Σοφία Κουφού, Αναζητώντας λαχανόκηπους

Ο αέρας απόψε είναι ατµός.
Πώς να βάλεις το νέο σου φούτερ µπλουζάκι
όταν ακόµα δεν έχουν βγει τα λάχανα;
Μη στέλνεις άλλα γράµµατα,
δεν θ’ απαντήσω.
Η επανάσταση έχει αρχίσει.
Να την απολαύσεις.
Μπες πιο βαθιά
‒χρειάζεται αρκετό βάθος‒
και µη βγεις πριν να τελειώσει.
Θέλει πειθαρχία.
Όµως ξέρω καλά
πως θα βγεις νικητής
ακόµα κι αν έχεις ηττηθεί.
Ανταπόδοση εκ των έσω.

*Από τη συλλογή “Περί θέσεως και ευρύτητας”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2020.

Κομπάγιασι Ίσσα, Χάικου

Ασάκουσα –
Πίσω απ΄ το σπίτι
ο κούκος, το Φούτζι.

Τραγούδα σου λέω!
Σιωπηλό
ορφανό σπουργίτι

Παλιό συνήθειο
τα κρύα πόδια μου
τις νύχτες στο Κίσο.

Η δροσερή αύρα
ανάξια λόγου σαν βγει
στην πύλη το φεγγάρι.

Ο παπάς τραγουδά
όταν μαζεύουν το τσάι
στο Σιγκαράκι.

Η δροσιά πάνω
στα φύλλα αρκετή
για να βράσω τσάι.

Επιστρέφει στους
οικογενειακούς
τάφους υπηρέτης.

Κούκε, πότε
πρέπει να βιαστώ
εσύ το ξέρεις.

Η πεταλούδα
καθαρίζει τα μάτια της
πάνω στο χέρι μου.

*Από το βιβλίο ¨Διακόσια εξήντα επτά χάικου”, Εκδόσεις Κουκούτσι, Αθήνα 2017. Μετάφραση: Γιάνης Λειβαδάς.

Κώστας Ρεούσης, Τέσσερα ποιήματα

05.07.2000

Η λάμα έπεφτε
Κρότος κανένας
Ο νους ακίνητος
Πύρωνε
Το στομάχι.

***

VAILAR

Την άγρια πιο samba
Διαλέγει τον αέρα να
Σηκώσει ένα ρυθμό
Μοναδικό το
Σώμα ερμηνεύει

***

ΤΟ ΚΥΜΑ ΣΤΟ ΜΑΓΟΥΛΟ

Η Παναγία συνουσιαζόταν
Τον Αύγουστο καθώς πιστοί
Έτρεχαν αρμυροί να γλείψουν εικόνες
Κάθε φέτος και σφαγμένοι
Κοιτάζω το κομμένο καρπούζι
Κι επανέρχομαι

***

ΟΙ ΖΩΓΡΑΦΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ΜΥΣΤΙΚΟ

Το άξεστο πρωτόλειο μιας
Αδιάφορης άνοιξης λέξεις
Που διαβάζονται κυρίως
Με λεξικά γράματα που
Χοροπηδούν δολοφονικά
Φιέστα αφηρημένης ανθρωπότητας.

* Από τη συλλογή ”Ένα τσεκούρι κάθεται στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Νοέμβριος 2015.

Ασημίνα Λαμπράκου, Εγκώμιον

Ορίστε λοιπόν!
Με δυό λαίμαργους σπασμούς ονείρωξης
εκποιείται ο έρωτας
τα υπερήλικα βράδια της ζωής σου
Εκποιείται;
Παραδίνεται θα ήθελες να πεις
όχι μ’ αυτή την έννοια της υποταγής
στην ηδονή ή τη λαγνεία
μα την άλλη
του στρατιώτη που τη μάχη τελειώνει
χάνοντας

Να ευτελίζεται όμως μοιάζει η πράξη
Κι αυτό αταίριαστο σου είναι
που τιμητής υπήρξες και του μικρού
του ταπεινού
με πείσμα απέναντι στο ευμέγεθες
του μεγαλοπρεπούς μεγάλου

Μεταποιείται
Ίσως αυτό
τι λές;
Και πλέον, ας αποφασίσεις
τις λέξεις αράδιασες για να διαλέξεις
ψάχνοντας το συμβάν να αποδώσεις
και δες τι προκάλεσες
Στριμώχτηκε η σκέψη των ανθρώπων στη περιέργεια

Κι εσείς
Σημασία τόση μη δίνετε
Για ώρες πολλές διορθώνω
και διάλειμμα γύρεψα να κάνω
γράφοντας

Μα πάλι
αν παράθυρο ένα
στα εντός σας ανοίγει με τούτα
μη κλίνετε
σε αναγνώσεις μάταιων νοημάτων
παρά στη μεγαλωσύνη
πράξεων απλών
όπως αυτής
του σπασμού μιας ονείρωξης
κάποιο ζεστό βράδυ
μιας θλιμμένης Άνοιξης

*Από τη συλλογή “Οι απέναντι”, Αθήνα 2002.

Γρηγόρης Σακαλής, Ψέμα

Είδα αρκετούς
που αγωνίζονταν, τάχα μου
για το κοινό καλό
μα γι΄αυτό που αγωνίζονταν
ήταν το δικό τους καλό
πέρασαν έντεχνα
κι έκαναν καριέρα
στα αστικά κόμματα
πήραν θέσεις εξουσίας
έγιναν επιχειρηματίες
κι οργάνωναν
την εργασία των άλλων
απαιτούσαν εντατικοποίηση
της δουλειάς
όποιος δεν μπορούσε
έφευγε
μεγάλη γαρ η ανεργία
άφθονο το εργατικό δυναμικό
έκαναν έτσι
τεράστιες περιουσίες
αυτοί οι ¨αγωνιστές¨
που στα νιάτα τους
μιλούσαν σε συγκεντρώσεις
και τους άκουγαν οι εργάτες
σαν να τους μιλούσε
ο Πάπας της Ρώμης.

Λαμπριάνα Οικονόμου, Τρία ποιήματα

Clare Leighton, Bread Line, New York, 1932

ΣΥΝΕΣΤΙΑΣΗ

Η μαύρη γάτα έχει τουρνέ.
Οι κύριοι ακουμπούν
στη ράχη της ποτήρια.

Οι κυρίες της Αβινιόν ποζάρουν δύστροπα
κάτω απ’ το τασάκι.

Η μητέρα του Γουίσλερ μάς σημαδεύει
με όπλο.

Θα ήθελα στην τέχνη να συνδράμω
αλλά το αφηρημένο μου μελάνι
κυλάει στο σιφόνι.

***

ΩΣ ΤΟΝ ΠΥΘΜΕΝΑ

Στον Α.

Θα κατεβώ
την ιχθυόσκαλα
ως κάτω
που όλα είναι
ήσυχα.

Από τις κόγχες των ματιών
θα φέγγουν προβολείς.
Υμένες στα ακροδάχτυλα

ψάρι-υποβρύχιο
θα είμαι στην ποδιά σου.

***

ΣΧΗΜΑ ΛΟΓΟΥ

Μεσόκοπη αλλοδαπή
με καρφίτσα στο πέτο
– προσωπογραφία εθνικού ήοωα
Στον καναπέ σημεία και τέρατα
παίζουν μπαρμπούτι.

*Από τη συλλογή “Αντίποινα”, Εκδόσεις Θράκα, 2016. Η εικόνα της ανάρτησης κοσμεί το εξώφυλλο της συλλογής.

Μαρία Πανούτσου, συνομιλία

το σπουργίτι

…λοιπόν ανασαίνεις
ό,τι ανήκει στο παρελθόν

εκπνέεις
τις λύπες
που γαντζώθηκαν στην άκρη της φούστας σου


το αεράκι ανεμίζει
το στρίφωμα μπαλωμένο με ρίγη και σάλιο
το ρούχο αφήνεται στην ζεσταμένη άσφαλτο

τα πόδια έχουν τη τιμητική τους
δρασκελίζουν τον κόσμο με ορμή

άλμπατρος χωρίς φτερά

εγώ

εκεί θα φτάσω όπου δεν έφτασε κανείς

εκεί θα ομολογήσω “τελώ”
τον τελευταίο στίχο μου…
ήχοι από μια συναυλία του 80′
κάτι σαν ήχοι από ρόδες
δίπλα σε χωράφια πράσινα

γεμάτα με γύρη
μπερδεύονταν με ό,τι ονομάζεται μουσική …

2020

*Αδημοσίευτο από την συλλογή “Τα πρωινά” 2019-20.

Άννα Αχμάτοβα, Δύο ποιήματα

Σύγχυση

1

Ήτανε αποπνικτικά απ’ τις καυτές του ήλιου τις αχτίδες
Το βλέμμα του – αχτίδα.
Σκίρτησα στη στιγμή:
Αυτός μπορεί να με εξημερώσει.
Έσκυψε, σα να ’θελε κάτι να πει.
Αίμα στο πρόσωπο αναβλύζει.
Ας γίνει της ζωής μου ο έρωτας Η επιτάφιος πλάκα.

2

Δε μ’ αγαπάς, δε θες να με κοιτάξεις,
Ω, πόσο όμορφος είσαι, καταραμένε!
Να πετάξω πια δεν μπορώ,
Εγώ που από μικρή φτερά δικά μου είχα.
Τα μάτια στην ομίχλη καρφωμένα
Συγχέονται πρόσωπα και πράγματα
Και μόνο μια κόκκινη τουλίπα,
Στο πέτο σου ξεχωρίζει.

3

Όπως προστάζει ο απλός σεβασμός,
Πλησίασες χαμογελώντας,
Μισοτρυφερά, μισοβαριεστημένα,
Τα χείλη άγγιξαν το χέρι –
Και μυστηριώδεις, αρχαίες μορφές
Με κοίταξαν στα μάτια …
Δέκα χρόνων αγωνίες και κραυγές
Για όλες τούτες τις νύχτες της αγρύπνιας
Μια λέξη ήρεμη Τους πρέπει: Μάταια.
Έφυγες, και στην ψυχή μου πάλι
Όλα άδεια και καθάρια είναι.

1913

***

Εσπέραν

Ανείπωτος ήταν ο καημός
Της μουσικής π’ ακούστηκε στον κήπο.
Τα στρείδια στην πιατέλα με τον πάγο
Έντονα της θάλασσας αρώματα μοσχοβολούν.

«Είμαι φίλος πιστός!» μου είπε εκείνος
Κι άγγιξε το φόρεμά μου.
Δε μοιάζουν όμως μ’ αγκαλιές
Τ’ αγγίγματα τούτα των χεριών.

Έτσι χαϊδεύουν γάτες ή πουλιά
Τις όμορφες, έτσι κοιτούν, τις αμαζόνες
Έτσι το γέλιο ήρεμο στο βλέμμα φαίνεται
Κάτω από των βλεφαρίδων το χρυσάφι.

Κι υμνούν οι πένθιμες φωνές
Απ’ την πλατύφυλλη βελανιδιά.
«Ευλογημένοι οι ουρανοί
Μόνη, για πρώτη φορά, με τον αγαπημένο».

Μάρτιος 1913

*Από τη συλλογή “Ροζάριο”, Εκδόσεις Φίλντισι / Samizdat, Μάρτιος 2012. Μετάφραση από τα ρωσικά: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης.

Σωκράτης Μαρτίνης, Δύο ποιήματα

TWO WOODEN POINTERS

They gave me two wooden rods
with well sharpened red point
Having been widened as a compass
whose unsteadiness
reveals an act of detection
under the guise of
an attempted circumscription
this blindman’s cane
like a shrinking equator
to which the heat does not fit
writes spirals in the cold
The comings
and the exits of light
magnetic chants
on discs rotating clockwise
whose turn is only indicated
by the rhythmic pulse of the vapors
over the melting horizon

They gave me two wooden rods
with well sharpened red point
And I closed them like a scissors
at burning noons
which cut the tails
of small rock lizards

ΔΥΟ ΞΥΛΙΝΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ

Μου έδωσαν στα χέρια δυο ξύλινες βέργες
με καλοακονισμένη κόκκινη μύτη
Ανοίγοντάς τες σαν διαβήτη
που το ασταθές πάτημά του
προδίνει μία πράξη ανίχνευσης
κάτω απ’ το περίβλημα
απόπειρας εγγραφής
Αυτό το ραβδί του αάόμματου
σαν συστελλόμενος ισημερινός
που η ζέστη δεν του πρέπει
γράφει σπείρες με το ψύχος
Τους ερχομούς
και τις εξόδους του φωτός
μαγνητικά τραγούδια
σε δίσκους που γυρίζουν
με τη φορά του ωρολογίου
κι έχουν της στροφής τους μόνον ενδείκτη
ενός λιωμένου ορίζοντα

Μου έδωσαν στα χέρια δυο ξύλινες βέργες
με καλοακονισμένη κόκκινη μύτη
Και τις έκλεινα σαν ψαλίδι
Τα μεσημέρια που έκαιγε
Που έκοβε τις ουρές
μικρών γουστέρων

***

SMALL HAND OF BRONZE

The presence of an once sanctified womb
in the narrow room
has the clarity of a gunshot
and the newborn idol of a young woman
appears on the wall
like a dead bird falls to the ground
Her tunic’s side
a downward stripe crosses the orange surface of the covered chest
Her left hand
the buckle that holds the cloth over the breasts
is extracted and now it slides
slowly
falling in the room

ΜΙΚΡΟ ΜΠΡΟΥΝΤΖΙΝΟ ΧΕΡΙ

Η παρουσία μιας κάποτε καθαγιασμένης μήτρας
εντός του στενού δωματίου
έχει τη σαφήνεια πυροβολισμού
Και το νεογέννητο είδωλο μίας κόρης
γράφεται στον τοίχο
όπως ένα νεκρό πουλί πέφτει στο χώμα
Η άκρη του χιτώνα
λωρίδα κατωφερής
διασχίζει την πορτοκαλί
επιφάνεια του καλυμένου στέρνου
Το αριστερό χέρι της
η πόρπη που βαστάει το ρούχο μπροστά στα στήθη
αποσπάται
και γλιστρά
αργά
να πέσει στο δωμάτιο

*Από τη συλλογή “Μικρό μπρούτζινο χέρι”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Μάης 2010.

Σπύρος Μεϊμάρης, Δύο ποιήματα

ΕΡΧΕΤΑΙ ΤΟ ΘΕΡΟΣ

Ο άνεμος φέρνει νέα
κι ο ουρανός καραδοκεί –
παρελθόν, παρόν και μέλλον
σε τέλεια συγχρονικότητα
και οι ψυχούλες-πεταλούδες
υπερίπτανται
ανάμεσα στα λουλούδια
χαράζοντας τροχιές.
Χαμένο το βλέμμα στον ουρανό,
περιμένοντας το ξέσπασμα της ζωής.
Ενώνονται οι αναμνήσεις με το παρόν
και προσπαθούν να φτιάξουν συνδυασμούς
ομορφιάς-αιωνιότητας,
ζητώντας τις πηγές που είχα
ανακαλύψει μικρός και τις ζούσα
απόλυτα, ακλόνητα-ρουφώντας το μεδούλι
κάθε στιγμής-οράματα πραγματικότητας
που άγγιζα με το στομάχι μου-
με τα πολύχρωμα μάτια μου.
Θεϊκούς ήχους που ακούν τ’ αυτιά μου
στις ρεματιές της γης,
σάλπιγγες που αναγγέλλουν
τον ερχομό του Παραδείσου-
το φως, το φως
τα χώματα, τα χώματα
μέσα απ’ την ψυχή
η ένωση η πολυπόθητη
με ό,τι ουσιαστικότερο,
ό,τι αληθινό,
το Κάλλος είναι η Μορφή
του Κόσμου—
και η Διάσπαση είναι ο Πόνος.

Γνώριζε καλά η ψυχή μου
τις θεϊκές κρυψώνες—
το καταφύγιο τ’ ουρανού.
Ήξερα πως δεν υπάρχω
σαν ατομική οντότητα—
Τα δεσμά μου ήταν χαλαρά τότε,
οι κόμποι σχεδόν λυμένοι,
σκληρότητα καμιά.

***

Ο ΗΛΙΟΣ

Μουσικά ξεπήδησε το ασημένιο φως
από μια λόχμη χου κήπου.
Ξαναγύρισαν οι ώρες και τα χρόνια
μες στην απουσία τους.
Μάγεψαν και μαγεύτηκαν οι άνθρωποι.
Ω Κύριε! ψιθύρισα μέσα μου με λυγμό,
ήταν καιρός να φανείς, όμοιος με χον εαυτό σου.
Γύρισε όλο το παρελθόν,
γέμισαν οι κενές σχιγμές,
δημιουργήθηκε ολόκληρο το μέλλον
μέσα στο παρόν.
Πέταξαν ξανά τα πουλιά.
Ανέμισαν οι σημαίες, τα λάβαρα.
Ο ήλιος ο μεγάλος Πατριάρχης εφάνη.
Ο ήλιος, ο παλιός φίλος του παιδιού-ανδρός
στο δάσος.
Ξανά το φως λάμπει. Ξεκινά απ’ την πηγή
κι έρχεχαι σε μένα άμεσα.
Τα δέντρα, οι φύλακες πιο πέρα
περικλείουν μια έκταση
περικλείουν μια έκ-σταση
κοντά στις παρθένους
που λικνίζονται σχον αγέρα.
Ο ήλιος χα εξαφάνισε όλα
και φάνηκαν οι λαμπροί, φρέσκοι κλώνοι.
Μια μελωδία έλουσε τα πάντα.
Λουλούδια άσπρα στον αέρα.
Μια ανάμνηση.
Το τραγούδι των παχέρων ήχησε
μέσα μου.
Μια ζέστη, μια ζέση,
με στέμμα τον ήλιο
τραγουδώ στο αλώνι.
Υψώθηκε το δέντρο ψηλά
και με σκέπασε.
Έμεινα κοντά του. Ο κορμός.
Ξαναγύρισαν οι εποχές
και τα οράματα.
Και λούστηκα ξανά μες στην
αληθινή πηγή.
Κουνιέμαι κι εγώ μαζί με τον άνεμο.

*Από τη συλλογή “γραφτά”, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 1992.