Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Τρία ποιήματα

Ε
ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ

Μιά μακριά αλυσίδα οί άνθρωποι
Πού φορά στόν λαιμό του
Πνίγει καί πνίγεται
Ελεήμων τάχα αιώνας
Μέ τήν πρόθεση πάντα – κατά
Καταγράφει, καταδεικνύει
Καταμετρά -καταπέλτης- τους υπεράριθμους επιβάτες
Μίας λέμβου άυλης πού στάλθηκε να διασώσει
Σημειώνει τίς βεβαιωθεΐσες απώλειες -για λογους
στατιστικής μόνον-
Καί μην έχοντας άλλον χιτώνα γης νά μοιράσει
Κατανέμει τ’ αγροκτήματα τού ουρανού στούς εποικους
’Όνομα μικρό κι έπώνυμο τ’ όνειρο
Εκτάρια πόσα ζωής; Ρωτά.

Ύστερα πλήρης νοήματος, άφρων
Σωπαίνει.

***

η
ΗΧΩ

Μισάνοιχτα παράθυρα
Νά πλέουν έξω βραδιάζοντας
Οι καημοί…
Καί λεπτές φωνές συνωμότες
Νά πλέουν έξω
Σ’ ένα ατέλειωτο παιγνίδι παιδιών
Πού μεγάλωσαν
Νά πλέουν
Κι άκόμη άντηχούν τό κλάμα τους
Μές στό φιλί τους…
Νά πλέουν
Τά μικρά μονοσύλλαβα μιας ευτυχίας στιγμής
Νά πλέουν έξω
Δυό σκιές πίσω άπ’ τό τζάμι πού πέρασαν γρήγορα
Έξω βραδιάζοντας
Καί τώρα στό μέσα δωμάτιο
Μοιάζουν νά έγιναν πεταλούδα
Νά πλέουν έξω
Πάνω στό γείσο τής νύχτας μισανοίγοντας
Νά πλέουν
Τά όνειρα ξανά σάν φτερά
Νά πλέουν
Σκέπασέ με έμέ με με εεε
Έξω βραδιάζοντας
Οι καημοί…

***

I
ΙΧΝΟΣ

’Ίχνος χρόνου κανένα
Σάν απάτητο τής μνήμης τό έδαφος
Κάθε πού τό περνά, όμοια νερό, τό φιλί
Επιστρέφει πιό νέο
Βουλιάζει -βήμα στήν άμμο-
Σκέψεις, εικόνες, αισθήματα
Κι ύστερα δυνατά πιό πολύ
Ξαναφέρνει
Τη λαχτάρα πού κοίταγα
Καί μέσα στό πλήθος σέ βρήκα
«Αΰριο, αΰριο»
Σάν γιά πρώτη φορά
’Ίχνος χρόνου κανένα άφήνοντας
Ό παλιός έρωτάς μας Πιό νέος
«Αύριο. Στήν άγκαλιά μου. Ξανά».

*Από τη συλλογή «Το ψηφιδωτό της νύχτας», Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 2018.

Ράνια Καταβούτα, Δύο ποιήματα

ΚYΔΟΣ

Αυτό το σπίτι κρέμεται στον αέρα
βυζαίνει φώτα και φασαρία.
Στην άλλη του ζωή θα ήταν παιδί
που έτρεχε στον δρόμο
μπαλαρίνα ξυπόλητη μες στη νύχτα.

Όταν κλείνεις την πόρτα και φεύγεις
ο ήχος που ακούς
δεν είναι το φως που έσβησε
ο χαλασμένος διακόπτης
είναι ο αναστεναγμός που βγήκε απ’ τον τοίχο.

Τα σπίτια είναι ζωντανά
με μάτια παράθυρα
και πόρτες καρδιές
τοίχους γεμάτους φλέβες.
Το αίμα τους είναι οι άνθρωποι
που κοιμήθηκαν στα στρώματά του
και δέρμα οι μυρωδιές τους.

Τόσοι ποιητές μίλησαν για τα σπίτια
κι απόψε βλέπω το δικό μου
να χορεύει με το φεγγάρι.

***

ΕΡΩΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ

‘Οταν μου είπες «έχω ερωτευτεί τα κείμενά σου»
δεν φανταζόμουν ότι το εννοούσες
ότι πέρναγες μέρες κλεισμένος στο σπίτι
με ποιήματα αγκαλιά
σελίδες χυμένες στο πάτωμα
ξενυχτισμένα laptop και ατέρμονα mail
ώρες πάνω από το τηλέφωνο
να πάρεις ή να μην πάρεις

δε φανταζόμουν ότι το εννοούσες
ότι έκανες τις σκέψεις μου σεντόνια να κοιμηθείς
ότι ονειρευόσουν γράμματα, κόμματα και τελείες
και βέβαια αποσιωπητικά

Ερωτεύτηκες τις λέξεις μου
πάει να πει
ερωτεύτηκες το δέρμα και το αίμα μου

Όμως ένα τηλέφωνο ποτέ δεν πήρες.

*Από τη συλλογή “Μπαλαρίνα μεσ’ στη νύχτα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2019.

Ειρηναίος Μαράκης, Δύο ποιήματα

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

Ανησυχώ, μου είπες, τώρα που πέθανε ο ποιητής τι θα απογίνουν οι γάτες του.
Δεν απάντησα. Σκεφτόμουν τις αρβύλες που είχε μαζέψει, εδώ και χρόνια, μέσα από τα ποιήματα του, οι οποίες από εδώ και μπρος χωρίς τη φροντίδα του θα έμεναν αγυάλιστες.

*Πρώτη δημοσίευση.

***

ΣΥΝΤΡΙΒΗ

Και να σου δώσω συντριβή

που λέει ο Χριστιανόπουλος

εγώ τι θα κερδίσω, πες μου

όχι, αγάπη μου

η κατάνυξη κι η μοναξιά

δεν φτάνουν, δεν αρκούν

στον σύγχρονο κόσμο, ξέρεις

αν δεν υπάρξει ανταμοιβή, έρωτας δεν υπάρχει

κι όταν λέμε για ανταμοιβή

ούτε για κλωτσιές μιλάμε, ούτε για χειροφιλήματα

με χρήμα πια πληρώνουμε.

Ύστερα, σαν έτοιμοι από καιρό,

μια στημένη φωτογραφία μας

στο ίντερνετ ανεβάζουμε

με στίχους κάμποσο ρομαντικούς και ροζ

έτσι για το λάικ των ψηφιακών φίλων

και για την αναγνώριση.

*Πρώτη δημοσίευση στο “Ατέχνως” 10.11.2018.

Πόπη Αρωνιάδα, Δύο ποιήματα

XLI

…άπλωσα xι άγγιξα
το σμήνος του κόσμου
μαζεμένο στ’ ακροδάχτυλα
στις προεξοχές ενός τούβλου
σκεπασμένο με λειχήνες
Εικόνα κιτρινισμένη
οι νύχτες της εφηβείας
τότε που το όλο της χαράς
τόπι ολοστρόγγυλο ήταν
χωρίς γωνίες, χωρίς ακίδες
έκανα μαζί του σάλτα
μ’ όλο το εύρος της ύπαρξης
Τώρα, λύγκας λευκός
μπροστά σε παγόβουνο που αιμορραγεί
ανασύρω απ’ τη σκιά του χρόνου
μια πέρδικα χαρά
χορεύουμε απαλά στους ήχους
ενός νεκρού συμβιβασμού
Η καρδιά ορτύκι λαλεί γλυκά με χάρη
προτιμώντας
τα χέρια του κυνηγού

ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΑΛΜΑΤΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

***

XXVI

…τσουγκρίζω το ποτήρι
στον καθρέφτη
πίνω στα κύτταρα
της πρώτης ύλης
γράφω σύμβολο πίστης
για τη μοίρα των προνομιούχων
αθώα γυμνή
χωρίς το παραλήρημα των ρούχων
ορίζομαι εκάστοτε από στόματα
σφυρίζοντας αδιάφορα
κάτι παλιά κομμάτια
γλυκά παράφορα
Παίξτε κομπάρσοι
αλλάξτε κοστούμια στους νεκρούς σας
φυτέψτε τους
κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
ποτίστε τα κόκαλα
ν’ ανθίσουν οι ψευδαισθήσεις
εγώ ποτίζω τη δική μου
χαίρε λοιπόν ελευθερία
δεκτό το βέλος του δικαιώματος
στο χορό των χερουβείμ…

ΧΑΙΡΕ ΦΑΡΕ ΦΩΤΕΙΝΕ

*Από τη συλλογή “Ροκέ”, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2019.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος / Θαλερός Κ, παράφωνη αλήθεια

Όλα παιγμένα πάνω σ’ ένα ψέμα αληθινό
τόσο τρυφερά
μ’ έμπειρα δάχτυλα
στο πιάνο

όλα παιγμένα
πάνω σ’ ένα σκοπό χωρίς σκοπό

Δεν πάει άλλο το τραγούδι σου με τη φωνή μου
κάποιος πρέπει να πει την παράφωνη αλήθεια

έστω κι αν είναι να σιωπάσουμε για πάντα

Σπύρος Μεϊμάρης, Δύο ποιήματα


ΕΙΚΟΝΑ

Η εικόνα συγκροτείται.
Από αυτό το άνοιγμα αντικρίζει κανείς
έναν ολόκληρο κόσμο, μια πλήρη σύνθεση.
Τα φύλλα των δένδρων λικνίζονται θεσπέσια,
ποίηση σε κίνηση.
Δυο σουσουράδες εναλλάσσονται
στην αιχμαλωσία της προσοχής μου.
Πότε η μία στην κορυφή του δένδρου,
πότε η άλλη καβάλα στην κεραία τηλεόρασης.
Δεξιότερα, μια μορφή κρυμμένη
πίσω από παλωμένα ρούχα.

***

FIRST THOUGHT BEST THOUGHT

Φωτεινός αέρας με καθαρή
εικόνα στο βάθος.
Επιστρέφω στην πηγή μου.
Επιστρέφω στα μάτια μου.
Μέσα από τις κεραίες
ο ουρανός.
Ήσυχο διάστημα.
Αναπαύονται οι φάκελοι
στα γραφεία.
Τα χαμόγελα υπάρχουν
το πρωί.
Τα πόδια πονούν.
Τα σύννεφα με χαιρετάνε
και Ποίηση είναι μονάχα
το Κενό.

*Από τη συλλογή “γραφτά”, Εκδόσεις Απόπειρα, 1998.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το έργο του Τζέιμς Τιερέ «Tabac Rouge» («Κόκκινος καπνός»).

Θεοδώρα Βαγιώτη, Χαρτογράφηση

Όταν κοιτώ
από το φεγγάρι
τους ανθρώπους
να πλέουν τις θάλασσες
με μαύρα πανιά
να κραδαίνουν τις σπάθες τους στα στήθη των άλλων
να καίνε ξάρτια και σημαίες πάνω στο κύμα

ας είναι
κάνε μόνο αυτό

κράτησέ μου τα μαλλιά
σκούπισέ μου τα δάκρυα
βάλε το χέρι σου στο δικό μου
αν σε λένε Θεό τους
εγώ σε λέω
παιδί μου,
που χαράμισες τη δύναμή σου
στο τίποτα,
άσε τα κλαψουρίσματα και
δώσε το μέλι στον φτωχό
το έμβρυο στη μάνα
δώσε στον ύπνο όνειρα και κάνε τα παραμύθια
και στον αυτόχειρα φτερά
λίγο πριν απ’ την πτώση του
στη γέφυρα του Ταλαχάσι*

*Ode to Billy Joe, Bobbie Gentry

Ιάσων Δεπούντης, Η μαθηματική διάσταση στην ποίηση

Το χάος (χώρος της ψηφιολέξης υπαρκτός) κοπάζει.
Όλα γίνονται τάξη ροής, όπως το γρήγορο νερό εκεί.
Ωστόσο κάποια είδη συστημάτων ανήκουν στην επικράτειά της.

Τότε ήταν στην επιστροφή που πρόσεξα τα χέρια της
χρυσοπράσινα κλωνάρια της τριανταφυλλιάς.

Τότε ήταν στο γύρισμα της νύχτας που άκουσα
θρόισμα φύλλων τις κουβέντες της.

Τότε στην επικράτεια του κυκλάμινου στον κήπο της
επήρα έδωσα συνέχεια στα ερωτήματά μου
«πώς έτσι εκεί μπορεί να βγαίνει
σύμβολο ζωής από το θάνατο
ένα ευαίσθητο κυκλάμινο;»

Το ονομάζω : Άνθισμα γραφής.

Πώς τούτη η εντροπία
ξεσηκώνει – για μια θέση σε ένα μετα-κείμενο –
σχέδια, σχήματα, μορφές· τρέχοντας ήχους, δείχνοντας
θεαματικά την ευκλείδεια επανάδραση· ό,τι στη φύση.
Όπως την κληρονόμησαν, έτσι την έχουν τ’άνθη μέσα τους·
όπως την έκλεισαν οι λέξεις οι αριθμοί οι στίχοι μου:

Πώς από την τάξη και τη συμμετρία στο κομμάτιασμα;
Γιατί με τη χαοτική και φράκταλ γεωμετρία της;
Σε παραλλακτικούς συρμούς, σε εικόνες χάους;

Τότε ήταν που φάνηκαν τ’αέρινα ίχνη του πουλιού στην άμμο.
Τότε που γίναν τα πατήματά του όρθια τρίγωνα· σχεδόν γραφής.
Τότε βαθύτερα στο χώμα χάραξαν τα νύχια τους μορφές γραμμάτων.
Οδήγησαν τη σκέψη μου : τύποι & σύμβολα· τα μαθηματικά της φύσης.
«Ακούς;» μου λες «εσέ καλούν: ¨λευτέρωσέ μας¨».
«Να τα πάρεις» μου είπες «είναι οι στίχοι σου.»
Όλα τα άλλα πουλιά πετούσαν στο στερέωμα·
προσομοιώματα άστρων.

Χάος πάλι εσύ;

*Από το ¨Ύστερο Σύμπαν (κείμενα αχρονικής συνέχειας)”, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2000.

Έκτωρ Κακναβάτος, Γένεσις

Έργο του Fransis Picabia

Πώς αλλιώς
αν όχι ξάφνου
ακύητο χρονόπλασμα
ουδαμόθεν πεμφθείς
πρωτοστάτης

Πώς αλλιώς
αν όχι από στεγόπλακες
πρωτεϊκού αλιγάτορα
ο χώρος

Πώς αλλιώς
αν όχι ωάριο με ενδόσπερμα
αέναος των άστρων
το χρονοπρωτόνιο

*Από το βιβλίο “Στα πρόσω ιαχής”, Εκδόσεις Άγρα, 2005.

Lily Unden, Fraternité / Αδελφότητα

J’ai oublié ton nom, ton visage, tes yeux,
Je sais pourtant que nous étions à deux
Pour tirer le rouleau qui écrasait les cendres
Et que tu me parlais avec des mots très tendres
De ton pays lointain, d’avenir, de beauté !

J’ai oublié ta voix, ta langue et ton accent,
Compagne inconnue ; mais à travers le temps
Je sens me réchauffant ta main toujours présente
Quand il faisait si froid, quand, glissant sur la pente,
Nous poussions à deux un si lourd wagonnet.

J’ai oublié le jour, la semaine et l’année
Quant, à côté de moi, tu fus soudain nommée
Et que tu m’as quittée, allant vers ton destin !
Mais j’entendrai toujours en d’autres clairs matins,
Les coups de feu claquer et se répercuter.

J’ai oublié ta voix, ta prière et ton nom
Mais je sais que ta vie, ta vie dont tu fis don
À ta chère patrie et à l’humanité,
N’a pas été perdue et n’est pas effacée,
Qu’elle vit et revit dans la fraternité.

(Ravensbrück)

Έχω ξεχάσει το όνομά σου, το πρόσωπό σου, τα μάτια σου,
Ξέρω ότι ήμασταν δύο
Που τραβούσαμε τον κίλυνδρο που συνθλίβει την τέφρα
Και που μου μιλούσες με πολύ τρυφερά λόγια
Για την μακρινή σου πατρίδα, το μέλλον,την ομορφιά!

Έχω ξεχάσει τη φωνή σου, τη γλώσσα σου και την προφορά σου,
Άγνωστη σύντροφε. αλλά με το πέρασμα του χρόνου
Αισθάνομαι να με θερμαίνει το χέρι σου πάντα δίπλα
Όταν έκανε τόσο κρύο, όταν, γλιστρώντας στην πλαγιά,
Σπρώχναμε οι δυο μας το τόσο βαρύ βαγονέτο.

Έχω ξεχάσει τη μέρα, τη βδομάδα και το χρόνο
Όπως,όταν, ήρθες ξαφνικά δίπλα μου
Και μ’ άφησες, πηγαίνοντας προς το πεπρωμένο σου!
Αλλά θα ακούω πάντα σε άλλα φωτεινά πρωινά,
Τους πυροβολισμούς να χτυπούν και να αντηχούν.

Έχω ξεχάσει τη φωνή σου, την προσευχή σου και το όνομά σου
Όμως ξέρω ότι η ζωή σου, η ζωή που δώρισες
Στην αγαπημένη σου πατρίδα και στην ανθρωπότητα,
Δεν έχει χαθεί και δεν έχει διαγραφεί,
Και ότι ζει και θα ζει και να ζήσει ξανά στην αδελφότητα.

*Ευχαριστίες για τη μετάφραση στην Αλ. Β.