικιλώνυμες φανφάρες και χωρίς να μπορούν (και αυτό ούτε κατά διάνοια) να μπουν στην τάξη των λεγόμενων ευνοημένων ποιητών, άρα και βολεμένων. Από ένα σύστημα που πάντα δίνει βραβεία στο «σινάφι». Και κάποιοι αυτό αυτούς που θεωρούνται σινάφι γύρισαν –προς τιμήν τους– τα βραβεία πίσω. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και ο Σάρτρ για παράδειγμα…

Ποιητές ψυχής που δεν τους αφορά η φήμη, κάποιους από αυτούς ούτε η υστεροφημία, γράφουν για να εκφράσουν το μεράκι και την «κάψα» της ψυχής τους, και είναι αυτό που κάποτε έγραψε ο Νίτσε σε ένα ποίημα του. «Τρελοί μονάχα, ποιητές μονάχα», τρελοί με ποιητικό στόμφο που θυμίζει αυτοέρωτα ή έρωτα, και ποιητές με αυτό που είναι ο έρωτας. Μια βαθιά ερώτηση για την ύπαρξη…

Δεν τους είπαν ποιητές της αμφισβήτησης στο σύνολό τους. Κάποιοι τους θεώρησαν ως «τίποτα», τους πρόσθεσαν τα «χίλια μύρια», οτιδήποτε «κουλό» μπορείτε να φανταστείτε, με ή χωρίς κριτήριο και έννομο συμφέρον. Αλλά αγαπητοί μου αναγνώστες, πιστέψτε με: σε μια χώρα που η απροσδιοριστία του νοήματος επικρατεί, όλα είναι ρευστά. Ακόμα και αυτό το σιχαμένο: ποιητές της κρίσης. Που στην Ελλάδα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, πάντα κρίση είχαμε.

Υ.Γ.: Οι αναφορές σε ονόματα δημιουργών που δεν περιέχονται στην εν λόγω ανθολογία (και αυτά προς επεξήγηση του Επιμέτρου) είναι άκρως σκόπιμες και ηθελημένες. Γιατί οι ζωντανοί σε παίρνουν στο κυνήγι… Και οι καιροί είναι πρόστυχοι…

Κορωπί Αττικής, Καλοκαίρι 2018

*Το παρόν κείμενο που αποτελεί το επίμετρο του βιβλίου που παρουσιάζεται εδώ, αναδημοσιεύεται από εδώ: https://exitirion.wordpress.com/2020/04/04/nikos-lekkas-poems-adrift/?fbclid=IwAR0U0DJ_Yr4PLFfXJ0PAPR21_C9Eo0s4Gwl_3jp7Dc80Stye2dT9jD_VZgQ

Μαρία Θεοφιλάκου, Οι άνθρωποι θέλουν να σου μάθουν

“The Mediterranean Route”, Miratovac, Serbia 2015 – photo by Moises Saman / Magnum Photos

Ω ναι, «πέφτει βροχή,
διψάνε οι καρδιές», μικρή μου Αριάδνη
Το δέρμα των ανθρώπων
Τα χώματα το μίσος
Η δύναμη της ποίησης
Τα λίγα χέρια τεντωμένα σε βοήθεια
Όλα, μπλεγμένα σ’ ένα μακρύ
Αγκυλωτό συρματόπλεγμα
Που όσο πάει το χαϊδεύουν
Στάλες αίματος

Αυτό το πρωί
Που εσύ έβγαλες το πρώτο σου στιχάκι
Στην ηλικία των πέντε ετών
−τόσο μικρή−
Βροχή έπεφτε
Πάνω στον γκρεμισμένο κόσμο

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2020/04/blog-post.html?m=1&fbclid=IwAR1yHHVFUSsv2DIfy-C45x-OVc8JjZlGZ422uHON6KpApXgGXyptdbdDbKk

Αντώνης Τσόκος, τυφλός ήλιος

Ούτε απόψε

χρειάστηκα τα μάτια μου.

Τα έβγαλα πέρα μια χαρά
με το σκοτάδι.

Ποιος είναι αυτός

που βρέχει το χορτάρι

κάθε απόγευμα;

Θα τον μαντέψω

να του κάνω το τραπέζι.

Έτσι απότομα

που έσβησε η μέρα

το μεσημέρι

δεν αντάμωσε το δείλι.

Αν φανταστώ το φως

θα ξημερώσει.

Προτού χαράξει

θα βάψω τα παράθυρα γαλάζια.

Τυφλός ο ήλιος θα πιστέψει

πως μετοίκησε ο ουρανός.

*Από τη συλλογή “Απ’ την Εμμανουήλ Μπενάκη ως τα μεσάνυχτα”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης.