Επείγον φως | Λουκάς Λιάκος

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Είμαι μια λάμπα κρεμασμένη σε έναν βρώμικο τοίχο
που από κάτω της γράφει Πανόραμα

Αυτό που είμαι
δεν φτάνει τον ουρανό
δεν φτάνει μέχρι την άβυσσο
κοιτάζει μονάχα σε τούτη τη μεριά
εμένα

Η ελευθερία μου αντιπροσωπεύει το επείγον φως
πάνω σε τοπία και πρόσωπα

γκροτέσκα θαλπωρή

Καμιά διάθεση υποτίμησης
όμως άμα πεθάνω σου εύχομαι κάθε ευτυχία

Είναι να τους ζηλεύεις όλους αυτούς
που δεν θα καταφέρεις να βγάλεις από την ζωή σου

View original post

Julia Vinograd, Σιχαίνομαι την ποίηση

Σιχαίνομαι την ποίηση

με τον τρόπο που ένας τοξικονανής σιχαίνεται την πρέζα

που να την αγοράσει αδυνατεί

και αναγκάζεται να κάνει το παν ώστε να την εξασφαλίσει

και συχνότατα

δε θα του προσφέρει καμία ορμή,

απλά τους τρόμους θα απομακρύνει

για ακόμα μία ώρα.

Σιχαίνομαι την ποίηση

με τον τρόπο που ένα παντρεμένο ζευγάρι

που δεν πιστεύει στον χωρισμό

σιχαίνεται ο ένας τον άλλο.

Σιχαίνομαι την ποίηση με τον τρόπο που οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί

σιχαίνονται το ποτό

και οργανώνουν συναντήσεις να μιλήσουν για αυτό.

Σιχαίνομαι την ποίηση

με τον τρόπο που ένας άθεος σιχαίνεται τον Θεό

και προτάσσει τη γροθιά του

σε μία άδεια τρύπα στον ουρανό.

Και όσο περισσότερη ποίηση ακούω

τόσο το μίσος μου φουντώνει ολοένα

και συνεχίζω να τη γράφω χωρίς σταματημό.

Ιδού εγώ.

*Από τη συλλογή “A Symphony for Broken Instruments”, Zeitgeist Press 2019.

**Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος.

Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

Ψευδαίσθηση

Κι όμως υπήρχες. 

Στην έλευσή σου να κοιτάξω δεν γύρισα. 

Το σημείο προς στιγμήν απώλεσα.

Στο προσωρινό της παρουσίας σου ίσως έλπιζα

 τη δύναμή σου αγνοώντας.

Της αβεβαιότητας τη σκιά αντανακλούσες 

με την ανεπαίσθητη πρόκληση της τάξης μου.

To μήνυμα της αναχώρησής σου προσμένω

μέσα από την αδυναμία αφομοίωσης

και τον φόβο της συνύπαρξης  

***

Χρόνος

Αβίαστα κυλάς τη συνείδηση παραπλανώντας

στο φευγαλέο πέρασμα των στιγμών σου

Ή μαρτυρικά μία προς μία τις σταγόνες σου αφήνεις

τη σκληρότητά σου αδυσώπητα δηλώνοντας

Απόλυτε, τη σχετικότητά σου αγάπησα

την τελεία σου απ’ το νου μου έδιωξα 

προτού τη σκιά της αντικρύσω

Μάταια. Το μυστήριό σου ιερά φυλάς, 

του απρόβλεπτου την εναγώνια αναμονή διαιωνίζεις

Χαρά Παπαδοπούλου, Δύο ποιήματα

Μολύβι αντί βελόνας

Λέξη λέξη πλέκω το ποίημα.

Γράμμα γράμμα ανασύρω τις λέξεις, 

τη μία μετά την άλλη.

Μολύβι αντί βελόνας.

Παίζω με τα χρώματα, 

την υφή και το σχέδιο.

Αποφασίζω, ποίημα ή ιστορία.

Λέω, ωδή ή χρονογράφημα.

Σας ντύνω, σας στολίζω, 

σας ζεσταίνω με λέξεις

σφιχταγκαλιασμένες.

Τι χρώμα να έχει το ποίημα;

Ποια η περίσταση;

Μαύρο για το πένθος.

Κόκκινο για τον έρωτα.

Πράσινο για την ελπίδα 

Πορτοκαλί για τη χαρά.

Κι αυτή η άνοιξη δεν λέει να μας λυπηθεί.

Κι αυτή η αγάπη

μάς έχει πάρει από φόβο.

***

Το αληθινό νόημα

Ως την άκρη της κάθε μέρας περπάτησα 

για να σας φέρω το αληθινό νόημα.

Αυτό που είχα οριστεί να σας διαδώσω.

Αυτό που θα σας έσωζε από την απελπισία.

Αυτό που θα σας έκανε να χαμογελάσετε 

και να ομολογήσετε ανακουφισμένοι:

Ναι, μάλιστα, γι’ αυτό αξίζει να ζούμε.

Αλλά δεν το βρήκα. Με συγχωρείτε.

Δεν το ήθελα. Πρέπει να με πιστέψετε.

Ξέρω τώρα θα με κατακρίνετε

και θα λέτε πως δεν κρατάω τις υποσχέσεις μου.

Πως άδικα με εμπιστευτήκατε

και περιμένατε ανυπόμονοι,

γιατί η ζωή σας είχε σταματήσει

και θέλατε να τη συνεχίσετε.

Μόνο εσείς ξέρετε πόσο θέλατε.

Δηλαδή τι σας λέω τώρα;

Ότι πρέπει να ζήσετε πλέον χωρίς νόημα;

Ή ότι το νόημα δεν είναι ένα;

Ή ότι κακώς με διορίσατε;

Τι κάνω λοιπόν; Παίζω μαζί σας;

Σας στερώ από τις ελπίδες σας;

Ναι, ναι. Καλά με καταλάβατε. Αυτό κάνω.

Σας στερώ από τις ψεύτικες ελπίδες σας.

Πώς μπορώ και σας το κάνω αυτό;

Μπορώ γιατί εσείς δεν μπορέσατε.

Και μην ξεγελιέστε,

δεν δίνω δεκάρα για την υπόσχεση που σας έδωσα.

*Από το βιβλίο “Ένα γυμνό κρεμμύδι”, εκδόσεις_των_άλλων, 2016.

Νικόλας Λεβέντης, Δύο ποιήματα

Μόνο στο άκουσμα της λέξης 

το κορμί μου τρέμει.

Ναι, φοβάμαι την ανθρώπινη ηλιθιότητα.

Ανθρωπισμός και βαναυσότητα 

δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Πόσες και πόσοι σημαντικοί άνθρωποι 

είναι το χώμα των ημερών μας;

Ζωγράφοι, γλύπτες, μυθιστοριογράφοι, επιστήμονες·

όλοι θύματα του πολέμου.

Θεωρούμε τον πόλεμο συνώνυμο της δύναμης, 

νομίζουμε το αίμα συνώνυμο της αυτοθυσίας.

Το να πεθαίνεις είναι τιμή;

Το να σκοτώνεις είναι δύναμη;

Αν η πατρίδα σου αναγνωρίζει την αξία σου

                                         μόνο όταν είσαι νεκρός

τότε δεν είναι πατρίδα.

***

ΗΣΥΧΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Δεν έχεις δει τίποτα ακόμα.

Δεν θα υπάρξει άλλη δικτατορία σαν αυτη.

Όταν οι πράοι 

αποφασίσουν να μιλήσουν

ακόμα και ο σκύλος σου θα φοβάται να γαβγίσει.

Έχουν ακούσει αρκετά

σκόρπια, ανώφελα, κακομαθημενα λόγια

για να τους επιτρέψουν να εξουσιάσουν ξανά.

Στο εξής, θα ακούς μόνο τις στριγκλιές 

εκείνων που συνήθιζαν να μιλούν.

Να τη φοβάσαι αυτή την ημέρα.

Ο σεβασμός θα είναι η νέα θρησκεία, 

η αγάπη ο νέος τρόπος σκέψης, 

η εσωστρέφεια το νεο σπίτι της νόησης

και οι ήσυχοι άνθρωποι θα γευματίσουν

πάνω στα νεκρά σώματα όποιων δεν συμμορφωθούν.

Η τελευταία λέξη θα είναι η κραυγή τους.

*Από τη συλλογή “Κυνισμός”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2019.

Πάνος Κουτούλιας, Τέσσερα ποιήματα

Μυωπικός αφορισμός ενδομύχως

Όταν σε συναντούν πρώτη φορά

και ύστερα προφέρουν τ’ όνομά σου

μοιάζει σα να σε παραφράζουν ολόκληρο

Ή σα να αντικρίζεις ένα ξεχασμένο ποίημά σου

και να σου μπήγονται προοπτικές στα μπούτια…

***

Επίγραμμα

Τι άλλο πήγε άκλαφτο εκτός απ’ τη ματιά μου;

***

Ψυχογραφία για πολλούς

Κάθε άτιτλος βίος στέκει

αφού υπάρχουν εκδορές,

αμμόλοφοι και ψυχοφάρμακα.

Και τι αναφαίρετη δικαίωση,

ρουτίνα μετά έρωτος,

της πιο κατατρεγμένης ευτυχίας

το τέχνασμα

– πρόσχωμεν -.

***

Γκρίζο

Ιστοί παρακοιμώμενοι,

βηματοδότες της αβύσσου,

λίγο ανέστιοι πλαγιάζουμε

κι απέλπιδες

με κάτι από γοτθική κουλτούρα

και βλεφαρίσματα βαράθρου.

Φρικαρισμένοι εκπρόσωποι

των ευφραδών κραυγών

και του κούφιου κλάματος.

Λοιπόν

σε κάτι θα προσβλέπει

Η ανειδίκευτη λύπη μας.

*Από τη συλλογή “Προϊστορία για έναν”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Ιούνιος 2017.

Πασχάλης Κατσίκας, Άρνηση

Είναι κι αυτές οι παγίδες,
κάτι πλάκες μεγάλες με κόλλα από πάνω,
χωρίς ελατήρια, χωρίς κλουβιά, χωρίς βία,
που χρησιμοποιούμε για να απαλλαγούμε απ’ τα ποντίκια.

Έτσι λέμε, χωρίς βία.

Κάποτε βρήκα μία, είχε πιάσει κάτι μικρό σαν κάμπια.
Τη σήκωσα και είδα πως ήταν πόδι,
το πόδι ενός ποντικού που το μάσησε για να ξεφύγει.
Ο ίδιος πιο πέρα πέθανε από αιμορραγία.

Είναι κάτι παγίδες κόλλας,
θρησκεία, οικογένεια, πατρίδα,
απ’ τις οποίες δεν ξεφεύγεις αρτιμελής.
Μέχρι να το καταλάβεις η κόλλα έχει δέσει,

έχεις καθηλωθεί για πάντα.

Άραγε ένα ποντίκι ξέρει πότε ήρθε το τέλος;

*Ο Πασχάλης Κατσίκας (Reutlingen της Γερμανίας, 1971), ζει στην Κομοτηνή από το 1977. Εργάζεται στη Βιβλιοθήκη του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Ποιήματα και πεζά του έχουν δημοσιευθεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά: Ποιείν, Poeticanet, Εξιτήριον, Φρέαρ, Θράκα, Νότες Λογοτεχνίας, Λόγω Γραφής, Φτερά Χήνας, Fractal, Χάρτης, Ιστορίες Μπονζάι (Πλανόδιον), Ατέχνως, Περί Ου, Μονόκλ, στα έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά: Μανδραγόρας (τεύχ. 58/2018 & 60/2019), Οροπέδιο (τεύχ. 22/2019), Λογοτεχνικό Δελτίο (Υπερρεαλιστικής Ομάδας Θεσσαλονίκης, τεύχ.3/2019, 8-9/2020, 11/2020), Ποιητικά τοπία (Υπερρεαλιστικής Ομάδας Θεσσαλονίκης, τεύχ. 1/2020) και στην εφημερίδα Παρατηρητής της Θράκης. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:

Τεταρτημόρια (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2019)

Ρετάλια (εκδ. Γράφημα, 2020)

Υπό έκδοση:Το κοιμώμενο τσίρκο (Εξιτήριον, free e-book).

**Στη φωτογραφία της ανάρτησης έργο του Τηλέμαχου Κάνθου (1910-1993), Τέσσερις αιχμάλωτοι.

Κωστής Τριανταφύλλου, ε μ ε ί ς ε δ ώ

στον αδερφό μου Στέλιο Βασιλειάδη

Αφήνει τα όνειρά του στον πρώτο καφέ πνιγμένα.

Ποιοι κατεβαίνουνε στο δρόμο να ξεπεράσουν το αδιέξοδο;

Βάζει το ατσαλάκωτο κουστούμι του και σβήνει 

χάνει την ύπαρξή του εγκλωβισμένος. Χάθηκε!

Ξέρουμε τον ήχο της σιωπής που φέρνει καταιγίδα!

Ποιοι ξεφεύγουν απ’ τον μικρόκοσμό τους;

        Στραγγαλισμός κι ελαφρότητα!

Κάθε μέρα μια απ’ τα ίδια αποκεφαλισμένα!

Ήμουνα κι εγώ εκεί, λένε όλοι τώρα και γράφουνε και μιλάνε πολύ

 και μας λένε κι ιστορίες!

        Τρείς κι ο κούκος πάντα εδώ!

Ξέρουμε τον ήχο της ασημαντότητας, της εγωπάθειας, της αδιαφορίας αλλά και τον ήχο της έκρηξης ξέρουμε!

                              Στο δρόμο φοιτητές, ανένταχτοι πολίτες

                         και άλλοι

                  τρελοί και μαγεμένοι

      αγανακτισμένες μάνες μέναν καλό λόγο για τα παιδιά τους

    κάποιοι με συνείδηση                                                                                                                                                                     

κάποιοι

στους Υπομηχανικούς, στα σκαλάκια του Πανεπιστήμιου, στη Νομική. 

                               Εμείς εδώ

όλοι οι γνωστοί κι οι άγνωστοι εδώ άπνοια και φριχτές ματιές

με το δέρμα κέλυφος άλλου κόσμου που μας συνοδεύει!

Όλοι μαζί ζώντας μέσα στα μάτια 

με την ψυχή στο στόμα

 λέξεις κοτρόνια κατρακυλάνε αιμόφυρτα

 επιτέλους κουβέντες προς τα έξω!

Άλλοι νόμιμοι κι άλλοι παράνομοι      με πολλές σκέψεις      από αλλού                 και ποιος δεν είχε ιδέες και ποια δεν έπαιρνε πρωτοβουλίες 

όλοι μαζί.

                              Εμείς όλοι εδώ

 πολίτες, περαστικοί αλλά και μαθητές κι εργαζόμενες 

                 και φίλοι από τα παλιά

   φίλοι

 που γλύτωσαν απ’ τα βασανιστήρια      ο κατάλογος γεμάτος

               δεν ήταν όλοι εδώ

                      αλλά όσοι μπόρεσαν

 κάνανε την καρδιά αυτού του τόπου να ραγίσει

                             από δύναμη ψυχής

                      αντοχή

              εδώ πίσω από τα κάγκελα

 στη Πατησίων σε μια Αθήνα έρημη και τρομαγμένη

              μπροστά σε όλους έξω από τα δόντια

 με τη ψυχή στις λέξεις και τα καινούρια συνθήματα

                               για το σύστημα και την εξουσία του.

                              Αν

                    ήταν όλοι εδώ μέσα

            κι έξω από τα κάγκελα

 στο Πολυτεχνείο! 

Αν, βέβαια!

 Αυτόνομη ομάδα ΚΡΑΚ

Αθήνα, 1975,

*Από το ανέκδοτο βιβλίο ”Ποιήματα-Προκηρύξεις”.

C. Pavese, Κι έπειτα εμείς οι δειλοί

Κι έπειτα εμείς οι δειλοί

Που αγαπούσαμε τους ψιθύρους

Τα δειλινά τα σπίτια,

Τα μονοπάτια δίπλα στα ποτάμια

Τα βρώμικα κόκκινα φώτα

Εκείνων των σπιτιών, 

Τη γλυκιά σιγηρη θλίψη

Τειναμε τα χέρια προς

Την αλυσίδα τών ζωντανών

Σιωπηρά, αλλά η καρδιά μας

Πλημμύρισε με αίμα

Καμία γλυκύτητα πια

Καμία άφεση στους εαυτούς 

Στο μονοπάτι, πλάι στο ποτάμι

Όχι πια σκλάβοι, ξέραμε πια 

Ήμασταν μόνοι και ζωντανοί

*Μετάφραση: Ε. Ρ. Ρουσσάκης.

Joy Harjo, Δύο ποιήματα

*Μετάφραση-Επίμετρο: Νικολέττα Σίμωνος

***

Ίσως ο κόσμος τελειώσει εδώ

Ο κόσμος ξεκινά στο τραπέζι της κουζίνας. Όπως και να ’χει, πρέπει να φάμε για να ζήσουμε.

Τα δώρα της γης προσφέρονται και ετοιμάζονται, στρωμένα στο τραπέζι. Έτσι ήταν από δημιουργίας κόσμου, κι έτσι θα συνεχίσει.

Διώχνουμε τις κότες και τους σκύλους μακριά από αυτό. Τα μωρά βγάζουν δόντια στις γωνίες του. Γρατζουνάν’ τα γόνατά τους από κάτω.

Είναι εδώ που τα παιδιά μαθαίνουν τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Σ’ αυτό κάνουμε άνδρες, σ’ αυτό κάνουμε γυναίκες.

Σ’ αυτό το τραπέζι κουτσομπολεύουμε, ανακαλούμε τους εχθρούς και τα φαντάσματα των εραστών μας.

Τα όνειρά μας πίνουνε καφέ μαζί μας καθώς κρατάνε τα παιδιά μας αγκαλιά. Γελούν με τους φτωχούς μας αποτυχημένους εαυτούς, γελούν και που ξαναστεκόμαστε στα πόδια μας στο ίδιο πάντα το τραπέζι.

Ετούτο το τραπέζι υπήρξε σπίτι στη βροχή, ομπρέλα στον ήλιο.

Πόλεμοι αρχίνησαν και έληξαν σε τούτο το τραπέζι. Είναι ένα μέρος απ’ τη σκιά του τρόμου να κρυφτείς. Ένα μέρος την τρομακτική για να γιορτάσεις νίκη.

Έχουμε γεννήσει σε αυτό το τραπέζι, κι ετοιμάσαμε τους νεκρούς μας γονείς για την ταφή.

Σε τούτο το τραπέζι τραγουδάμε τη χαρά και τη λύπη μας. Προσευχόμαστε για τον πόνο και τις τύψεις μας. Αναπέμπουμε ευχαριστίες.

Ο κόσμος ίσως τελειώσει στο τραπέζι της κουζίνας, ενώ γελάμε και κλαίμε, τρώγοντας την τελευταία μας γλυκιά μπουκιά.

*Από τη συλλογή “The Woman Who Fell From the Sky” (1994).

***

Τούτο το πρωί προσεύχομαι για τους εχθρούς μου

Και ποιον αποκαλώ εχθρό;

Ένας εχθρός πρέπει ν’ αξίζει τον χαρακτηρισμό του.

Γυρνάω προς την κατεύθυνση του ήλιου και συνεχίζω να περπατώ.

Είν’ η καρδιά μου που ρωτάει, όχι το έξαλλο μυαλό.

Κι η καρδιά είν’ η μικρότερη ξαδέλφη του ήλιου.

Τα πάντα βλέπει και τα πάντα γνωρίζει η καρδιά.

Ακούει το θυμωμένο τρίξιμο των δοντιών ακόμα κι όταν αφουγκράζεται την ευλογία.

Η πύλη του μυαλού θα ’πρεπε ν’ ανοίγει μονάχα μέσα απ’ την καρδιά.

Ένας εχθρός που εισχωρεί, κινδυνεύει να γίνει φίλος.

*Από τη συλλογή “Conflict Resolution for Holy Beings: Poems“ (2015).

Επίμετρο:

Η Joy Harjo είναι Αμερικανίδα ποιήτρια, μουσικός και θεατρική συγγραφέας. Γεννήθηκε το 1951 στην Τούλσα της Οκλαχόμα και ανήκει, από τη μεριά του πατέρα της, στη φυλή των Ινδιάνων Muscogee (ή Creek). Αποτελεί μια από τις σημαντικότερες λογοτεχνικές φυσιογνωμίες της δεύτερης γενιάς τής λεγόμενης Ινδιάνικης Αναγέννησης στη λογοτεχνία του τέλους του 20ου αι. Τον Ιούνιο του 2019 ανακηρύχτηκε Δαφνοστεφής Ποιήτρια (Poet Laureate) των ΗΠΑ, ενώ είναι η πρώτη φορά που τιμάται με αυτόν τον τίτλο αυτόχθονας λογοτέχνης/λογοτέχνιδα.

Έχει εκδώσει εννέα ποιητικές συλλογές και αρκετά θεατρικά και παιδικά βιβλία, ενώ το ημερολόγιό της με τίτλο Crazy Brave (2012) βραβεύτηκε από τον PEN Αμερικής. Διαθέτει μεταπτυχιακό τίτλο στη Δημιουργική Γραφή από το Πανεπιστήμιο της Άιοβα, ενώ έχει διδάξει σε πολλά πανεπιστήμια της χώρας. Είναι, επίσης, μουσικός με πέντε άλμπουμ στο ενεργητικό της. Αυτή, μάλιστα, την περίοδο, τραγουδά και παίζει σαξόφωνο με το συγκρότημα Arrow Dynamics. Παράλληλα με τις βραβεύσεις για το λογοτεχνικό έργο της, διακρίθηκε και για τη μουσική της, όπως συνέβη τo 2009 όταν της απονεμήθηκε το Native American Music Award για την προσφορά της στη μουσική παράδοση του τόπου.

Η ποίησή της διαχέεται από το ιδιαίτερο πνεύμα της ινδιάνικης καταγωγής της, τη σύνδεση των αυτόχθονων Αμερικανών με τη φύση και τη λατρεία τους προς τη γη και τα πλάσματά της. Διαβάζοντας συνεπώς την ποίησή της, αντιλαμβανόμαστε πως το τρίπτυχο φύση-ζώο-άνθρωπος κατέχει δεσπόζουσα θέση στο έργο της, ενώ η γραφή της είναι άκρως συμβολιστική (π.χ. το άλογο, ζώο-σύμβολο των Ινδιάνων, συναντάται συχνά στην ποίησή της). Ωστόσο, η Harjo δεν επαναπαύεται σε αυτήν την υψηλή και βαθιά πνευματικότητα, αλλά με ένα θαυμαστό τρόπο κατορθώνει να την παντρέψει με την σκληρή πραγματικότητα της ζωής. Έτσι, μέσα από το έργο της (αλλά και μέσω της ακτιβιστικής της δράσης), πραγματεύεται θέματα που άπτονται της κοινωνικής δικαιοσύνης, της πολιτικής, της τέχνης και του φεμινισμού. Η ίδια, μάλιστα, σημειώνει ότι η ποίησή της δεν είναι άλλη από τη φωνή τόσο της ίδιας όσο και της φυλής της. Πυρήνα του έργου της αποτελεί, επίσης, η κατανόηση και η ερμηνεία του Εαυτού, πράγμα που επιτυγχάνεται μέσα από την ανίχνευση του ανθρώπινου ψυχισμού. Αξιοσημείωτο είναι δε το γεγονός ότι ενώ ο ποιητικός λόγος της είναι κοφτός, μικροπερίοδος και με συχνές επαναλήψεις, εντούτοις η ποίησή της αποπνέει έντονη ευαισθησία.

Τέλος, να αναφέρουμε και την ιδιότητα της Harjo ως performer. Επικεντρώνεται περισσότερο στον ήχο πάρα στην εικόνα, συνδυάζοντας τις απαγγελίες της μαζί με τη δική της μουσική.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://thraca.gr/2020/10/joy-harjo-%ce%b4%cf%8d%ce%bf-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%b5%cf%80%ce%af%ce%bc%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%bf-%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%ad%cf%84%cf%84%ce%b1-%cf%83%ce%af.html?fbclid=IwAR01rny3d2weEhbvXLJ-E0tLoTKRHEQkDVmkf2VCGbqQnd6Xc3-YueN6eTw