Andrew Franks, Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…

Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…

Με άνοιξες.

*Από τη συλλογή ”Sunflower Eclipse over Troia Nova”, Soul Bay Press, 2018.

Διάλογος για έναν

milenaphotopoetry's avatarmilenaphotopoetry

Και να που ήρθε ο καιρός
του γάμου των άφυλων μονολόγων,
σε μία τελετή
σεμνής ανατομίας.

Διαδικαστικόν:

Τυλίγεις
την ελκώδη γύμνια μου
σε νυφική αποστειρωμένη γάζα.
Οι συγνώμες γδύνονται
το κοινό σαρκίο τους
και για μία ύστερη φορά
τα δίκια αναποδογυρίζουν.
Κοιτούν ανάσκελα
μια ρεκλάμα αναπαλαιωμένης 
μνήμης
να επαναλαμβάνεται απλήρωτη
Να γητεύεται
και να γητεύει
της επιείκειας το μονάκριβο μάτι
και ολοπάνω του να μπήγεται
ο ξύλινος ορίζοντας
λες κι είναι δαίμονας .

-" μάζεψε τα μαλλιά σου,
μου κρύβεις το φεγγάρι"

-" ψάξε τα μάτια μου στην πλάτη.
Ορκίστηκα 
το αύριο να πληγώνω 
κοιτώντας μόνο πίσω"

-" άργησες μιά πανσέληνο
Ο ουρανός λυκάνθρωπος , 
μας δάγκωσε "

-" ας διαρρήξουμε έναν κήπο.
Να βυζάξουμε ασβέστη 
σαν τις γαρυφαλλιές 
στους τενεκέδες "

-" ξεκίνα, έρχομαι "

Για λίγο μόνον
σύμφωνοι
πεντάφτωχοι αγαπήσαμε.
Γενήκαμε κι οι δύο
Μάνες

View original post

Hans Warren, Στην Αλεξάνδρεια

Βυθισμένος στις σκέψεις. Προσπαθώντας
να ερμηνεύσει στη δική του γλώσσα
το έργο του ποιητή που πέθανε
μισόν αιώνα πριν. Διατακτικός
και ατημέλητος βγήκε στον δρόμο,
κοντοστάθηκε, κοίταξε. Εκεί βαδίζαν
ίσκιοι αλλοτινοί, σιδεράδες, γραφιάδες,
που μύριζαν σκουριά και ξυμένα μολύβια, όμως
μεταμφιεσμένοι έφηβοι. Να το ύποπτο
καφενείο. Το έλεος του ποτού. Κι όλα εγίναν
ποίηση κι όνειρο την πρώτη εκείνη
νύχτα στην περιβόητη Αλεξάνδρεια.
Το φως του φάρου, η μουσική, η βροντή των κυμάτων.
Ξεμέθυστον το πρωί τα πόδια του τον έφεραν
στον απόμερο δρόμο, στο σκουροκίτρινο σπίτι,
στα καταθλιπτικά δωμάτια, τα γεμάτα
χαλιά κι ανθοδοχεία και παραπετάσματα.
Από καιρό χαμένα. Όμως πού
είναι η φωνή, ο πλούσιος ήχος
που πρέπει όλα τούτα να τ’αρθρώσει;

*Από το βιβλίο ”Με τον τρόπο του Καβάφη – 20 ξένα ποιήματα”, έκδοση Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 1999. Μετάφραση: Χήρο Χόκβερντα.

Μάτση Χατζηλαζάρου, Ετούτες τις λαχτάρες του Μαγιού πώς να τις σβήσω;

Ετούτες τις λαχτάρες του Μαγιού πώς να τις σβήσω;
Ετούτα τα κλάματα ενός αιθέριου σούρουπου πώς να στερέψουνε;
Θρηνώ όλες τις χαίτες των κοριτσιών που ‘ναι ριγμένες
επάνω στα μαξιλάρια του συμβατικού έρωτα.
Θα τους δώσω μες στην ποδιά μου ένα άσπρο τριαντάφυλλο
κι ένα κόκκινο-ίσως τα δούνε, ίσως τα μυρίσουνε.
Θα τους δώσω μια χρυσόμυγα που βρίσκει ξαφνικά τον ήλιο
τραγουδώντας μες στα μαλλιά μου-ίσως τη δούνε, ίσως την ακούσουνε.
Θα τους πω: κοιτάτε τους άντρες τους λεβέντες, τους ελεύθερους,
τον άντρα λιοντάρι, τον άντρα καραβιού κατάρτι, τον άντρα έλασμα
και τόξο και φωνή από κορφοβούνι σε κορφοβούνι-τότε ίσως του δοθούνε,
ναι, ίσως ερωτευθούνε.
Αν είχα την φωνή που ζητάω, μια πολιτεία ολάκερη δε
μου’φτανε για να την παρασύρω στο ανοιξιάτικο μου διάβα.
Ρωτάω: άνθεξε ποτέ κανένας στα δειλινά που δεν πεθαίνουνε,
και στις ευωδίες που δε χάνουνται αλλά γίνουνται σκιές μας,
και στις πέντε μας αισθήσεις όταν λαχανιάζουνε και κράζουν
την καρδιά μας;
Τα μεταξωτά μου μέλη θε ν’ απλώσω πάνω σε μιάν άμμο δροσερή,
το βλέμμα μου θε να χάσω μες στ’ ανεξάντλητο γαλάζιο της
δικής μου θάλασσας, οι αναπνοές μου κι οι παλμοί μου θε να’ναι
οι αναπνοές και οι παλμοί του διάχυτού μου έρωτα.
Έρωτα, αγάπη, πόθο, ηδονή
Έρωτα, Έρωτα.
*
Ναυτίλος μεγαλόπρεπος πάνω στο τραπέζι μου
κοχύλι άσπρο και πυρρό
παλιό κέλυφος ζώου με φροντίδα
αν και το περίβλημα είναι πάντα έρμα
εγώ όταν φύγω στο θάνατο
το κάλυμμα που θα’ χω εκκρίνει
δε θα’ναι παρά λόγια λογιών.
*
Διαγράφουν περισσότερο από’ να σύμπλεγμα
φανερώνουν ακόμα περισσότερα χρώματα
κι από συμπλέγματα ανάλογα με τη λάμψη
των φτερών τους τόσο λεπτά
όσο και τα χόρτα τσίνορα πλάι στο ρυάκι
ζευγαρώνουν η μια σχηματίζοντας έλικα
κι η άλλη αγκίστρι
οι λιμπελούλες ή ντεμουαζέλες
αρσενικές και θηλυκές
Εσύ που το μάτι σου είναι χείλι
Κομπολόι οι ροδοδάφνες φωτισμένες από τα ερευνητικά αυτοκίνητα
Όλη νύχτα τις μετράνε μία μία το άλλο κομπολόι απλώνεται νω-
Θρά κοίτα τα γριγριά που η θάλασσα του Φαλήρου λικνίζει
Αγαπώ τους καρπούς των χεριών σου κλωνάρια της λεύκας
μακριά έξω στον όρμο τα πολεμικά φωταγωγημένα με λαμπτήρες ως
τα πιο ψηλά κατάρτια διαγράφουν μια τρελή γεωμετρία
τα χάδια σου μυρίζουνε γαρίφαλο
λόγχη της πιο περήφανης αγαύης πάνω σ’ έναν ξερό λόφο της Αττικής
ο μηρός σου έχει το χνούδι του ήλιου
φωνές των κυμάτων μες στη σπηλιά όπου σκαρφαλώνω πάνω σ’ ένα
βράχο αγαλλίαση η δροσερή παλάμη στήριγμα της πλάτης μου
πόσο κάθετος είσαι
τη νύχτα ένας φάρος μακρινός σάρωνε και ξανασάρωνε το κρεβάτι
μας από τότε ανοίγω την αγκαλιά μου στο βλέμμα των φάρων
μ΄έχεις γοργόνα ακρόπλωρη
πέρα απ΄τα γαλάζια λαγκάδια είναι το βουνό ανάμεσα οι βελόνες
των πεύκων μας σκιάζουν με κρόσσια κατά την πνοή της αύρας
χαμογελάς βαθιά στα σωθικά μου
*
Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω
να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, πού’ ναι
σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.
*
Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου
τα χέρια σου δύο μικρά τρυφερά καβούρια.
Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί,
σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη
τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου , με τα τρία μου δάχτυλα,
και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.
*
Κάποτε ακουμπάμε τον εαυτό μας σαν ένα κουμπί γυμνό
επάνω σε ένα καθρέφτη και την αυγή βρίσκουμε ένα χαμομήλι
μες στον ανοιξιάτικο κάμπο.
Κάποτε ακουγόμαστε σαν την πιο θριαμβευτική κραυγή ζώου,
κι όταν ξανασταθούμε ν’ ακούσουμε ο ήχος μας είναι
σκληρό γρατσούνισμα φτυαριού πάνω στον άγονο βράχο.
*
Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ’αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει
τον καλπασμό του αλόγου.

Primo Levi (1919-1987), Το τραγούδι του κορακιού

«Ἀπὸ πολὺ μακριὰ εἶμαι φερμένο
Κακὰ μαντάτα γιὰ νὰ φέρω.
Πέρασα τὸ βουνὸ
Τὸ σύννεφο ἔσκισα τὸ χαμηλὸ
Καὶ σὲ στέρνες τὴν κοιλιά μου καθρέφτισα.
Πέταξα χωρὶς νὰ ξαποστάσω
Γιὰ μίλια ὁλόκληρα χωρὶς νὰ ξαποστάσω
Γιὰ νά ’βρω τὸ παράθυρό σου
Γιὰ νά ’βρω τὸ αὐτί σου
Τὸ καινούριο κακὸ νὰ σοῦ πῶ
Ποὺ τὴν χαρὰ τοῦ ὕπνου θὰ σοῦ πάρει
Ποὺ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ θὰ σοῦ τὰ μαγαρίσει
Ποὺ κάθε βράδυ στὴν καρδιὰ θὰ σοῦ θρονιάζεται».
Αἰσχρὰ τραγουδοῦσε, χορεύοντας
Πέρα ἀπ’ τὸ τζάμι, πάνω στὸ χιόνι.
Σὰν ἔπαψε, κοίταξε ὅλο μοχθηρία
Σταύρωσε μὲ τὸ ράμφος του τὸ χῶμα
Καὶ ἅπλωσε τὰ μαῦρα του φτερά.

*Μετάφραση: Χρῖστος Κρεμνιώτης.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://theshadesmag.wordpress.com/2017/09/14/primo-levi-three-poems

Χριστιάνα Αβρααμίδου, Ποιήματα

Ιούλιος
Σάββατο
23:30

Είμαι κουρασμένη.
Απ’ τις πολλές ώρες στο σκοτάδι
σ’ ένα χώρο
που περιμένω να ζήσεις.
Με τις ενοχές τού κόσμου να μιλούν
για ένα σώμα
με δυο πόδια,
δυο χέρια,
και δυο μάτια.

Κουρασμένη είμαι
που κουράστηκες πριν εμένα.
Θα φύγω
έλεγα επανειλημμένα
θα φύγω δίχως να περιμένω
το επόμενο πλοίο για τον Πειραιά,
να με γυρίσει στην Αθήνα που αγάπησες
σε αυτήν που έριχνες τα εικοσάρικα
απ’ το μπαλκόνι με φόρα
να πεταχτώ στο περίπτερο να σού πάρω,
γάλα,
τσιγάρα
και παγωτό.

Χάσαμε έναν δικό μας.
—Χρόνο άλλο
να μάς νοιάζει
δεν είχαμε—
και απλά υποσχεθήκαμε.

«Ξύπνα, αδερφέ,
ως αύριο
ο κόσμος θα ’χει φτιάξει».

***

[ΠΕΡΑΣΑ, Κική Δημουλά]

Άλλαξε η εποχή.
Δεν ξέρω αν τώρα λυπάσαι
-μη-
η ώρα που νυχτώνει
έμεινε όμως η ίδια,
αν και δεν είμαι σίγουρη
ποιά είναι
η μικρότερη νύχτα του χρόνου.

«Μωυσή
τα πάντα για την ανθρώπινη ψυχή
γιατί δεν τα ’πες και σε εμένα;»

Αγαλματάκια Ακούνητα,
νύχτα.

Χίλια και ένα
μέτρησα χθες βράδυ τα μέλη μου.
Μόνο σε μία
και όχι σε χίλιες και μία νύχτες.
Στις χιλιάδες προσωπικότητές μου συστήθηκα
να τις αγγίξω επιχείρησα,
με στένευαν όμως
τα καινούργια μου παπούτσια.

Χίλιες και μία νύχτες σε θυμήθηκα.
Δεν σε συγχώρεσα όμως
σε καμία.
Μνήμες και λεπτομέρεια
πολύ μού στοίχισαν
χίλιους και έναν στίχους ξαναθυμήθηκα,
ούτε ένας
δεν ήτανε δικός μου.

*Από τη συλλογή «Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει», εκδόσεις Οροπέδιο, 2014.

Δια βίου πάθηση

nefelor's avatarnefelor

Η σταγόνα που περιπλανιέται μέσα του

βγήκε από τα μάτια της.

Το βασίλειό του και η δυναστεία του διαρκούν

όσο τέσσερα γκελ μιας πλακέ πέτρας

στην επιφάνειά της κατά μήκος.

Lapis Lazuli.

Ο ρυθμός που υπαγορεύει ο μετρονόμος της σιωπής είναι φυγή.

Το σκοτάδι δραπετεύει απ’το ημίφως και όταν έρχεται η νύχτα

η γη γεννά αγάλματα με καισαρική.

Το πρωί επιστρέφουν στην μήτρα τους ραγισμένα ,σερνάμενα

ακέφαλα,χωρίς καρπούς κάποια, χωρίς μηρούς ,δεξιά και αριστερά άκρα θρυμματισμένα

κρατώντας ανοιχτά ραδιόφωνα στα βραχέα

η πέτρινη καρδιά χτυπά ακόμα.

Ανατριχίλα.

Η στιγμή σχίζεται στα δύο.

Κάτω από την άσφαλτο μια χώρα νεκρών,

από κάτω συναγμένοι

Ζηλωτές και Οθωμανοί

κι άλλοι πιο κάτω κι άλλοι ,Σεφαραδίτες, Βυζαντινοί και Νορμανδοί, αρχαίοι άρχοντες, Λατίνοι τροβαδούροι.

Στα πεζοδρόμια της Σαλονίκης

Εγνατία , Ιπποδρομίου,Ντεπώ.

Αυτός περπατά παράλληλα μαζί τους

εκείνοι στριμωγμένοι προλαβαίνουν να γράψουν κάτω από τις σόλες των παπουτσιών του

“ανόητε” στην δεξιά

“αγάπησε” στην αριστερή.

Κάποιος…

View original post 376 more words

Ο Μαύρος Άγγελος κι ο Θοδωρής (μνήμη Θόδωρου Μπασιάκου)

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Να, μαζευτήκαμε εδώ
να καλωσορίσουμε τον Άγγελο
κι εσείς με τα φτερά
κι εμείς
οι ξεπουπουλιασμένοι
-τ’ αγέρι τούτο που φυσά
πόθεν προέρχεται;
-μην είναι από πέρα;
-ή κείνο το παλιόσκυλο με τα μυτερά αυτιά
ξανά βαριανασαίνει;
να, ήδη γεμίσαμε κρασί
και πάτους και βαρέλια
μα οι κούπες όλες
θρύψαλα
κι ήρθε κι αυτός με το λιανό κορμάκι του
και ζήτησε μιαν κούπα
-κι άμα δεν έχετε,
μια κούπα από τη στάχτη μου να φτιάξετε συντρόφοι
σαν θα γεμίζει με κρασί
μπορεί να ξαναζήσω!*

Ο Άγγελος πέρα μάς αγνάντευε
κι είτε φτερούγιζε
είτε αεριζόταν
ο ζηλιάρης._

ΚΛ – 07/2020

*Τρία ρουμπαγιάτ – Ομάρ Καγιάμ

View original post

Νάνος Βαλαωρίτης, Εστίες μικροβίων

Στο διπλανό τραπέζι ενός καφενείου
Στη διπλανή καρέκλα ενός θεάτρου
Στη διπλανή μου θέση στο λεωφορείο
Ο μπροστινός μου στή γωνιά του κινηματογράφου

Τρία πρόσωπα σ’ ένα δωμάτιο
Όταν ο ήλιος έπεφτε στό πάτωμα
Τρία πρόσωπα συγκοινωνούντα
Ήταν στο βάθος ένα

Γαλανά μάτια με τυλίγανε
Όπως τυλίγει ο ούρανός τη θάλασσα
Όπως τυλίγεται σ’ ένα βουνό ένα σύννεφο
Όπως ξετυλίχτηκε η ζωή μου

Τρία πρόσωπα που αλέθανε
Τη μοίρα μου μ’ ένα καλάμι
Το κίτρινο και το πράσινο
Μαχαίρωσαν το κόκκινο για να το κάψουν…

(Μέσα μου ένας ΝΑΝΟΣ ψήλωνε
Ψήλωνε ώσπου να χαθεί στα σύννεφα
Μέσα μου ένας ΓΙΓΑΣ μίκραινε
Μίκραινε ώσπου νά χωθεί στο χώμα)

Πίσω από μια κουρτίνα κόκκινη
Κρυφάκουγε ο άνθρωπος του πλήθους
Έβλεπε ό.τι γινόταν μέσα του
Μα τίποτα δεν καταλάβαινε

Τό μυστικό της Αλχημείας είναι πώς
Ν’ ανάψης στην καρδιά ένα φως
Που να την καίει σιγά σιγά
Ώσπου να γίνει θαλασσιά

Μέσα στο ήλεκτροφώτιστο δοχείο
Η αλήθεια ανάβλυζε σαν νερό
Απ’ την πηγή του εαυτοϋ της
Η αλήθεια που αγαπούσα με φανατισμό.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τραμ”, Δεύτερη Διαδρομή, Δεύτερο Τεύχος, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβρης 1976, σελ. 131. Η εικόνα της ανάρτησης δημοσιεύτηκε στην ίδια σελίδα.