Κώστας Ρεούσης, από τα “Σμπαράλια”

ΠΡΩΤΗ ΩΡΑ

τη νύχτα
όπου ακούγεται
σωματικά συμπαντικός
ο παφλασμός
κορδέλα
στο γαϊτανάκι
καρναβάλι της ζωής
τυλίγεται ο
θάνατος
μιας σερπαντίνας εραστής
να στροβιλίζεται
έγχρωμα
μες στο κενό της πτώσης

(ταράζοντας τη στεναχώρια
στο άρμα έρμα του τσίρκου
μιας συμμορίας ποταπής
η ερωμένη
σφαγιάζει το πέρασμα
εγκαθιδρύοντας
τον πόνο
μες στη μουβιόλα του μοντάζ
μιας κοπτοραπτικής συγκίνησης)

έμεινε να κατασπαράζει το αλύχτισμα της μέρας πολεμώντας
μες σε κουζίνες άγριου κάματου το σπάσιμο μίας
κουρελιασμένης χρείας στο ρούμι πάνω άνοιγε την ψυχή
δαγκώνοντας τα γράμματα απ’ το κοτσάνι έχοντας ως τα
κουκούτσια σχηματίσει τις πλέον λέξεις άλεκτες ιμερικές
σκαλίζοντας η γλώσσα μάγισσα μάγου μαγικού στο σώμα
εκείνης που ταξίδευε το κύμα στην πίκρα του ωκεανού

ΔΕΥΤΕΡΗ ΩΡΑ

ήταν
όταν ο φόβος εμφανίστηκε κι
αφιόνι στην καρδιά
σφαλίζοντας μ’ ένα φιλί
Που διαρκεί
η κλινοπάλη η μοναξιά μονήρης του εργένη
μπατάροντας στο παραμύθιασμα
ο τρόμος
την εύρεση μιας ξεχαρβαλωμένης
χουρμαδιάς

(θωπεύοντας βίαια σεξουαλικά
τα βυζιά του σκορπιού
φουρτουνιάζει στο δηλητήριο
το κέντρισμα της πόλης
μια τρικυμία ψιθυρίζει
απ’ τα πέρατα του αιδοίου
την προϊστορία
της ηδονής)

βάλθηκε ν’ αποστηθίζει τα εσπεριδοειδή συλλαμβάνοντας
τη μυρωδιά της ιδιωματικής λαλιάς του περγαμόντου στους
υπερθετικούς οργασμούς ενός ανθοδοχείου με κρίνους δένοντας
το σκίρτημα στον κάβο σπασμό της κλειτορίδας νηολογούσε
την ερεθιστική φλέβα του πούτσου στον υποβρύχιο κόσμο της
γυναίκας που σηματοδότησε την εκσπερμάτωση χαράζοντας με
τους χυμούς της την κατάδυση ανάδυση πλεύση στην ατρόμητα
εθιστική οσμολαγνεία της θανατερά καυλωμένης γαρδένιας

*Από τη συλλογή “Σμπαράλια (ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΣΕ 12 ΩΡΕΣ ΚΑΙ 3 ΦΩΝΕΣ), Εκδόσεις Αιγαίον/Κουκκίδα, Λευκωσία/Αθήνα 2018.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Δύο ποιήματα

ΑΚΙΝΔΥΝΗ ΣΥΓΓΝΩΜΗ

Μια απ’ αυτές που σέρνονται στο πάτωμα.
Κάτι σαν οχιά, σαν δεντρογαλιά,
εκκλησιαστικού τύπου συγγνώμη δηλαδή, μη νομίζεις,
κλεισμένη σε κουτάκι.
Τον συγχώρησα.
Ο φίλος μου μετακόμισε τώρα δέκα πατώματα πιο κάτω μέσα μου.
Και δεν ακούω τα κύματά του
σαν αγριεύει κα μεταμορφώνεται σε θάλασσα.

***

ΑΚΤΗΜΟΝΕΣ

Με λόγια απλά
μείναμε ακτήμονες,
έτσι από τη μια μέρα στην άλλη.

Ένα μέλος του Θεού αποκολλήθηκε για να μας δείξει τον δρόμο.
Μια ακόμα θυσία, διότι έτσι είναι ο Θεός, πανταχού παρών, διηγείται,
θυσιάζεται, μας καληνυχτίζει μ’ ένα φιλί στο μέτωπο.
Με βαλίτσες έτοιμες για αλλού.

Πολλαπλασιαστήκαμε.
Το ένα είδος εις βάρος του άλλου.
Εξαιτίας μας εξαφανίστηκαν οι λύκοι.
Συνεπείς εμείς, τους αναπληρώνουμε.

Γενικώς μια ομοιομορφία,
ίδιοι πόνοι, ίδιες χαρές. Λίγες.

*Από τη συλλογή «Στρατός ξυπόλητων λέξεων», Εκδόσεις Βακχικόν, 2018.

Έφη Καλογεροπούλου, από τον “Χάρτη ναυαγίων”

TITANIC BAR

Without faith hope changes look
it wrinkles
its blood stagnates
water doesn’t quench its thirst
it merely drags its feet along the street
darkness gnaws the rest

I fall beside me scared
blind empty of image
what ends one morning
is death lulling pigeons to sleep

Black dyes
fire scorches
memory is on fire

Always keep at home
the damaged radio
I’ll always leave at dawn stepping
on TV antennas
and crushed white fags
something smells
of liquor and honey
Travellers usually
leave the door open behind them

Χωρίς πίστη η ελπίδα αλλάζει βλέμμα
ζαρώνει
το αίμα της λιμνάζει
το νερό δεν ξεδιψά
σέρνει τα πόδια του στην άσφαλτο
σκοτάδι ροκανίζει τα υπόλοιπα

Πέφτω δίπλα μου τρομάζοντας
τυφλός άδειος εικόνας
ό,τι τελειώνει ένα πρωί
είναι θάνατος που κοιμίζει γλυκά τα περιστέρια

Το μαύρο βάφει
η φωτιά καίει
η μνήμη καίγεται

Θα κρατάς πάντα σπίτι σου
το χαλασμένο ραδιόφωνο
θα φεύγω πάντα ξημερώματα
πατώντας σε κεραίες τηλεόρασης
και σκοτωμένα τσιγάρα άσπρα
κάτι μυρίζει οινόπνευμα και μέλι

Οι ταξιδιώτες συνήθως
αφήνουν πίσω τους την πόρτα ανοιχτή

*“Χάρτης ναυαγίων”/ “Chart of Shipwrecks”, Εκδόσεις Μετρονόμος, 2017. Αγγλική μετάφραση: Γιάννης Γκούμας.

Γιώργος Δάγλας, Ήμουν εκεί

Ήμουν εκεί,
όταν ανέκριναν τους νεκρούς
και κερμάτιζαν τη μνήμη
να τη μοιράσουν στους επαίτες.
Ήμουν εκεί,
ψάχνοντας το «αν» των αιώνων
στις σκοτεινές γωνιές της ιστορίας.
Ακούστε λοιπόν
την ομολογία του δολοφόνου
και ακουμπήστε το δάχτυλο
στην πληγή της αλήθειας.
Ήμουν εκεί,
μάταιος και μόνος.
Νύχτα και με τύφλωσε το φως.
Ούρλιαζαν και χόρευαν περιμένοντας τη λάβα
έρχονταν και περίμεναν.
Έδεναν τα πλοία.
«Εδώ είμαστε», έλεγαν
και δουλεύουμε σκληρά
να καταργήσουμε το θάνατο
να ξεχυθεί το λυπημένο δάσος
στην αιώνια επιστροφή.
Ήμουν εκεί και ήμουν μόνος.
Νύχτα ήταν, με τύφλωσε το φως.

*Από τη συλλογή “Καντάδες για ένα δαίμονα”, εκδ. Φίλντισι, 2015.

Ράνια Καραχάλιου, από τη «Σκλήθρα»

το σκιάχτρο

Το σκιάχτρο παρέμενε στο ίδιο σημείο. Τα τεντωμένα χέρια του, κάτι τσουγκράνες σκουριασμένες, κυοφορούσαν α-διαλείπτως την ελπίδα μιας πελώριας αγκαλιάς, μιας επίγειας με το άλλο ένωσης. Ακλόνητο περίμενε κι άφηνε τις μέρες να γλιστρούν μες στ’ αχυρένια σπλάχνα του. Δεν είχε αντιληφθεί πως σκοπός του ήταν ν’ αποστρέφει.

πρωτίστως
δεν είχε αντιληφθεί πως
δίχως σάρκα
τα χάδια φαρμακώνουν

Κατάφερε ωστόσο τ’ όνειρό του να βιώσει. Το λυπήθηκε κάποτε η φιλεύσπλαχνη φωτιά και τ’ αγκάλιασε με θέρμη.

***

σιωπή πολυτελείας

Μαύρα σακάκια φόραγαν, τύποι πελώριοι, θαρρείς κρύβαν ξυλοπόδαρα μες στα μπατζάκια τους, τύποι με τιθασευμένες φαβορίτες, γυαλιστερά μουστάκια και σιδερωμένες μούρες. Σ’ έναν πάγκο στη μέση της πλατείας είχαν απιθώσει ζυγαριά πολυτελείας. Απερίσπαστοι, στον ένα ζυγό έβαζαν σιωπή και στον αντικριστό χρυσάφι.

Όταν ισορρόπησε η ζυγαριά, αναφώνησαν με δέος η σιωπή είναι χρυσός. Έγχαροι σφήνωναν χρυσάφι στις μασέλες τους και μοιράζαν βουβαμάρα.

κι έπαιρναν οι άνθρωποι
ξεχνώντας πως
η κούφια σιωπή
δεν επουλώνεται
κακοφορμίζει

*«Σκλήθρα», Εκδόσεις Εκάτη, 2018.

Λεωνίδας Γαλάζης, Δύο ποιήματα

ΜΕΝΟΥΝ ΟΙ ΛΑΜΨΕΙΣ

«…οί σπίθες […] φτάσανε ως τους
ουρανούς, γίναν αστέρια».

Αργύρης Χιόνης, Εσωτικά τοπία

Μην κοιτάς, μου ’λεγες, με γυμνό μάτι
τις εκτυφλωτικές λάμψεις των συγκολλήσεών μου.
Μα εγώ συχνά σε ξεγελούσα
για να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι το μέγεθος της ζημίας.
Κατά τ’ άλλα πειθαρχούσα
αν και σ’ ενοχλούσα με τις συχνές ερωτήσεις μου.
Δεν ήξερα, φερ’ ειπείν, γιατί κάθε τόσο
χτυπούσες με τη βαριά τα πυρακτωμένα μέταλλα
ούτε μπορούσα τότε να καταλαβω
γιατί μ’ έβαζες με μια βούρτσα σκληρή και με λίμες
ν’ αφαιρώ σχολαστικά τη σκουριά
από τις επιφάνειες των μετάλλων.
Αν και τώρα καταλαβαίνω πως το μικρόβιο της σκουριάς
το φέρουν εκ συστάσεως και το παίρνουν μαζί τους.

Τουλάχιστο μένουν οι λάμψεις
και τα φευγαλέα παιγνιδίσματα των σπινθήρων
που σε κλάσματα δευτερολέπτων ψύχονται
κι αμέσως κατακάθονται
με βαριά καρδιά στο πάτωμα
σαν ταπεινά ρινίσματα σιδήρου.

***

ΑΠΟΣΤΕΙΡΩΜΕΝΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ

Το νυστέρι της μνήμης.
Ήταν οι λεκέδες στο πάτωμα
και τ’ άλογο με τα διάτρητα φτερά.

Περγαμηνές στους διαδρόμους
σταγόνες λεμονιού
και νίψον ανομήματα
σε μυστικούς νιπτήρες
όπου με χίλιες δυο προφυλάξεις
τις μνήμες εμποτίζουν
με τα δραστικά της λήθης υγρά
ώσπου να μη θυμάσαι τ’ όνομά σου.

Δισκία, ενέσεις, περικοκλάδες
λευκοντυμένοι Σαμαρείτες
με τ’ αποστειρωμένα αισθήματα.

Κι εμείς κοιτούσαμε σκυφτοί
εκείνα τα πουλιά που λοξοδρόμησαν.
Κι οι σταγόνες της βροχής
μας κυνηγούσαν δίχως έλεος.
Φαρμάκι!

*Από τη συλλογή «Δοκιμές συγκολλήσεως», Εκδόσεις Φαρφουλάς, Ιανουάριος 2013.

Μαρία Γερογιάννη, Ποιήματα

Σε είδα, γη, πολύχρωμη βιτρίνα

Μες απ’ του ήλιου τις περασάδες
τ’ άβροχα βότσαλα θαλασσινής αυλής
τους ψιθύρους των δέντρων που σκορπίζουν τη γύρη
τον ξέγνοιαστο ορίζοντα που αστράφτει την αιωνιότητα
το βλέμμα της δύσης που κλείνει το χορό

Σε είδα, Αρετούσα, με τ΄ απελπισμένα σου δάκρυα
κι εσένα, τεθλιμμένε γέροντα, με τα στεγνά σου μάτια

Σε είδα, γη, πολύχρωμη βιτρίνα

***

Έρωτας και Θάνατος τονίζονται στην πρώτη συλλαβή
Μα η Ζωή στην τελευταία

***

Τελευταία Πράξη

Ο κότσος των μαλλιών σου σταθερός
κρυμμένα μέσα όλα τ’ ανεκπλήρωτα
Ο καθρέπτης πίσω απ’ την πόρτα
ανοιγόκλεινε τη ζωή σου

Τόλμησες πριν απ’ το τέλος
Μαλλιά λυμένα, ξανθά, σγουρά
και κόκκινα χείλη
Έτσι να τ’ αγγίξει ο έρωτας
Είπες, να δω τον καθρέπτη

*Από τη συλλογή “Άδειοι στίχοι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.

Δημήτρης Φιλελές, Κατάντικρυ στη θάλασσα

Σταθήκαμε κατάντικρυ στη θάλασσα
αγναντεύοντας τα ελπιδοφόρα περαστικά πλοία
της γραμμής
να αναχωρούν προς τον αχανή ορίζοντα
σχίζοντας περήφανα τα κύματα
αφήνοντας πυκνά σύννεφα καπνού
απ’ το στητό φουγάρο τους
με την μπουρού να σφυρίζει παρατεταμένα
με γλάρους συνταξιδιώτες
να κλέβουν μικρές μπουκιές ψωμί
απ’ τ’ ακροδάχτυλα των εύθυμων επιβατών
με λευκά μαντίλια αποχαιρετισμού γύρω μας
με τη στυφή γεύση του ούριου ανέμου
Στον ουρανίκο
ώσπου μείναμε πάλι μόνοι
σιωπηλοί φύλακες της ακύμαντης προκυμαίας.

*Από τη συλλογή “Θρ…ίαμβοι και απώλειες”, Εκδόσεις Απόπειρα, 2018.

D. H. Lawrence, The Ship of Death / Το πλοίο του θανάτου

Ι

Now it is autumn and the falling fruit
and the long journey towards oblivion.

The apples falling like great drops of dew
to bruise themselves an exit from themselves.

And it is time to go, to bid farewell
to one’s own self, and find an exit
from the fallen self.

Τώρα είναι φθινόπωρο, τώρα ή πτώση των καρπών
καί τό μακρύ ταξίδι πρός τή λήθη.

Τά μηλα πέφτουν σάν μεγάλες σταγόνες δροσιάς
κι ανοίγουν, έπιχειρώντας νά βγουν από τόν έαυτό τους.

Νά φύγουν έφτασε ή ώρα, τόν εαυτό τους
ν’ άποχαιτερήσουν, καί νά ’βρουν μιά διέξοδο
από τόν έκπεσόντα έαυτό.

II

Have you built your ship of death, 0 have you?
Oh build your ship of death, for you will need it.

The grim frost is at hand, when the apples will fall
thick, almost thundrous, on the hardened earth.

And death is on the air like a smell of ashes!
Ah! can’t you smell it?

And in the bruised body, the frightened soul
finds itself shrinking, wincing from the cold
that blows upon it through the orifices.

Έχετε φτιάξει τό πλοίο τού θανάτου, τό κάνατε;
Ώ, ναυπηγείστε τό πλοίο του θανάτου, θά τό χρειαστείτε.

Η μαύρη παγωνιά έρχεται, όταν τά μήλα πέσουνε
πυκνά, μέ θόρυβο σχεδόν, πάνω στη σκληρή γη.

Κι ό θάνατος υπάρχει στόν αέρα όπως ή μυρωδιά άπό τις στάχτες!
Άχ, μπορείς νά τόν μυρίσεις;
Στό τσακισμένο σώμα, φοβισμένη ή ψυχή
βρίσκει τόν εαυτό της μαζεμένο, σφιγμένο άπ’ το κρύο
πού έρχεται κατά πάνω του μές άπ’ τίς ρωγμές.

ΙΙΙ

And can a man his own quietus make
with a bare bodkin?

With daggers, bodkins, bullets, man can make
a bruise or break of exit for his life;
but is that a quietus, 0 tell me, is it quietus?

Surely not so! for how could murder, even self-murder
ever a quietus make?

Μπορεί ό άνθρωπος τή λύτρωσή του νά πετύχει
με μιά χοντρή βελόνα;

Μέ στιλέτα, σφαίρες καί χοντρές βελόνες, μπορεί ό άνθρωπος ν
νά χτυπηθεί ή νά κόψει τό νήμα τής ζωής του-
μά είναι λύτρωση αυτό; ’Ώ, πείτε μου, είναι;

Σίγουρα δεν είναι! Πώς θά μπορούσε ένας φόνος, ακόμα
καί μιά αύτοκτονία τή λύτρωση νά φέρει;

*Από τη συλλογή “The Ship of Death / Το πλοίο του θανάτου”, εκδόσεις Θράκα,2015. Μετάφραση: Κώστας Λάνταβος.

Ιωάννης Ψάρρας, Ο…ΟΟ

Δέξου με δεντρί, δέξου με κυπαρίσσι

Πολλών ανθρώπων άστεα
οίδα μέσα στα χρόνια.

Σα τρίκλωνος βασιλικός
και σαν αντρειωμένος
σκαλί-σκαλί τ’ ανέβηκα
τα έμορφα τα νειάτα μ’.

Με μια ξανθιά κοιμήθηκα
μιας χήρας θυγατέρα.
Αναπαμό δεν είχαμε
εδώ στον ξένο τόπο.

Μ’ αφήκαμε τα χνάρια μας
και την καλή μας μέρα
δυο ποτιστήρια με νερό
και δυο κανάτες μέλι.
Η μια απ’ τα θυμάρια μας
η άλλη κυπαρίσσο
στη ρίζα του κυπαρισσιού
να βγαίνει θυμαρέλι.

Να λένε τα κλεφτόπουλα
με τ’ άϊφον στα χέρια
εκεί πάνω στα μνήματα
’κει πάνω στα ντεθμέταλ.

Δυο νιοι που γέρασαν μαζί
μιλούνε όλη νύχτα
και λένε λόγια που αν τα δεις
γραφτά στο μέτωπό σου
θα βρεις το νήμα για να ’ρθεις
κοντά στον εαυτό σου.

Κι από τα χίλια σ’ δάκρυα
θα μείνει μόνο ένα
το δάκρυ το κρουστάλλινο
απ’ το βουνό να τρέχει.
Θε να πλυθείς, να γιατρεφτείς
από τη δυστυχιά σου
από φθορά αφίλιωτη
κι από το μαύρο νείκος.
Να κατοικήσεις πια στη γης
με λεβεντιά και χάρη.

Μα σα σημάνει η καλή
η ώρα των ανθρώπω
κι ακούσεις τη γλυκιά φωνή
-τι πεθυμάς, τι θέλεις;
Σαν έτοιμος από καιρό
δαφνοστεφανωμένος
με μια χαρά αλόγιστη
με ένα άλλο γέλιο:

Αποθανήναι θέλω.

*Από τη συλλογή “Τα δημοτικά της επόμενης μέρας”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.