Για το βιβλίο του Γιώργου Πρεβεδουράκη «Μικρά ονόματα»

Γράφει ο Βάκης Λοϊζίδης*

Ευδοκιμούμε πάνω σε νάρκες βυθού 

συμμαχώ με τα τρομοκρατημένα ρινίσματα
κι ας ανήκω στο στρατόπεδο των υλοτόμων

Δύο χρόνια μετά τη χειμαρρώδη ποιητική σύνθεση Οδός Ρόδων (Πανοπτικόν, 2018), η οποία κλείνει μ’ έναν μονόλογο-διάλογο με τον ποιητή Βύρωνα Λεοντάρη, ο Γιώργος Πρεβεδουράκης επιστρέφει στη μικρή φόρμα στο πέμπτο ποιητικό του βιβλίο, που φέρει τον τίτλο Μικρά ονόματα (Πανοπτικόν, 2020) και είναι αφιερωμένο στον φίλο του ποιητή Λάμπρο Σπυριούνη (1952-2018). Πρόκειται για μια προσεγμένη έκδοση, μ’ ένα λιτό και δυνατό έργο του Σάμη Ταμπώχ στο εξώφυλλο.

Χωρίς ίχνος σοβαροφάνειας και με καμία πρόθεση να καλουπώσει την πραγματικότητα μέσα στο ποίημα, αποκαλύπτει τα κοινά μας μυστικά με ιδιότυπο τρόπο. Η τραγικότητα και το χιούμορ συνυπάρχουν και λειτουργούν αποκαλυπτικά για τον ποιητή και τον αναγνώστη.

κάτω κόσμος _ πάνω κόσμος
και στη μέση εμείς ρινίσματα
του μεγάλου Σιδηρουργού

Τα ποιήματα του Πρεβεδουράκη δεν σου επιβάλλονται, δεν προτάσσουν αξίες. Έχουν κάτι γλυκόπικρο. Έχεις την εντύπωση πως κουβεντιάζει με την ζωή. Έτσι καταφέρνει να συνομιλήσει ουσιαστικότερα με τον άλλο. Δεν αφήνει όμως τη μέγγενη της πραγματικότητας να τον καθηλώσει. Σχολιάζει με καίριο τρόπο τις ανθρώπινες αυταπάτες. Ανασύρει πικρές αλήθειες από το κάτεργο της πληγής μας που μας βολεύει να παραβλέπουμε.

Τα Μικρά ονόματα έχουν κοψίματα που δεν σ’ αφήνουν να εφησυχάσεις. Λειτουργούν αφυπνιστικά μ’ έναν ιδιότυπο τρόπο. Η ανάγνωσή τους είναι απολαυστική. Σε βγάζουν σε ξέφωτα εκεί που νομίζεις πως παν να σε καταβαραθρώσουν. Δίνουν το παρόν τους σε αυτά ακόμα και οι μακρινοί μας συγγενείς στην Πομπηία.

χάσκουμε σαν εκκρεμότητες
εκκρεμότητες
εκκρεμότητες
που κάποια στιγμή
κλείνουν

Διαβάζεις τα ποιήματα σαν λαβωμένος ιππότης. Δεν σου επιτρέπεται να ναυαγήσεις μέσα τους. Αιφνιδιασμένος, ενθαρρύνεσαι να προχωρήσεις σκάβοντας στο σώμα τους. Γίνεσαι συνοδοιπόρος συνειδητοποιώντας πως δεν μπορείς να παραβλέπεις αυτό που σου συμβαίνει.

Ωστόσο μέσα σας κυλάνε νερά
δροσίζουν την αβλεψία σας
την παραίσθηση, την αμέλεια

ξεπλένουν τα αναίμακτα
«δεν άκουσα – δεν είδα»

Η ερωτική ματιά στα πράγματα και τους ανθρώπους δεν απουσιάζει από αυτή την κατάθεση του Πρεβεδουράκη. Δεν θα μπορούσε να προσεγγίσει τις αλήθειες μας, εάν έλειπε το ερωτικό στοιχείο από τα ποιήματα του που μιλούν για τη ζωή και τον θάνατο ως αναπόσπαστο κομμάτι της.
ήσουν η κιμωλία της κι ήταν ο μαυροπίνακας σου

κάθε που σμίγουμε
εκείνη γίνεται είκοσι τριών
εγώ~ δεκάξι

Υπάρχουν διάσπαρτα στο βιβλίο ποιήματα που έχουν ως πηγή έμπνευσης τη ζωή στο νοσοκομείο και τα βιώματα του ασθενή στα οποία διακρίνει ο αναγνώστης το αφοπλιστικό χιούμορ του ποιητή, τον σαρκασμό και τον φιλοσοφημένο τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει την απάθεια του συστήματος

το πόρισμα της βιοψίας ακόμα να βγει
πέσαμε και στο τριώδιο
μη ρωτάς

μετά το τέλος του καρναβαλιού
θα μας πούνε

Η πολυσχιδής προσωπικότητα του Λάμπρου Σπυριούνη, οι εκρήξεις του, η αγάπη του για την Αγγελική, οι δυσφορίες και τα πάθη του ζωντανεύουν μέσα από τα ποίημα με τρόπο που κερδίζουν τον αναγνώστη χωρίς να προϋποθέτουν τη γνωριμία μαζί του.

ευτυχώς που οι καρδιές μας
δεν εθίστηκαν στους χωρισμούς

για σκέψου Λάμπρο μου:
ένα έθνος μαραθωνοδρόμων

*

Λάμπρο ο κόσμος μας σπαταλήθηκε
Κάπου ανάμεσα Οσιομάρτυρος και Ασώτου

Αν ζούσε ο ποιητής Κώστας Μόντης, ίσως να διάκρινε στα Μικρά ονόματα μια συνέχεια των δικών του στιγμών, αποδομένων βέβαια με το προσωπικό ύφος και την ιδιότυπη διάθεση του Πρεβεδουράκη. Τα μικρά ονόματα Θα μπορούσαν να αποτελέσουν το έναυσμα για μια συζήτηση γύρω από την μικρή φόρμα, με κύριους άξονες την πυκνότητα, την ευστοχία και την γλωσσική λεπτοδουλειά.

Ο ποιητής δεν έφτασε τυχαία και χωρίς κόπο σε αυτό το αποτέλεσμα κι ας μην είναι προφανής η δουλειά που προϋποθέτει η κατάθεση του. Ο Πρεβεδουράκης στην ποιητική του πορεία αλλάζει βαγόνια στην ίδια γραμμή τρένου και μας αιφνιδιάζει. Άλλοτε επιλέγει να τραβήξει φρένο κι άλλοτε αφήνεται σε κάτι που μοιάζει με παραλήρημα μα δεν είναι. Ξέρει να μανουβράρει. Φέρνει τα πάνω κάτω, ακόμα και σ’ ένα φαινομενικά αθώο θραύσμα λόγου.

Αποκαλύπτει την ιερή μας αχρειότητα, στέκει στην πληγωμένη περηφάνεια του ενημερωμένου αγοραστικού κοινού και απευθυνόμενος στο σύννεφο γράφει:

σύννεφο καταστάλαξε
είμαστε ήδη μούσκεμα

σ υ ν τ ο ν ί σ ο υ

Όλα τα καίρια θραύσματα λόγου σε τούτο το βιβλίο, αποκαλύπτουν διαστάσεις της ανθρώπινης αγωνίας: τη δίψα για ουσιαστική επικοινωνία, την ανάγκη να υπάρξουμε σαν άνθρωποι με τα πάνω μας και τα κάτω μας, να κοιταχτούμε βαθύτερα μέσα μας, να ερωτευτούμε και να συνομιλήσουμε έστω και σιωπηλά μα ουσιαστικά με τον άλλο στο φως και στο σκοτάδι.

*Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Marcel Rieder (1862-1942).

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://frear.gr/?p=29595&fbclid=IwAR1pMTWvEqMWghcCONYCFHaumeuUoIKYOuxrratJjL–kg8NPdQHVe90MZE

Κώστας Ρεούσης, ρήξη τυμπάνου πτήση κατάδυση διάγνωση κοχλία

ρήξη τυμπάνου πτήση κατάδυση διάγνωση κοχλία έπαρση λαβυρίνθου έλευση υποστολή αξονικών εντροπιών φραξιο-νιστικών δυνάμεων ενόπλων έτσι καταλύεται η έλλειψη ρήματος στων επιθέτων την επίθεση στων ουσιαστικών την ουσία στην ασυνταξία της σύνταξης στην αγραμματοσύνη της γραμματικής στην ασυμφωνία των χρόνων στην πληθυντικότητα του ενικού στην αφθογγία των φθόγγων στην αντιπαράθεση των παραθετικών εξερευνώντας ιχνηλατικά διαβολικά ανιχνευτικά θεϊκά την κάλυψη απόκρυψη παραλλαγή του αβυσσαλέου πυθμένα της θάλασσας της ηφαιστειογενούς επιφάνειας της γης της πλανητικής απεραντότητας τ’ ουρανού ανάμεσα  στ’ ανθισμένα feuille volante της πέτρινης μυστικής κερασιάς της δαγκωμένης μυγδαλιάς και της ατομικής χρησμωδικής σαγκουινιάς

,,,

Ιωάννα Λεκκάκου, Συλλαβίζοντας

Α-νι-σό-τη-τες

οι λέξεις μου οι ανισοσύλλαβες δε με βοηθούν για να τις συλλαβίσω.

Το χρώμα / του χρώματος.

άλλο το χρώμα το λευκό

άλλο του χρώματος το χρώμα,

εξ αρχής

εκ γενετής

το ανισοσύλλαβο

και πώς να το

ισοσυλλαβίσω.

Μόνο στο κέντρο -εκεί

στης ύπαρξης τον πυρήνα όλα

ισοζυγίζονται

Εκεί που αναπνέ-ω

εκεί που αναπνέ-ουμε

δεν υπάρχουν συλλαβές μόνον

ανάσες

που δίνουν ελπίδα και

φως στο μαύρο της

φρικτής λευκής ανωτερότητας.

Κι εκεί που εσύ δεν αναπνέεις όλες οι ελπίδες

αποσυλλαβίζονται

σπάνε

σκορπίζουν και

ματωμένες φτιάχνουν καθρέφτη μεγεθυντικό 

καθρέφτη του τέρατος που 

μετράει τις ανισοσύλλαβες ανάσες του με 

ισοζυγισμένη απάθεια.

Κανείς δεν καθορίζει πια 

τη γραμματική του αίματος-

ακολουθεί τους δικούς του κανόνες 

βάζοντας τα κόμματα εξ αρχής 

και δίνοντας αναπνοή σε όλους 

στην ίδια ακριβώς τη συλλαβή 

πολύ πριν την τελεία και την παύλα.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Το τραγούδι του δρόμου

Ξυπνάτε! Εξέγερση

Είμαστε όλοι κουκουλοφόροι

Κάτω η κυβέρνηση των κουστουμοφόρων

Δρόμος προς την κανονικότητα κλειστός λόγω εξέγερσης

Πίσω στα ίδια; – Ούτε με σφαίρες

Γονείς, υποκλιθείτε στο μεγαλείο των παιδιών σας

Η κανονικότητα γεννάει τέρατα

Ο καναπές σου, η συνενοχή σου

Υγεία, καύλα κι επανάσταση

Η δημοκρατία σας βρωμάει δακρυγόνο

Κλείσε την TV και άνοιξε τα μάτια

Η αστυνομία σας μιλάει από τα δελτία των 8

Δεν ήταν κακιά στιγμή, ήταν το κράτος

Κούγια ρουφιάνε εξοστρακίσου

Φτου ξελεφτερία

Πλιάτσικο στις κλεμμένες μας ζωές

Όχι άλλο Πλιάτσικα

Τα οδοφράγματα κλείνουν δρόμους αλλά ανοίγουν περάσματα

Ελευθερία σε όλους μας

Τα ξωτικά κουράστηκαν και κάψανε το δέντρο

Αφήσατε τα δάση να καούν για πλάκα και τώρα φυλάτε το δέντρο του μαλάκα

Έχουμε εξέγερση, τα Χριστούγεννα αναβάλλονται

Βάρκιζα τέλος

Fuck May ’68 – Fight now

Εμείς θα πούμε την τελευταία λέξη, αυτές οι νύχτες είναι του Αλέξη

Αυτές οι μέρες είναι του Αλέξη

Η εξέγερση ή θα είναι γιορτή ή τίποτα

Έξω οι μπάτσοι από τη Γη

Πειθαρχία τέλος, ζωή μαγική

Πόλη που καίγεται, λουλούδι που ανθίζει

Δεν είμαστε από αυτό τον κόσμο – Αντίο φίλε…

(συρραφή από συνθήματα της εξέγερσης του Δεκέμβρη ’08)

*Παρμένο από εδώ: https://basiakology.blogspot.com/2018/12/blog-post_6.html?spref=fb&fbclid=IwAR0e4QBIdbzNvo1q2FWRptbNiNO-p1rKZkR92AQjettWUqJvCTDYdw_StMQ

Μανώλης Αλυγιζάκης, Γυρισμός / Return

Artwork: Νίκος Δεληγιάννης

Του πατρικού την πόρτα

έσπρωξα δειλά κι έσκουξε ο θάνατος

κραυγή φριχτή που οι βάσεις

του σπιτιού ετρίξαν και τα παράθυρα

ζητήσαν να ξαναγεννηθούν

διάπλατα άνοιξα το φως

να μπεί κι ο αγέρας

και σαν να περίμενα το εκκρεμές

ν’ αγγίξει το ασύλληπτο κενό

κουρτίνες τράβηξα ζωή να δώσω

στους τέσσερις ήχους

που απ’ τις γωνιές εβγαίναν βογκητά

κι ο στεναγμός σαν να λυπήθηκε

το κάλος άλλης εποχής αφέθηκε

λεπτή στη μνήμη μου ευχή

RETURN

The door of my family home

I timidly opened and death

yelled its horrid presence

to make the foundations

creak and the windows to beg

of their re-birth and I opened them

wide to let the light come through

as if waiting for a pendulum

to touch the inexplicable loss

the curtains I pulled aside

the four walls to grace with life

when loud from the corners

the moan of my ancient dead rose

as though their sighs felt sorry

for the beauty of a long gone era

a soft wish in my mind to become

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://authormanolis.wordpress.com/2016/02/28/returnγυρισμός

Χ.Π. Σοφίας, Αλφάδι

ένα αλφάδι πολυκαιρινό

απόκρυφο τίμιο της Κροστάνδης 

στου φεγγαριού την έκλειψη 

μέσα από περάσματα αστρικά 

σκορπάει τη μέθη των πληγωμένων σκιών 

5.12.2020

Κώστας Μπραβάκης, Ω, εσύ, ο γλυκός μου θάνατος

Αν κελαηδάει, έχει καλά

μ’ αν έχει σωπάσει μέσα σου ο ποιητής

άσε τους άλλους όμορφα να κάψουν τα φτερά τους

στο κάτω-κάτω εσένα τι σε κόφτει;

Τους καρπούς σου γεύτηκα κρυφά

πού να ΄ξερες, μεθύσι απ΄ τους χυμούς σου

και στις ρίζες σου ούτε που κοίταξα

αν είν’ γερές, για χρόνια θα φυλλορροείς

κι αν σάπιες, ούτε που νοιάζομαι

συ θα σωριαστείς ανάσκελα

και γύρω σου θα παίζουνε κρυφτούλι τα χαμίνια

για σκέψου όμως

οι τελευταίοι σου καρποί

πόσους θα φαν τα πρόβατα

πόσους θα λιώσει η ζέστη

μα τα κουκούτσια βαθιά θα φυτευτούν

κι είθε

το σπέρμα σου να ‘ναι γερό

βαθιές να δώσει ρίζες

πάλι αν ξανάρθω, να σε θυμηθώ

συ που καμένος ήσουν

κι ακόμα καίγεσαι

δε θυμάμαι να ζήτησες νερό

μόνο φωτιά ζυγώνεις

μα, άσε με

το θάνατο μου ήσυχα να πιω

κι αν τον φιλήσω

εσένα τι σε κόφτει;

Πόπη Αρωνιάδα, Από το “Ροκέ”

XVII

…μέρα

γένους θηλυκού νερά

κι αέρηδες

γεννά

ήλιους

και στρείδια

ανάμεσα

από δυο μηρούς

το στόμα της

αστέρευτη πηγή

του χαμαιλέοντα τα μάτια

στη μήτρα φυτεμένο

άγνωστο φυτό

που αφήνει ρίζες

ανάμεσα

σε πικροδάφνες

δόντια κοράλλια κοφτερά

νύχια γεμάτα χώμα

ιδρώτα και κύτταρα νεκρά

δίνει και χάδια τρυφερά

από μανάδες κι εραστές

λίγο πριν δύσει

απλώνει αιδοίο

ετοιμόγεννο

κοχύλι ζωντανό

γεμάτο

άμμο κι αλμύρα

πλημμυρισμένο

ζωή κι ελπίδα

ΟΛΟΓΥΜΝΗ ΜΕΡΑ

***

XIV

…κόλλησε πάνω μου

 σαν πλακούντας 

της μήτρας σου μάνα 

ένας ουρανός καμωμένος 

από στάσιμους καπνούς

Πώς να ’χες την αγιοσύνη

να φυσήξεις μέσα μου

γαλήνη

στην πρώτη μου πνοή

Παλεύω εκ γενετής 

και τώρα

μ’ ένα ποίημα ανήσυχο

σκάβω την κοιλιά σου στο χώμα

ενώ σε είδα 

έσκυψες και μπήκες 

στην πύλη της δύση 

μ’ αλαβάστρινο πρόσωπο 

τρίβομαι ξανά 

— γατάκι που έκανε ζημιά —

στην ανάμνηση 

της παλάμης σου 

εκλιπαρώντας να μετρήσεις 

τους σφυγμούς μου 

να με ξεδιψάσεις με βροχόνερο

Ολόκληρη ζωή θεριεύει η ενοχή

έγινα κι εγώ μάνα

χωρίς να καταφέρω

να φυσήξω ειρήνη

στη δημιουργία

δεν ήξερα τον τρόπο

γι’ αυτό αφήνω…

ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ

*Από τη συλλογή “Ροκέ”, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2019.

Πουπερμίνα, Δύο ποιήματα

ΦΘΟΓΓΟΣ ΗΛΙΟΥ

Επιμένω
κοιτάζοντας κατάματα
το ηλιοβασίλεμα
αποτραβώ το βλέμμα
ήλιοι λικνίζονται παντού
μελανοί στην ώχρα
του σκαμμένου αγρού
ρόδινοι στο φόντο
χλωρού καλαμιώνα
χρυσοί με το που
σμίγω τα βλέφαρα
αναπηδούν
αναγεννώνται
αντιστέκονται
στην έλξη μιας
φλεγματικής
κορυφογραμμής
απέναντι στην Πάρο
καθένας τους και
μια μόνο στιγμή
μια ανάμνηση
μια αποτζιατούρα
πριν από την επόμενη
κίνηση της νύχτας
που φτάνει

“Μιμείται κανείς,
όταν αποτυγχάνει!”

***

ΑΤΑΚΤΟ ΡΩ

Απ’ τη στιγμή που
έσπασε σαν γυαλί ο χρόνος
πελαγοδρομώ στα ανοιχτά
του λιμανιού με μαγκωμένη
άγκυρα σε ακατάδεχτης μιας
λησμονιάς γρανάζι
Με χίλιους κόπους
πελαργοδομώ
μέσα στα σύννεφα
βουβή φωλιά
Κύμα το κύμα από τον κάβο
απομακρύνομαι
άχυρο τ’ άχυρο το βλέμμα
ανασηκώνω στον ορίζοντα
μπας και φανείς

Πριν λίγο σε ανακάλυψα
τυχαία στο συκώτι μου
αργά – αργά
να το ξεσκίζεις
την προαιώνια πείνα
να χορταίνεις
να γελάς

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://whenpoetryspeaks.blog