Πόπη Αρωνιάδα, Εσωτερικότητα (απόσπασμα)

Τάραξα βαθιά
υπόγεια σιωπή
έτρεξε φωτιά.

*

Έμπειρη βροχή
το βαμμένο τίποτα
απογύμνωσε.

*

Σαν καταιγίδα
ποτισμένη μυρωδιές
αργοκυλούσα.

*

Εκπνέω φωτιά
αλαφρώνει το βάρος
βουτιά σε βυθό.

*

Μέσα στο χρόνο
κυλώ με συλλαβές
σε καταρράκτες.

*

Αγαπώ βαθιά
ποιητικά ταξίδια
πάνω σε τόξα.

*

Ρίχνω το δίχτυ
πιάνω αμφιβολίες
γλαροπετάω.

*

Σφίγγει η καρδιά,
τραχύ το φως των ματιών,
ζωή θα είναι.

*

Αίμα έσταξε
εκεί που σταυρώθηκα
άνθισε κρίνο.

*

Χαρά θαμμένη,
λέπια η απώλεια
στ’ ακροδάχτυλα.

*

Νάμα λιασμένο
κερνάω, πίνω, μεθάω
υμνώ τη ζωή.

*

Με αλαλαγμούς
ξέμαθα να σιωπώ,
χύνομαι βαθιά.

*Από το χαϊκού “Εσωτερικότητα” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Στεναγμοί Ανατολής”, εκδ. Ποιήματα των Φίλων, Δεκέμβριος 2014.

Γιάννης Καρπούζης, Δύο ποιήματα

ΜΠΟΥΝΚΕΡ
1
Κάπου εκεί μέσα,
πίσω από το τρίτο σου πλευρό,
ξέχασα τα χρόνια μου
τουλάχιστον εφτά
μπορεί και παραπάνω

από εκεί ξεκινάνε
οι υπερβολικές γραμμές
από ένα πραγματάκι – τόσο δα
καταλήγουν έξω
εφάπτονται με το τρομερό ουράνιο
τόξο

μηδενίζουν για μόνο μια στιγμή
αμέσως ξαναρχίζουν να τρέχουν
περνάνε ξυστά απ’ το κεφάλι μου
το τρυπάνε τελικά
έτσι επιστρέφουν στον κόσμο μας
στις πολυκατοικίες του Χέλσιμποργκ
εκεί αρχίζει ο μικρο-βομβαρδισμός
-αυτόν τον ζούνε όλοι-
με χαρτοπόλεμο χρόνου
στην κορυφή του τόρου
μαζί κυρτώσαμε — θυμάσαι;

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Δανίας
το 1939
μετέφρασε στα δανέζικα το
γνωστό βιβλίο Τι να κάνουμε;
με το νέο τίτλο
Τι θα κάναμε σύντροφοι αν δεν έβρεχε τόση στάχτη;
Και ανάλογα μεταγράφηκε το υπόλοιπο
κείμενο.
Πίστευε η Κεντρική Επιτροπή
ότι η γλώσσα δεν είναι τίποτα άλλο
παρά μονάχα ένα
κυρτό επίπεδο που γεννάει η σκέψη
για να εδραιωθεί έξω
από τον γεωμετρημένο χώρο.

***

Ο ΧΑΡΤΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

έναν χρόνο μετά

αφού αγαπάς μια γυναίκα από χαρτί
θυμάσαι κάτι που δεν έζησες ποτέ.

Πέρασαν τα χρόνια πάνω μου
κι από πάνω σου πέρασαν
έφυγαν έτσι
τόσες χάρτινες μέρες
όλα φαίνεται πως άλλαξαν μόνο
αυτό το χαμόγελο του κοριτσιού
στη φωτογραφία έμεινε ίδιο, μόνο
αυτό το κορίτσι που κουβαλάω
στη τσέπη έμεινε θυμάμαι το ίδιο κι όμως
κοίταξέ με σήμερα
με γέλια στα μάτια,
τώρα που οι χάρτινες μέρες φύγανε
δε μένει παρά να ζήσουμε τις αληθινές.

*Από τη συλλογή “Ο χάρτινος χρόνος τελείωσε”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Δεκέμβριος 2019.

Χ.Π. Σοφίας, Δέκα μικρά ποιήματα

ΚΙΤΡΙΝΟ

Έπαψε να με παιδεύει
Το χαμομήλι

Τώρα θρηνώ το κίτρινο
Μέσα στα μαλλιά σου

ΣΠΑΤΑΛΗ

είναι σπατάλη
οι λέξεις
στον έρωτα

ΑΓΑΠΗ

Φαγώθηκε ο βράχος από το κύμα
Όπως η αγάπη από τον έρωτα

ΞΕΝΕ

ξένε
δεν σε χόρτασα
γιατί έφυγες;

ΧΑΔΙΑ

τα χάδια
κανένα σώμα
δεν τα χόρτασε

ΑΝΟΙΞΗ

Μέχρι τα χρώματα να γίνουν πουλιά
Θα διαβάζουμε μαζί την άνοιξη

ΦΩΝΗ

ξεχνάω τη φωνή σου
και οι λέξεις
με υποπτεύονται

ΔΥΣΗ

Κανείς δεν γιορτάζει όταν ο ήλιος δύει
Μόνο κάτι καταραμένοι ποιητές

ΡΟΔΙΑ

Τελειώνει η νύχτα
Και η Ροδιά ντρέπεται
Που δε γέννησε χελιδόνια

ΑΚΑΚΙΑ

αυτή την Ακακία
έξω απ’ το ρημαγμένο σπίτι
Την πόνεσα

*Από τη συλλογή “Ο έρωτας της βροχής είναι παντοτινός”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2019.

ΤΕΦΛόΝ – Τεύχος 23 Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2020

ΘΕΜΑΤΑ
Nathalie Quintane: Μειοψηφική, πλην αποφασισμένη
Μέλος μιας τρομερής παρέας που τη δεκαετία του ’90 τάραξε τα λιμνάζοντα νερά της γαλλικής ποίησης, η Ναταλί Κιεντάν θέτει την ποιητική της στην υπηρεσία μιας πρόζας η οποία διαφεύγει κάθε ταξινόμησης. Αντλώντας σχεδόν αποκλειστικά από τον τρέχοντα λόγο, είτε προφορικό είτε γραπτό, παρωδεί και διακωμωδεί τα γαλλικά ήθη και ύφη, τη φαλλοκεντρική γλώσσα και την ηλιθιότητα του κυρίαρχου λόγου, τον αριστερό διανοουμενισμό και τον λογοτεχνικό συντηρητισμό, τη μεσαία τάξη και τις αξίες της, ακόμη ακόμη την ίδια τη γλώσσα και τους κανόνες της. Κείμενο: Γιάννης Χονδρός, Μετάφραση: Ελένη Γιώτη, Γιάννης Χονδρός

Σύγχρονη ρωσόφωνη ποίηση: Ούτε το νερό ούτε ο αέρας μπορούν να δραπετεύσουν
Σε αυτή την ανθολόγηση δεκατριών σύγχρονων ρωσόφωνων ποιητριών και ποιητών το σκοτάδι και η απογοήτευση απλώνονται σε κάθε σχεδόν στίχο, μαρτυρώντας ένα αδιέξοδο συλλογικό, το οποίο δεν εξαντλείται στο δράμα της ύπαρξης, αλλά έχει «την τέχνη να πηγαίνει βαθιά», να βγάζει μπροστά τις κοινωνικές και ταξικές αντιθέσεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι «η πυρκαγιά απ’ το ένα κεφάλι/ μπορεί πάντα να εξαπλωθεί στο άλλο/ και τότε θα καεί όλη η πόλη». Ανθολόγηση-Κείμενο-Μετάφραση: Νίκη Κ.

Chairil Anwar: Μέσα στο μάτι της ζωής
Επαναστάτης και αντικομφορμιστής, «ζώο άγριο/ απ’ την αγέλη εξορισμένο», ο Χαϊρίλ Ανουάρ θεωρείται ο σπουδαιότερος ποιητής της ινδονησιακής λογοτεχνίας. Εν μέσω πολέμων και εξεγέρσεων μετέφερε στο χαρτί την ωμή και χαοτική ιδιόλεκτο των δρόμων της Τζακάρτας, έγραψε για τα ταραγμένα χρόνια που συνεχίζουν τη λιτανεία τους, για το αίμα που πήζει και δένει, για τον διάβολο που τσιρίζει και τη γαλήνη που επιμένει, λίγο πριν χαθεί «στα λαμπερά φώτα και στην ηδονή». Κείμενο-Μετάφραση: Peter Constantine, Μετάφραση κειμένου: Kyoko Kishida

Marie Silkeberg: Στην αντωνυμία της νύχτας
«Ποια είναι η υφέρπουσα παράνοια που νίκησε την πόλη μας;» αναρωτιέται η Μάρι Σίλκεμπεργ. Η Σουηδή ποιήτρια εστιάζει τον φακό της γραφής της στους ανθρώπους, τη γλώσσα και τις ιστορίες τους,υποστηρίζει ότι σκοπός της ποίησης είναι «να καθρεφτίζεσαι μέσα στο ξένο. να βρίσκεις την εικόνα σου». Στα ποιήματά της επιχειρεί να «ανταλλάξει το γραπτό με το βιωμένο», να ψηλαφίσει «το δακτυλικό αποτύπωμα στο εσωτερικό τείχος», θυμίζοντάς μας ότι «η αλήθεια είναι μια λειτουργία της εξουσίας». Κείμενο: Jazra Khaleed, Μετάφραση: Γιώργης Μαθόπουλος

Σλαμ: Στίχοι από ατσάλι ή από βιτάμ, Μέρος Β΄
Ως λογοτεχνικό κίνημα η σλαμ ποίηση αμφισβήτησε το χαρτί ως αποκλειστικό χώρο της ποιητικής έκφρασης, επιδιώκοντας μια πιο άμεση, προσωπική και αυθεντική εμπλοκή με το κοινό της. Η αντισυμβατικότητα, η συμπεριληπτικότητα και η δημιουργική ορμή των πρώτων σλαμ βρήκαν πρόσφορο έδαφος στις κοινότητες ανθρώπων που βιώνουν αποκλεισμούς και διακρίσεις λόγω της φυλής, του φύλου ή/και της τάξης τους, καθώς τους έδωσε την ευκαιρία να ανέβουν στη σκηνή και να τα χώσουν στο μικρόφωνο. Εισαγωγή: Jazra Khaleed, Μετάφραση: Κατερίνα Φραγκοπούλου, Jazra Khaleed

Ποιήματα:
Χαρά Αηδόνη, Δημήτρης Γκιούλος, Κατερίνα Ζησάκη, Érica Zíngano, Arlinda Guma, Jazra Khaleed, Χρήστος Κολτσίδας, Κουρτ, Σωτήρης Λυκουργιώτης, ΜΚΧ, Flávia Memória, Μανίνα Μπομιόκη, Γιώτα Τεμπρίδου, Ιβάν η τρομαγμένη, Σοφία Χατζοπούλου.

Εξώφυλλο & εικονογραφήσεις: Μαύρο χάλι
Σελιδοποίηση: Morgan S. Bailey

Κοπιάστε στα:
Αρχείο 71, Καλλιδρομίου & Ζωσιμαδών [με κουτί ενίσχυσης]
Bibliotheque, πλατεία Εξαρχείων [με κουτί ενίσχυσης]
Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18 [με κουτί ενίσχυσης]
Βιβλιοπωλείο Αλφειός, Χαριλάου Τρικούπη 22 [με κουτί ενίσχυσης]
Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Χαριλάου Τρικούπη 28 [με κουτί ενίσχυσης]
Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Καλλιδρομίου 30 [με κουτί ενίσχυσης]
ιβλιοπωλείο Μετεωρίτης, Φωκίωνος Νέγρη 68 [με κουτί ενίσχυσης]
Βιβλιοκαφέ Red n’ Noir, Δροσοπούλου 52 [με κουτί ενίσχυσης]
Λοκομοτίβα Βιβλιοκαφέ, Μπόταση 7 [με κουτί ενίσχυσης]
Beaver Cooperativa, Βασιλείου του Μεγάλου 46A [με κουτί ενίσχυσης]
Μικρό Καφέ, Αραχώβης 38 [με κουτί ενίσχυσης]
Κατάληψη κτήματος Πραπόπουλου, Προφήτη Ηλία 49 [με κουτί ενίσχυσης]
Κατάληψη Παπουτσάδικο, Δαβάκη 20 [με κουτί ενίσχυσης]
Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, Ζωοδόχου Πηγής 95 [με κουτί ενίσχυσης]
Παλαιοπωλείο Εύρετρο, Λέκκα 23-25 [με κουτί ενίσχυσης]
Ταξίδι χωρίς χάρτη, Αριστοβούλου 16 [με κουτί ενίσχυσης]
Κινηματογράφος Άστορ, Σταδίου 28
Βιβλιοπωλείο Λεμόνι, Ηρακλειδών 22
Βιβλιοπωλείο Πλειάδες, Σπύρου Μερκούρη 62

Διανέμεται δωρεάν
Τα σημεία διανομής εκτός Αθηνών θα ανακοινωθούν σύντομα στο http://teflon.wordpress.com

Olga Orozco, M’ αυτό το στόμα, σ’ αυτόν τον κόσμο

Στη φωτογραφία, η Olga Orozco (μπροστά) με την Alejandra Pizarnik.

Δεν θα σε προφέρω ποτέ, ρήμα ιερό,
κι ας βαφτούνε τα ούλα μου με χρώμα γαλάζιο,
κι ας βγει κάτω από τη γλώσσα μου ένας όγκος χρυσός,
κι ας χυθεί πάνω στην καρδιά μου ένας χυλός άστρων
και ας διασχίσει το μέτωπο μου το μυστικό ρεύμα των μεγάλων ποταμών.
Ίσως να έχεις κυνηγήσει προς τη νύχτα της ψυχής,
αυτήν την κατάληξη που δεν είναι δυνατό να φτάνει από καμιά λάμπα,
και δεν υπάρχει ίσκιος που να κατευθύνει την πτήση μου στο ξεκίνημα,
ούτε ανάμνηση που να ‘ρχεται από άλλον ουρανό για να ενσαρκώσει
αυτό το τραχύ χιόνι
που πάνω του αποτυπώνεται μοναχά το ξύσιμο του κλαδιού και το βογγητό του αέρα.
Και ούτε καν ένα ρίγος που θα ‘κανε να εξέχουν οι άλαλες πέτρες.
Έχουμε μιλήσει αρκετά για τη σιωπή,
την έχουμε παρασημοφορήσει όπως τον σκοπό της μεθορίου
σαν να κείτονταν εντός του η δόξα μετά την πτώση,
ο θρίαμβος της λέξης, με τη γλώσσα κομμένη.
Αχ, δεν πρόκειται για τραγούδι ούτε για αναφιλητό!
Έχω ήδη ονομάσει το αγαπημένο και το χαμένο,
ένωσα με την κάθε συλλαβή τα καλά και τα άσχημα
που φοβήθηκα να χάσω περισσότερο.
Στο μάκρος του διαδρόμου ηχεί, αντηχεί η ανθεκτική μελωδία,
αντιλαλούν σαν παρατεταμένη βροντή
λίγα νομίσματα πεσμένα από οπτασίες ή κλεμμένα στα σκοτεινά.
Η δική μας διαρκής μάχη ήταν κι αυτή μια μάχη μέχρι θανάτου
με τον θάνατο, ποίηση.
Έχουμε κερδίσει, έχουμε χάσει,
γιατί πώς να δώσεις ονόματα με το στόμα αυτό,
πώς να δώσεις ονόματα σ’ αυτόν τον κόσμο μόνο με το στόμα αυτό,
σ’ αυτόν τον κόσμο μόνο με το στόμα αυτό;

*Μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας.

Lee Slonimsky, The swan / Ο κύκνος

Observing how the swan’s two feet are webbed,
he wonders what role math played in design,
what abstract shapes were sewn, with flesh as thread,
nto the swan’s creation, lost in time.

The power of her wings as she takes flight
in clumsy but majestic dominance,
inspires him to count the beats of white
great feathered limbs against blue radiance.

As if such basic numbers could explain
the wizardry of feathers climbing air,
or give the essence of her flight a name,
describe perfection of her glide and soar.

If numbers could transform flesh readily,
he has no doubt what creature he would be.

Ο ΚΥΚΝΟΣ

Παρατηρώντας τον τρόπο που είναι καμωμένα
τα πόδια του κύκνου,
αναρωτιέται για τον ρόλο των μαθηματικών
στον σχεδίασμό τους,
πως αυτά τα αφηρημένα σχήματα με κλωστές
υφάνθηκαν από σάρκα
σε κάποια εποχή μακρινή,
χαμένη στα βάθη του χρόνου.

Η δύναμή του καθώς πετάει με αδέξια
αλλά μεγαλειώδη ορμή,
τον ωθεί να μετρήσει τα χτυπήματα
των μεγάλων λευκών φτερών πάνω
στον εκτυφλωτικό γαλάζιο θόλο.

Λες και θα μπορούσαν αυτοί οι απλοί αριθμοί
να εξηγήσουν τη μαγεία των φτερών
που σχίζουν τον αέρα, να περιγράφουν
την τελειότητα ή να ονομάσουν το θαύμα.

Αν μπορούσαν ποτέ οι αριθμοί
να μεταμορφώσουν την ύλη,
ξέρει εκείνος ποιου πλάσματος
θα έπαιρνε τη μορφή.

*Από τη δίγλωσση συλλογή “Ερωτευμένος Πυθαγόρας”, εκδόσεις ενύπνιο, Μάρτης 2020. Μετάφραση: Σταμάτης Πολενάκης.

Θ.Δ. Τυπάλδος, Δύο ποιήματα

ΟΙ ΣΤΑΣΕΙΣ

Εισέρχεται μέσω του τοίχου στο δωμάτιό μου
Έρχεται πάνω από το προσκέφαλό μου σκύβει με φιλά
Κι αφήνει τ’ αυγά της να κυλίσουν μέσα στον οισοφάγο μου
Κι εκείνα αρχίζουν να επωάζονται να σπάνε
Ένα ηλιοβασίλεμα καβαλάρης σε ασπρόμαυρο άλογο
Μες στη νυχτιά καλπάζει λαμπατέρ τον δρόμο του φέγγει
Στο χέρι του κραδαίνει μια καταιγίδα ένα λεύκωμα
Μια μπρούντζινη καρδιά ένα εσώρουχο σημαία καδένα στριμωγμένη
Οι αλήτες ονομάσαν τη λάμψη των αστεριών καταρράκτη
Προκατασκευασμένα οικόπεδα με σκονισμένα παπούτσια
Μαυσωλεία που ξεπηδούν στο κορμί μου
Μου φέρνουνε φαγούρα και τσούξιμο στους όρχεις
Δικαστής σκώληκας γραφικός
Πτεροκυοφορούσες μητέρες
Ανδρείκελα ανέκφραστα εκφράζουν χαμόγελο
Ξανθοπυρωμένα ύδατα
Μακροσκελείς αμοιβάδες
Διάσπαση του ατόμου σε χειρουργικά κρεβάτια
Ένωση του πεπραγμένου πάνω σε τραπέζια δίχως πόδια
Λαβές που αιωρούνται πάνω απ’ τα κεφάλια των αστών ενός αστικού λεωφορείου Οι επιθυμίες ανεπιθύμητα επιθυμούν όσα ανεπιθύμητα μένουν
Μα τι στο καλό γυρεύει ο Μπρετόν στο μπαλκόνι μου;

***

TOΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥ MOΥ ΑΔΕΡΦΟΥ

άφωτα
φώτα
στέκουν
πάνω
απ’ το
σεσουάρ
της
μητέρας
και βρέχει

τις παρανυχίδες του μέλλοντος που σχίζουν το δέρμα
της υποδιέργεσης

η σήψη κι η αποσύνθεση μου καίνε τα σωθικά
ελπίζω ο θάνατος να είναι πιο ανεκτικός μαζί μου
απ’ ό,τι ήταν η ζωή

τα κρεμμύδια κλαίνε σαν μωρά καθώς αυτοκαθαρίζονται
φώτα
άφωτα
φωτίζουν
χωρίς
λάμψη
τον
επιθανάτιο
ρόγχο
μου

*Από τη συλλογή “Τα θολωμένα μάτια της στίλβης, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Ιούνιος 2016.

Voyeur | Μαρίνα Πεβερέλλη

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

panos

Μονίμως στα πρόθυρα κάποιου σπασμού
με ζεστασιά τρομακτική στις άκρες των δαχτύλων
Είμαι καταδικασμένη να παρακολουθώ
Άλλους να πιάνουν
Άλλους να υπομένουν
Χέρια που πιο πολύ απροθυμούν
παρά δεν ξέρουν πώς ν’ αδράξουν…

Ηδονοβλεψίες της θλίψης
Εφηύραμε νέο τύπο νοσοκομείου
Με πολύ μεγάλα παράθυρα

Εγώ μετάνιωσα,
Και για καιρό
Θρυμμάτιζα τα δόντια μου δαγκώνοντας,
Ξηλώνοντάς τα.

Δε θα ανεχτώ κανέναν άλλο πόνο
εκτός από το δικό σου∙
Ελαττωματικό αμφίβιο ασθμαίνεις στα βράχια
με ξεσκισμένο στομάχι
και λαιμό γεμάτο θάλασσα
Το ουρλιαχτό σου μού ματώνει τ’ αυτιά,
αλλά δε σε θανατώνω:
μονάχα σε σπάω σε κομμάτια
και σε σπρώχνω κάτω απ’ το κρεβάτι μου,
γι’ αργότερα.

Άλλωστε γνωρίζω πως
παρ’ ότι πνίγομαι από τα θραύσματα στο λαιμό μου,
θα συνεχίσω να ζω
όπως και χθες.


φωτογραφία: Πάνος Κεφαλάς

View original post

Κώστας Μπραβάκης (1962-2020), Τρία ποιήματα

Το μπλουζ του νικημένου

Απόψε θέλω ν’ ανοίξω τις φλέβες μου
Και να χυθεί στο πεζοδρόμιο
Όλο αυτό το ξινισμένο γάλα
Που χρόνια κουβαλώ αντί για αίμα

Απόψε θέλω να πιω τον έρωτα πικρό
Όπως τον πίνουν στα χαμόσπιτα
Τυλιγμένο σ’ ένα τάλιρο
Τα κορίτσια της ανάγκης

Απόψε θέλω να μιλήσω
Με τη γλώσσα κομμένη στα δυο
Διάλεξε τι θες ν’ ακούσεις
Την αλήθεια ή το ψέμα

Απόψε θέλω να παίξω ένα μπλουζ
Σε μια χορδή ακροβατώντας
Σ’ ένα υπόγειο μ’ ανάσες αιθανόλης

Απόψε θέλω να παίξω ένα μπλουζ
Για μένα

***

Αχάριστο νόμισμα

Ανακάλυψα μια τρύπα στην τσέπη
από κει θα πήδηξες αχάριστο νόμισμα
δε σου ’φταναν θαρρείς η ζεστή μου φόδρα
τα χάδια απ’ τα δάχτυλά μου
άντε τώρα να σε προλάβω έτσι που τρεχεις
στάσου
πας ίσια στον υπόνομο
στρίψε αριστερά σου λέω
αχάριστο νόμισμα
ονειρευόσουν χρηματοκιβώτια βαριά
χαρτογιακάδες χαρτοφύλακες
τα πιο φτηνά σου όνειρα δεν τα κάνες ακόμα
ήθελες λέει να γίνεις τσεκ
ή κάρτα ανάληψης
έστω δωροεπιταγή
αχάριστο νόμισμα
σε κάποια χαραμαδα σφηνωμένο θα σε βρω
διάλεξε την ποινή σου
θες να σε ρίξω στ’ αλογάκια
ή στα μηχανάκια του καφέ;

***

Το κρίσιμο λάθος

Με χαλινάρι τι, χέρια μου
την τύχη μου κρατάτε;
δεξιά η περηφάνια μου κι αριστερά η ψυχή μου
στη μέση ο τυφλοπόντικας
αυτός που ορίζει το σκοτάδι
κι εσείς ένας στρατός αρματωμένα δάχτυλα

κι αν έκλεψα περιστερώνες
ήταν γιατί πέταξα νύχτα
με το φεγγάρι άρρωστο
κι ακόμα δεν έφτασα κι ούτε

χέρια κομμάτια από πηλό
τα σάρωθρα παλέψτε
μας περικύκλωσαν οι ερημιές
κι ο φόβος της αφωνίας
ήταν που δεν πουλήσατε τον ίσκιο σας
στα ράφια τα ψηλά των εμπορείων
κι ούτε περιμένατε την άνοιξη
στους πάγκους των πανηγυριών
σας είχα πάντα στις τσέπες δυο βοτσαλάκια ανατολή
κι αν άλλαζε ο καιρός
γινόταν ξίφος

*Από τη συλλογή “Εικοσιτέσσερα πρελούδια δώδεκα σπουδές και εφτά πικρά τραγούδια”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάης 2009.

Neringa Abrutyte, Δύο ποιήματα

ΔΑΧΤΥΛΑ

Δεν κάνω τίποτα για να υπάρχεις (δεν τηλεφωνώ, δεν γράφω) όμως υπάρχεις:
έρωτας, που το αντικείμενό του δεν νοιάζεται για αυτόν –
από αυτόν τότε, βέβαια, χάθηκαν τα σπυράκια και οι σκέψεις,
και το πρόσωπο άλλαξε δέρμα — ξεφλουδίζεται

στ’ αλήθεια δεν κάνω τίποτα — ακόμα και τα χείλη
φιλούν μονάχα τα δάχτυλα του σώματός τους
τα ίδια τα χείλη άραγε νιώθουν τίποτα, η μήπως εσύ;
τί θα ήθελαν πιο πολύ τα δάχτυλα των χειλιών σου;

το χέρι του ποδιού μου, π.χ. θα ήθελε να φράξει τη μύτη σου
τα μαλλιά του χεριού μου επιθυμούν το δικό σου αυτί
η μύτη μου θα ήθελε να βγει στα πνευμόνια σου και
να βρει πιο ελεύθερο δρόμο για να αναπνεύσει
και τα μελανιασμένα δάχτυλα των ποδιών σου να κρυφτούν
στο κενό που αφήνουν οι κάλτσες μου,
γιατί όλα πεθαίνουν τώρα μόνο επειδή τότε πεθάναμε εμείς, τα δάχτυλα.

***

Η ΑΝΑΠΟΔΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

είδα – την ανάποδη είδα του Κειμένου
εκεί καίγανε γράμματα μνήμη (θυμωμένη) κόμπλεξ
σ’ αυτό το κείμενο (εσένα) προσπάθησες να σβήσεις
όμως εγώ αλλιώς σε είδα — σαν ζωούλι
σώμα απ’ την ανάποδη: κείμενο – φλούδι: τακ τακ
που το ‘σπασα αλλά εκεί δεν είχε αγάπη
όση επρεπε και τώρα πια δεν χρειάζεται
γιατί ολα τελείωσαν γοργά και παθιασμένα
(σαν το αλκοόλ; Σαν την Υπομονή του ανθρώπου;)
ή είναι μυστικό που τ’ Άγιο όριο χαράζει!
ήμουνα -πράγμα σπάνιο- ήρεμη πολύ-
και δεν σκεφτόμουν ότι υπάρχεις -και θα υπάρχεις
και εσύ απλά προδίδοντας την άλλη σου πλευρά
γιατί σε φύσηξα! -χωρίς να θέλω- από την άλλη-
και στου Κειμένου την πλευρά αυτή σε γύρισα
σαν βιαστικά τελειωμένη συνουσία:
την ιστορία να συνεχίσω δεν αξίζει
πολύ θυμίζει την ανάποδη άρα κακή πλευρά του Κειμένου.

*Από τη συλλογή “Το Φθινόπωρο του Παραδείσου”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούνιος 2015. Μετάφραση: Σωτήρης Σουλιώτης.