Αντιγόνη Ηλιάδη, Ένα κι ένα κάνουν δύο
I.
Ένα κι ένα κάνουν δύο –είπες-
αλλά εδώ είμαι μία που νιώθω μισή
φιλάω γρήγορα κι εσύ αργά
θέλω να χορτάσω πριν τελειώσουν τα όνειρα
ρώτησες γιατί δεν γράφω για εσένα
σου είπα ότι δεν ξέρω να γράφω ποιήματα
και ύστερα σκέφτομαι τα μακριά σου μαλλιά
πόσο θέλω να τα τραβήξω δυνατά
για να φέρω τα χείλια σου στα δικά μου
αν γράψω για σένα θα πρέπει να σου
ξεσκίσω τους τοίχους σου
για να μάθεις να τους γκρεμίζεις καλύτερα
θα πρέπει να διασχίσω τις γραμμές του εγκεφάλου σου
και να κατέβω στη στάση που μυρίζεις
μία κολόνια που μου θυμίζει κάτι άλλο
αλλά όχι -μόνο εσένα.
Μόνο εσένα.
II.
Την πρώτη φορά που βρεθήκαμε,
είχαμε πει να πάμε για μπίρα κι εγώ ήδη είχα πάρει κρασί
κρυμμένος πίσω από τις αδελφές που δεν δείχνουν έλεος
με τράβηξες στα ανατολικά
μία ξύλινη πόρτα κάτω από έναν κισσό για να μας
τραγουδήσει ο τύπος με το ανοιχτό πουκάμισο που βγήκε από το ΄80
το σαν παλιό σινεμά
να φάω το πρώτο μου σαλάμι
και να είσαι εσύ να με κοιτάς από πολύ κοντά.
Λίγο πριν κλείσουν όλα
κάτσαμε σε ένα παγκάκι για μία μπίρα
μιλώντας αδιάκοπα μέχρι να πάει δώδεκα παρά
σιχτιρίζοντας την απαγόρευση
παίρνοντας η μία από τον άλλον
μία πρώτη πρόγευση.
III.
Τη δεύτερη μου έφερες ένα βιβλίο για γενναία γαστριμαργικά
ήθελες να κτίσεις γέφυρες μέχρι τότε και ήξερες να το κάνεις καλά
όσο σε περίμενα στο μπαρ με κοιτούσαν άλλα αγόρια
κι όταν ήρθες εσύ ήταν σαν να εξαφανίστηκαν όλα
έλεγα στην εαυτή μου να σε βλέπω φιλικά
για να καταλάβω την ιστορία της μαμάς σου και του θανάτου
του παππού σου διαφορετικά
μου άρεσε πως έλεγες πως ήξερες αυτόν τον σνομπ μπάρμαν
που μου γέλασε μόνο μαζί σου
ενώ εγώ έγραφα στη μνήμη μου
πώς είναι και πώς ήταν
το ύφος σου, ο τόνος και η φωνή σου
σε έβγαλα φωτογραφίες στις πολυκατοικίες
με την καινούργια μηχανή σου
και με ρώτησες τι άλλο μένει να κάνουμε
κι ήθελα να σου πω
όλου του κόσμου τα πράγματα
μα επειδή δεν γίνονται θαύματα
είπαμε γεια
με μία επί τρία
παρατεταμένη αγκαλιά.
IV.
Την τρίτη φορά έφαγες την καλύτερη μπριζόλα της πόλης
κι εγώ σε κοιτούσα γεμάτη θαυμαστικά
ενώ χόρευες στο αυτοκίνητο δυνατά
και μου έλεγες ιστορίες από παλιά γκοθάδικα
τι ωραία που περπατήσαμε όσο προλάβαμε μαζί
ώσπου να φτάσουμε
πάλι σε ένα παγκάκι που μας έλουζε το ψύχος διθυραμβικά
ενώ μας πουλούσε αντιανεμικούς αναπτήρες ένας τύπος
στη μέση που είχαμε κρυφτεί του πουθενά
να νιώσουμε λίγο καλύτερα πλάι στη θάλασσα
στο αυτοκίνητο ακούγαμε τις μουσικές σου
ένιωθα πως είναι όμως μόνο δικιές σου
ακόμα δεν ήταν δίκαιη η μοιρασιά
σε αποχαιρέτισα πριν τις δώδεκα
και με άρπαξες πνίγοντάς με στα φιλιά
σου είπα έλα σπίτι μου να κοιμηθούμε
δεν ήθελα γρήγορα να αποχαιρετιστούμε
μετά από αυτό, έτσι απλά.
V.
Κάθε επόμενη φορά σε περίμενα
να ανοίξεις μία νέα σελίδα
να μου κάνεις τράκα ένα τσιγάρο
να πούμε για όλα εκτός από τον χάρο
και να είμαστε μαζί από τις εννιά το βράδυ
ως της επόμενης το μεσημέρι
περίμενα να με αγκαλιάσεις στο κρεβάτι
να με κοροϊδεύεις για να γελάω
να με φιλάς για να σταματάω
να βλέπουμε ταινίες μαζί ως το χάραμα
είναι πιο ωραίο να μένουμε παρέα έκθαμβοι
αφού μας αρέσουν τα ίδια
στο είχα πει ότι έχουμε κοινά
κι εσύ τα έβλεπες καλά κακά
κι όμως τόσο δύσκολο είναι μία άκρη να βρεθεί
σε αυτόν τον αυτόχειρα κόσμο
που οδεύει σταδιακά προς την αυτοκαταστροφή
μα στο λέω, μωρό μου, κάνε υπομονή
ας είναι όλα κόκκινα και διακοπτόμενα
κι αποσπασματικά
τις ιστορίες μας μόνο να λέμε κι αυτό αρκεί
για να κάνουμε όσο έρωτα θέλουμε
και λίγο παραπάνω
στα κρυφά.
VI.
Μου αρέσει που δεν είσαι απλός
που είσαι κλειστός και ανοιχτός
μα μέσα σου καίγεσαι να με ακουμπήσεις
και φοβάσαι να με αφήσεις
που κάνεις τη συζήτηση χαοτική
που με δαγκώνεις εκεί κι εκεί
που με στοιχειώνεις με σκέψεις
και που κάνεις λογικές προβλέψεις
που δεν σε παίρνει η φασαρία
που εκτιμάς τη φλωριά και την αλητεία
που είσαι είρωνας κι ωμός
μέχρι να σε φιλήσω και να σε
λυγίσω ολοσχερώς.
Μου αρέσει που μου μαγείρεψες
που σκούπισες για να είναι όλα πιο καθαρά
που θέλεις τα μαλλιά σου λαμπερά
που με φωνάζεις πού και πού αντιγονάκι
που σιάζεις τα παπούτσια μου στο πατάκι
που μοιάζεις με του χιούμορ αστυνόμο
που μετράς τις κινήσεις σου με μετρονόμο
μου αρέσει που αγαπάς αυτό που κάνεις
που τα κακά αστεία μου τα παραπιάνεις
που με φιλάς μέσα στα ρουθούνια και στα αυτιά
που με αφήνεις να κοιμάμαι στα ντοκιμαντέρ πάνω σου
και να ακουμπάω τη δεξιά σου πλευρά
γιατί ξέρεις εσύ,
ένα κι ένα κάνουν δύο
κι εγώ είμαι εδώ κι εσύ είσαι εκεί.
Αλόη Σιδέρη (1929-2004), Ποιήματα
Η Καλλιόπη πέθανε τρελή
όλα τα όνειρα τα έκαμε κραυγές
ουρλιάζοντας καβάλα στο παλιό κανόνι
τι θα κάνεις όταν μεγαλώσεις
θα γίνω γριά καθισμένη κατάχαμα
φάντασμα το καταμεσήμερο
με τα πολύχρωμα φουστάνια σου
με τα φουσκωτά σου μανίκια
και με τι να σκουπίσεις τους λυγμούς
με τι κύματα και τι φωτιές
ύστερα από τον μεγάλο σεισμό
που γκρεμίστηκε η σοφίτα με τα μαγικά
και δεν είχαμε πού να παίξουμε πια
τι να παίξουμε πια
γοργόνα μπαλαρίνα σύγνεφο τρομπέτα
άλλοι αλλιώτικοι τώρα
κι ούτε σ’ αγαπούσαμε πια
πολύ πριν σ’ αφήσουμε σε κείνο τον τάφο
***
ΕΞΟΧΗ
Έρχεται μια ησυχία
από τ’ αμπέλια τα νιοσκαμμένα κουλουμάκια
γύρω από κάθε κούτσουρο
μια έγνοια ανθρώπινη
πότε να σκάσει το πρώτο φύλλο
έτσι το χόρτο έτσι η λιθιά
έτσι ο μικρός βόλος το χώμα
η γης και το ποτάμι
έτσι σιγά σιγά χωρίς περιπέτειες
εξόν τις μικρές εκείνες με το κύμα
με το απομεσήμερο και το μελτέμι
έτσι να παίρνεις πάλι αέρα
όπου είναι όστρια όστρια
όπου είναι γρέγος γρέγο
και λίγο λίγο ν’ ανασαίνεις
και λίγο λίγο να βλέπεις
και λίγο λίγο να ξαπλώνεσαι και να σωπαίνεις
και να λησμονείς
***
ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Πλήρης ημερών
πλήρης νυκτών
ερώτων
λύπης
κόπου
.
Νίκος Μιτζάλης, Το πρόβλημα του αναπόφευκτου
Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Παρηκμασμένη νύφη
Από τις λέξεις ότι περίσσευε
έτσι με το περίσσευμα και όχι με υστέρημα
φτιάχτηκε το όνειρο
παρατηρήσεις άνευ αξίας
τις σκουπίζουν τα απογεύματα στις πίσω αυλές των σπιτιών
σε αφήνει ο χρόνος να τού ξεφεύγεις
επανέρχεται και διεκδικεί
μικρές περίοδοι χάριτος
με μια σου παλάμη κρύβεις τον ήλιο
σκοτάδι για έναν
μέσα σου περνάνε εν τούτοις φεγγάρια πολλά
συνοδεύουν κοιλιακά άλγη
το σκοτάδι έχει μορφή
το χέρι της σηκώνεται να σε χαιρετήσει
και βαφτίζει τη μέρα
το ρούχο της ανασηκώνεται
και φαίνεται πως η επιθυμία της κουτσαίνει
πριν ήταν νύμφη
μα τώρα ξηλώνεται
όταν κατεβαίνει τούς λόφους
σκύβει και μαζεύει από χάμω
λέξεις όπως το “μνήσκω “
και συνώνυμα τους
τα πόδια της στην άμμο
το κεφάλι της στην άμμο
ώρα ανύπαρκτη
ώρα θαμμένη πολύ
ο αέρας που φυσάει
δεν τολμάει να τής πάρει τίποτε
αν θαφτεί κι άλλο θα γίνει ηρωίδα
πρώτης γραμμής
αν αναρρώσουν οι αμφιβολίες της
Κατερίνα Φλωρά, Σκέψη
Σκέψη βουβή ανομολόγητη,
κλεισμένη στις ατέλειωτες ώρες προσπάθειας επιβίωσης,
στους ήχους και τη φρενίτιδα της πόλης,
κρυμμένη στα αφλόγιστα βλέμματα
Σκέψη κουρασμένη και μονότονη,
ταχεία κι αδιάλειπτη,
της φύσης σου λησμονείς τη ζωτική πνοή,
της μοναξιάς σου προσπερνάς την αλήθεια
Σκέψη πρωτόγνωρη που φέρεις το μειδίαμα,
που είδες από τη χαραμάδα τη φωτεινή γραμμή
βουτηγμένη σε κόκκους σκόνης που χορεύουν
Σκέψη απορημένη στη θέαση διαφορετικών,
αταίριαστων χρωμάτων, εγκλωβισμένη στην πολλαπλή τους φωτεινότητα,
στην ακατανόητή τους ποικιλότητα.
Πώς μπορείς της απαξίωσης να επανέλθεις
της μικρότητας το θρίαμβο να επιζήσεις
Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, Ο κύκλος
Υγρά τα μάτια σου το απόγευμα όπως έσκυβες
κοντά κοντά στο πρόσωπό μου κι απορούσες
πώς σ’ εγκατέλειψαν οι λέξεις, πώς σ’ αρνήθηκαν
κι ούτε μια τοσοδά σωστή πια δε νογούσες.
Έμοιαζες άδολο μικρό παιδάκι άβουλο
και πιο μικρός, μωρό γινόσουν κάθε μέρα
πίσω ξανά προς την αρχή ο κύκλος έκλεινε.
Κι ήμουν εγώ πια ο πατέρας σου, πατέρα.
*Από τη συλλογή “Μνήμες της ρίζας”
**Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ:
https://mail.google.com/mail/u/0/#trash/FMfcgxwKjwtzLhkVNQdxlHrGsLkRXRhW στη σειρά “Το ποίημα της Δευτέρας”.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Η Πόλις / Constantine Cavafy, The City
Είπες «Θά πάγω σ’ άλλη γή, θά πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μιά πόλις άλλη θά βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μιά καταδίκη είναι γραφτή
κ’ είν’ η καρδιά μου—σάν νεκρός—θαμένη.
Ο νούς μου ώς πότε μές στόν μαρασμό αυτόν θά μένει.
Όπου τό μάτι μου γυρίσω, όπου κι άν δώ
ερείπια μαύρα τής ζωής μου βλέπω εδώ,
πού τόσα χρόνια πέρασα καί ρήμαξα καί χάλασα.»
Καινούριους τόπους δέν θά βρείς, δέν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θά σέ ακολουθεί. Στούς δρόμους θά γυρνάς
τούς ίδιους. Καί στές γειτονιές τές ίδιες θά γερνάς
καί μές στά ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στήν πόλι αυτή θά φθάνεις. Γιά τά αλλού—μήν ελπίζεις—
δέν έχει πλοίο γιά σέ, δέν έχει οδό.
Έτσι πού τή ζωή σου ρήμαξες εδώ
στήν κώχη τούτη τήν μικρή, σ όλην τήν γή τήν χάλασες.
THE CITY
You said: “I’ll go to another land, to another sea;
I’ll find another city better than this one.
Every effort I make is ill-fated, doomed;
and my heart —like a dead thing—lies buried.
How long will my mind continue to wither like this?
Everywhere I turn my eyes, wherever they happen to fall
I see the black ruins of my life, here
where I’ve squandered, wasted and ruined so many years.”
New lands you will not find, you will not find other seas.
The city will follow you. You will return to the same streets.
You will age in the same neighborhoods; and in these
same houses you will turn gray. You will always
arrive in the same city. Don’t even hope to escape it,
there is no ship for you, no road out of town.
As you have wasted your life here, in this small corner
you’ve wasted it in the whole world.
*Αγγλική μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης / English translation: Manolis Aligizakis
*Το ποίημα πάρθηκε από εδώ / The poem is taken from here: https://authormanolis.wordpress.com/2013/05/05/κωνσταντίνος-καβάφης-constantine-cavafy/
Ηρώ Νικοπούλου, Δύο ποιήματα
ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ να γίνω ισότιμη
καθρεφτάκι ο χρόνος που φόβισα
ολοστρόγγυλο σαν τις φωνές
που αφήνω στα χέρια σου
να οργώνουν βαθιά τη σιωπή.
Αεράκι απ’ τα μέσα η φωνή σου
κι ονόμασε
— Πώς να μιλήσω; —
***
ΓίΝΟΝΤΑΙ ΚΑΠΟΤΕ απάτητες κορυφές τα σώματα
όταν τα όρια σκεπάζονται
που ήξερες μ’ ομίχλες
κι από τις παιδικές μας ιστορίες
γλιστρούν φαντάσματα τα γέλια
που όλο έρχονται
και αφοπλιστικά σού κατοικούν τα μάτια.
Δεν υπάρχει ύστερα χώρος αρκετός για έρωτα,
η πόλη με τις σκιές της όλες ταξιδεύει
αφήνοντας σπαράγματα κολόνες οριζόντιες
αετώματα καφενείου τραπεζάκια.
Χαλάσματα Θησείο απόγευμα
κι ο Κολωνός αλλού.
Το σάλεμα της ρίζας
και το όργωμα
σε πέτρας σπλάχνο.
*Από τη συλλογή “Ανέμου”, Εκδ. Πλανόδιον, 1999.
Τρεις Τούρκοι ποιητές
Α. Καντίρ, Απαγόρευση κυκλοφορίας
Τι δουλειά έχουμε εμείς με σας, φαντάροι,
Κυριακάτικα από μας τι ζητάτε,
γιατί δε μας αφήνετε να βγούμε στο δρόμο,
μείναμε στις πόρτες, στα παράθυρα,
πνιγόμαστε, θα σκάσουμε, θα πεθάνουμε,
γιατί ήρθατε φαντάροι στο μαχαλά μας;
Σήμερα δεν έχει χαρταετούς, χαλβά, γλυφιτζούρια, στραγάλια, κοκοράκια, ζαχαρωτά,
κρυφτό, σχοινάκι κι άλλα παιχνίδια,
ούτε και στο γείτονα μας τον Ομέρ μπορώ να πάω,
φαντάροι, γιατί φαρμακώσατε αυτή την Κυριακή μας;
Το σπίτι μας είναι κλειστό κουτί,
πνιγόμαστε, θα σκάσουμε, θα πεθάνουμε,
φευγάτε γρήγορα απ’ εδώ, γρήγορα φευγάτε [… ]
***
Σουάτ Τασέρ, Ο φόβος
Καταντήσαμε να φοβόμαστε τον ίσκιο μας
να φοβόμαστε να χαιρετάμε, να ονειρευόμαστε,
τον ταχυδρόμο που χτυπάει την πόρτα μας,
το ζητιάνο, το μωρό στην κούνια του,
το λουλούδι μας στη γλάστρα,
το είδωλο μας στον καθρέφτη.
Τελειώνει η μέρα, ατελείωτος ο φόβος
σταματάει η βροχή, ο φόβος ασταμάτητος.
Κοιμάται η θάλασσα, τ’ αστέρια σβήνουν
πάνε κι έρχονται τα σύννεφα
ο φόβος έρχεται δε φεύγει.
***
Ορχάν Βελή Κανίκ, Γράμμα
Ανταμώσαμε χτες
Απ’ την τσέπη μου
Έβγαζα ένα ποίημα πουχα γράψει για σένα
Να στο διαβάσω
Όταν με ρώτησες τι ειν’ αυτό
Τίποτα σου είπα, κάποιου φίλου η διεύθυνση
Ψάχνω το σπίτι του
*Πηγή: Κυριάκος Σιφιλτζόγλου.







