Παναγιώτης Μηλιώτης, Κι άντε μάθε το σώμα σου ξανά να κουμαντάρεις

Μήνες και μήνες πληθαίνουν άμορφοι
και ξεχαρβαλώνουν σιγά σιγά το σκελετό μου,
ανοίγουν κάθε τόσο την ντουλάπα και ξεμυτούν
οι παλιοί μου εαυτοί – κουλούρα στον κατήφορο
με σπρώχνουν — άμορφη να σβήνω μάζα
να λιγοστεύουν και τα νεύρα τη δύναμη του νου
καθώς ο πανικός το μέτωπό μου διαρρέει:

φτου κι απ’ την αρχή γίνομαι ξανά μικρό παιδί
κι άντε μάθε το σώμα σου ξανά να κουμαντάρεις

Μήνες και μήνες δίνω παρών στην ανεργία
και γεμίζει η κάρτα αυτοκόλλητα
-αύριο τσιρότα απ’ την πληγή θα τα τραβώ-
μήνες και μήνες για να βρω
δίμηνη δουλειά στο σκουπιδιάρικο
άδειαζαν τα φορτηγά και σήκωναν ένα σωρό σκουπίδια
γύριζαν τα φορτηγά
κι η σκόνη έπλαθε τον Άγγελο.
Ποιοι ‘ναι αυτοί που τρίβουν τα χέρια
σαν υπογράφουν της φάμπρικας να μείνει
μονάχα το κουφάρι; – σκεφτόμουν
κοιτώντας τον Άγγελο στο τζάμι-
ποιοι ‘ναι αυτοί που κουνούν τα χέρια
και κρατούν το χρήμα στο ρυθμό τους να χορεύει;

Τρίβουν τα χέρια
και κυκλοφορεί στην επιφάνεια το χρήμα
όπως στο λουλούδι ο χυμός με λίπασμα τη φτήνια
που πληθαίνει τ’ ανθρώπινα ερείπια-
κάστρα που κάπως κατόφεραν και σήκωσαν οι πρόγονοί μας.
Άμυνα.

*Από τη συλλογή “Το σκίτσο στην ντουλάπα”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2020.

Κατερίνα Άγγελάκη-Ρούκ, Ο Έρωτας κι ο Κόσμος

Ζούσα τις τελευταίες μέρες
σά νάταν παρελθόν
οί ώρες μόλις βγαίναν άπ’ τό χρόνο
πέτρωναν κύλαγαν
σάν πελώρια βότσαλα
στό βυθό τού κορμιού μου
νερά τά χέρια σου περνούσαν
από πάνω τους
κι άστράφταν.
Τώρα πιά δέν έχω καμιά προθεσμία
τις έξάντλησα μεθοδικά
μιά μιά σάν αρρώστια
έφαγαν τό χρόνο μου
κι άρχίσανε οί σφάχτες.
Χάνομαι, κουφή μέσα στόν κόσμο
τό πουλί, άκούω μόνο τό πουλί
έξω άπ’ τό παραθυρό σου.
Μά οί πόνοι περίσεψαν
σ’ αύτή τή γή
οί θάλασσες τσούζουν σάν πληγή
μαύρες τρύπες άχνίζουν
καίγονται τό σώματα
καίγονται τά σπαρτά
κι άνοίγουν βαθειές σκιές
τά βαρειά φτερά τών ίεροξεταστών.
Κορμί’ άντιστέκονται
κορμιά πέφτουν
στρατοί μέ κομένα κεφάλια
έρχονται όλο κατεβαίνουν
ανανεωμένοι οί ξανθοί
βάζουν φωτιά στά καλύβια
μέ τό μικρότατο στόλισμα:
ένα κοριτσάκι.
Οί άκρωτηριασμένοι
μαθαίνουν ξανά τό περπάτημα
καί στό θάλαμο τό έλαφρό τραγούδι
τούς θυμίζει τό βάλς
πούταν κάποτε ή ζωή τους.
Στό νησί μας
σαλιγκάρια – άνθρωποι μέ μπογαλάκια
γλείφουν τό χώμα
νά στυλωθούν
τούς τυλίγει ή άποψορά
σά νάχε κακοφορμίσει
ή έλπίδα
στό μέρος όπου κάποτε λεμονανθοί και κιτρα
Τή φίλη μου άπ’ τήν Ιερουσαλήμ
ποιός ξέρει αν θά τή ξαναδώ
νά μου τραγουδάει
άράπικα τραγούδια τής άγάπης
μέσ’ τά χιόνια
αν θά μαγκώσουνε σάν δόκανα
τά σύνορα τριγύρω
κι αν θά βουλιάζει
ό τόπος τής καρδιάς μου
μέσ’ τά χάος.

Είναι άτιμία τό πάθος μου.
Στήν τόση καταστροφή
— «έπεσε κι άλλη πόλη»
«όλοκαυτώθηκε κι άλλος άγγελος»
μέ πονάει τό ώραιότατο χέρι σου
ή θέση του
ή θήκη του
ή θηλή
ή άσύγκριτη φωνή σου
μέ τσουρουφλάει
πιό άμαχη άπ’ τούς άμαχους
στενά συγκεντρωμένη
σ’ ένα μονάχα δράμα.
Λειωμένο μολύβι στάζει
ή άνάσα τών άνθρώπων
κι έγώ σχεδιάζω συναντήσεις
όταν σέ δώ
άν θά σ’ άγκαλιάσω πρώτα
ή θά σκύψω τό κεφάλι
άποκαμωμένη
άπ’ τό φιλί
πού άργησε πολύ
κι έχάθη ή νοστιμιά του.
Κι ένώ όλο γιά μίσος λένε
θυμάμαι πόσο άρέσει
στούς άντρες ν’ αγαπιούνται
πώς δένουν σάν φραγκόσυκα
σφιχτό χύνεται τό μέλι
άπ’ τά άγκαθάκια
καί πέφτει ή γύρη σά βροχή
άπ’ τό πελώριο κίτρινο
λουλούδι τής άγάπης.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τραμ», Δεύτερη Διαδρομή, Δεύτερο Τεύχος, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβρης 1976 (σελ. 95-96).

Αργύρης Χιόνης, Απορίες

Τι νιώθει η έρημος
όταν μακρινός άνεμος
αποθέτει πάνω της ένα σπόρο;

Ξεδιψάει ποτέ το γεμάτο ποτήρι;

Ο δρόμος που τελειώνει σ’ αδιέξοδο
ονειρεύεται άραγε τις μακρινές αποστάσεις;

Τρέμουν ποτέ τα γόνατα του πανίσχυρου Χάρου;

Οι μεγάλες ψυχές γνωρίζουν άραγε
ότι υπάρχει μόνο ένα μέγεθος θανάτου;

Τα ψηλά βουνά νιώθουνε τάχα
ότι ο κόκκος άμμου είν’ αδερφός τους;

Η μετάνοια θυμάται αλήθεια
ότι κάποτε λεγόταν τόλμη;

Το χέρι που δίνει και το χέρι που παίρνει
ξέρει ότι είναι δυο γλάροι που ζυγιάζονται
πάνω από το κενό της έλλειψης;

Πώς νοιώθει τάχα η νύχτα
μ’ όλα τούτα τ’ άστρα στο κορμί της
ωραία ή σημαδεμένη;

Το φεγγάρι όταν το λεν σελήνη διχάζεται;

Τι κρύβει το κρεβάτι κάτω απ’ το προσκέφαλό του
περίστροφο ή όνειρα;

Τα πούπουλα του μαξιλαριού
ονειρεύονται ακόμα τα ύψη;

Πώς πεθαίνει ο μόνος άνθρωπος
πώς τρίζει η ψυχή του ερημίτη
όταν την αγγίζει ο θάνατος
τι κρότο κάνει ένα δέντρο που πέφτει
όταν κανείς δεν είναι εκεί για να τ’ ακούσει;

Είναι το σκοτάδι που ‘ναι τυφλό
ή το φως που σκοντάφτει πάνω του;

Θεοδώρα Βαγιώτη, Μαρμαρογλυφείο

ΧΧΧI

Στέκεσαι παράμερα
μάρτυρας μιας ξένης πομπής
και συ με τη γνώση του θανάτου
μακρινός ατενίζεις

ο θρήνος πάνω από μια τρύπα
που δε γέμισε ακόμη με χώμα
πατάει αβέβαια
και η απώλεια της ηθικής αρετής
σαν σύγκορμη κατάρρευση
αρχίζει από τα γόνατα

Η πείρα σε προδίδει στο τέλος
και η γνώση μια μνήμη
στις χούφτες των χεριών σου
πνίγεσαι καταπίνοντας
τον λυγμό της πέτρας

καθώς εκείνη σωριάζεται
ανάμεσα στις πλάκες

και να!
σπαρταράει η ζωή και ας πενθεί
ανοίγει τα πόδια της
και γεννά
σημειωτικό εφήμερο
φτυστό ο πεθαμένος
πάνω από μια τρύπα
που δε γέμισε ακόμη με χώμα

Μαρία Θεοφιλάκου, ξυπνάω ιδρωμένη

κι εγώ τη μυρωδιά σου έσερνα
βαριά

μέσα απ’ τη νύχτα

κι είχα τα χέρια μου κομμένα απ’ τους αγκώνες,

και μία σίγουρη φωνή•

είχα κλειδιά
-κλειδιά να δουν τα μάτια σου-

αλλά πώς ρίχνονταν λέει σε κείνο το πηγάδι

ρίχνονταν από ποιόν

τότε λοιπόν ερχόσουνα

όπως κανείς γυρνάει καμιά φορά στον εαυτό του

κι έκανες για ν’ ακούσεις

κι έλεγες πως θα έχει πάτο αυτή η πτώση-

μα δεν διακρίναμε•

δεν μας διακρίναμε από τον πάτο

ζωντανούς

και τις φωνές μας που ανεβαίναν σκοτωμένες

*Το ποίημα και η φωτογραφίαα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://cignialo.gr/maria-theofilakou-ksypnao-idromeni/

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Πέντε ποιήματα

ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΤΗΜΕΝΗ

Ιδεολόγος εν αποστρατεια πια
πικρά πορεύομαι
σιωπώντας.

Και το πάθος
η επανάσταση
η ρήξη;

Αθώες υπεκφυγές, αγαπητέ,
έρημος ιδεών
παρτίδα στημένη

η ζωή μου κάθε μέρα λιγοστεύει
λαχάνιασαν οι πνεύμονές μου
κι άλλα καρδιοχτύπια δεν αντέχει.

***

ΟΣΟ ΚΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ…

Στον ύπνο μου και στον ξύπνιο μου
τα βουνά των προγόνων μου περπατώ

ανασύροντας στάχτες
και τραύματα

ακούγοντας αυλούς αιολικούς
παλιές οιμωγές
κι αλαφιασμένα ποδοβολητά

Όσο κι ο κόσμος.

***

ΚΡΑΚ

Υπάρχουν στιγμές
στης νύχτας μου τη μέση

σπίρτα που ανάβουν ξαφνικά
κι ακαριαία σβήνουν

στις φλέβες μου αίματα τρελά
που με διαλύουν μ’ ένα κρακ

και γίνομαι γυαλόσκονη.

***

ΤΟ ΡΗΓΜΑ

Κάτω απ’ το δέρμα

απρόβλεπτο
υπόκωφο
ρήγμα ενδημικό
και ρήγμα σαρκοβόρο

αντλεί το αίμα
ξεριζώνει τα σπλάγχνα

ποτέ δεν τελειώνει μαζί σου
ποτέ δεν τελειώνεις μαζί του.

***

ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ

Πίσω απ’ το τσιμέντιο
και τη θάλασσα

στο βαθύ πέρα

κάτι σαν πέταγμα
σαν παλλόμενη λάμψη

ανεβαίνει
κατεβαίνει ασταμάτητα
κι ύστερα καταποντίζεται

Το σκίρτημα.

*Από τη συλλογή “Απ’ το χιόνι στο βαθύ κόκκινο”, Εκδόσεις Επύλλιον – Πνοές Λόγου και Τέχνης, Νοέμβρης 2018.

ένα έτσι, 4774

Κωλοχανείο.
Η αθανασία είναι ένα κενό γράμμα.
Άντε βρες ποιος το ‘πε κι αυτό.

Εγώ είμαι πιο σημαντικός από μένα.

Κάθε τι που σπάει αναδημιουργεί τον χρόνο.
Η ποίηση μου διατηρεί το άλλοθι της απόστασής μας.
Ένα έτσι, φάε γιουβέτσι.

Προσπαθώ να σε αγαπώ αλλά δεν ξέρω αν υπάρχω.
Πάλι, τρεις μόλις μπύρες είναι πιο σημαντικές από μένα.

Φυσάει, αλλά δεν ξέρω πως προφέρεται.
Ρίξτε έναν ωκεανό στις στάχτες μου.
Χτίστε μια διώρυγα στην καρδιά μου.
Να περνάνε οι μέρες κι οι φίλοι δίχως θυμίαμα.

Μακάρια η βροχή του οινοπνεύματος.
Γιατί αυτή είναι η παραγκούπολη των ουρανών.

Μπλα, μπλα, μπλα, μου χεις λείψει, γαμημένα όλα.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2020/06/05/4774/
**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι δική μας επιλογή.

Θανάσης Παπαδημητρίου, Χωρίς Τίτλο

Καλά που βάλαμε τη γρήγορη σύνδεση στο διαδίκτυο.
Είναι ένας τρόπος να διαπιστώνουμε ταχύτατα,
περιδιαβαίνοντας τις αγγελίες εργασίας,
την ανεπάρκεια.
Και την κατάντια των επιλογών μας.

Η αγορά ορίζει τη ζωή και την τιμή σου.

Φυλάξου.

Στα βαγόνια μυρίζει θάλαμος αναμονής νοσοκομείου
Μασκοφόροι ελεγκτές και μασκοφόροι επιβάτες
Μια μάσκα από γκράφιτι
στου τραίνου τη μουσούδα

Πόρτες αυτόματες,
κάρτες ανέπαφες,
έρωτας αντισηπτικός.
Δουλειά,
οικονομία,
κατανάλωση.

Επαναλάβατε με την συνέπεια των επιθέτων:
Εξοντωτική δουλειά,
ισχνή οικονομία,
σχολαστική κατανάλωση.

Με κρύα ντους
και χλιαρούς ηδονισμούς.
Ώς να καταναλώσουμε
κι αυτόν τον εαυτό μας.

Αιγάλεω, Ιούνης 2020

George Oppen, Πέντε ποιήματα

6. Επετειακό ποίημα

“το γραφικό
κοινό οικόπεδο” το αδικαιολόγητο φως
ΕκεΓ που ο καθένας έχει πάει
Το ίδιο έδαφος του μονοπατιού
Και τα σκουπίδια γίνονται αρχαία
Η τσακισμένη άκρη του φτυαριού
Σαν του οποιουδήποτε όνδρα
Μας βασανίζει η δυσπιστία
Μας βασανίζουν τα σημαδεμένα πράγματα
Γίνονται οικεία
Γίνονται ακραία
Ασε τη λύπη
Να είναι
Για να είναι δίκιά μας
Ούτε να κρύψει τα μάτια κανενός
Καθώς η παλίρροια πέφτει στα ακρογιάλια των κυμάτων
Και έτσι εγκαταλείπει τον καθένα
-Μη τυχόν υπάρξει τίποτα
Η Ινδιάνα που διασχίζει την έρημο,
το ηλιόψαρο κάτω από τη βάρκα
Πώς να πούμε πώς αυτό έγινε, αυτές οι ιστορίες, οι ιστορίες μας
Έκταση, τίποτ’ άλλο παρά κοινό μέγεθος, ένα είδος απολύτρωσης
Εκτεθειμένα ασάλευτα και κοφτερά στους λόφους του Σαν Φρανσίσκο
Χρόνος και βάθος εμπρός μας, παράδεισος του πραγματικού, εμείς γνωρίζουμε τι είναι
Το να βρεις τώρα το βάθος, όχι το χρόνο, επειδή δεν μπορούμε, αλλά βάθος
Να βγούμε ασφαλείς, να τελειώσουμε καλά
Έχουμε αρχίσει να λέμε αντίο
Ο ένας στον άλλο
Και δεν μπορούμε να το πούμε

7. Γεωγραφικό πλάτος, γεωγραφικό μήκος

ανεβήκαμε από το δρόμο και βρήκαμε
πάνω από τα λουλούδια στου βουνού
την άγρια κορυφή μια μέλισσα κίτρινη
και βαριά σαν

γύρη στο βουνίσιο
αέρα αδύνατα πόδια στραβά
κρεμασμένα αν θα μπορούσαμε

να βρούμε όλα
τα στοιχεία της φουρτούνας τι μήνυμα
υπάρχει για μας σ’ αυτά
τα γυαλιστερά μπουκάλια ο Εγκυκλοπαιδιστής

έκανε λάθος έκανε λάθος πολλά πράγματα
τόσο ανόητα
για να τραγουδιστούν
μπορεί να ειπωθεί πως αυτό
το γεγονός ερμηνεύει

την ποίηση

8. Η χειρονομία

Η ερώτηση είναι: πώς κρατάει κανείς το μήλο
Που τα αρέσουν τα μήλα

Και πώς πιάνει κανείς
Τη βρωμιά; Η ερώτηση είναι

Πώς κρατάει κανείς κάτι
Στο νου το οποίο σκοπεύει

Να αδράξει και πώς ο πωλητής
κρατάει ένα μπιχλιμπίδι που σκοπεύει

Να πουλήσει; Η ερώτηση είναι
Πότε δεν 0α υπάρχουν εκατό

Ποιητές που 0α παρανοήσουν αυτή τη χειρονομία
Για ένα ύφος.

9. Οι μορφές της αγάπης

Αραγμένοι στους αγρούς
Όλη νύχτα
Τόσα πολλά χρόνια πριν,
Είδαμε
Μια λίμνη δίπλα μας
Όταν το φεγγάρι ανέβηκε.
Θυμάμαι
Αφήνοντας αυτό το αρχαίο αυτοκίνητο
Μαζί. Θυμάμαι
Να στεκόμαστε στο λευκό χορτάρι
Δίπλα του. Ψηλαφίσαμε
Το δρόμο μας μαζί
Κατηφορικά στο αστραφτερό
Απίστευτο φως
Αρχίζοντας να αναρωτιόμαστε
Εάν θα μπορούσε να ήταν λίμνη
Ή ομίχλη
Που είδαμε, τα κεφάλια μας
Αντηχώντας κάτω απ’ τ’ άστρα περπατήσαμε
Μέχρι εκεί που 0α είχαν βραχεί τα πόδια μας
Εάν θα υπήρχε νερό

10. Δωμάτιο αγοριού

Ένας φίλος είδε τα δωμάτια
Του Κητς και του Σέλλεϋ
Στη λίμνη, και είδε “δεν ήταν παρά
Δωμάτια αγοριών” και συγκινήθηκε

Απ’ αυτό. Και πράγματι το δωμάτιο ενός ποιητή
Είναι ένα δωμάτιο αγοριού
Και υποθέτω ότι οι γυναίκες το ξέρουν.

Ίσως ο αν-όμορφος τραπεζικός
Είναι συναρπαστικός για μια γυναίκα, ένας άνδρας
Όχι ένα αγόρι που λαχανιάζει
Πάνω από ένα κορμί κοριτσιού.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Δήν”, τεύχος 6, άνοιξη 1998. Σελ. 56-59. Μετάφραση: Δημήτρης Αλεξάκης.

Μιχαήλ Μήτρας, Διαδικασία Παρα-γραφής ή το τέλος της αφηγηματικής Λογοτεχνίας

*Από το περιοδικό “Τράμ”, Δεύτερη Διαδρομή, δεύτερο τεύχος, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβρης 1976.