Η ουτοπία δεν είναι
παρά μια εξάσκηση
της επίγνωσης
ότι έχουμε σπάσει
τις κλειδαριές
των σοφών
τους κωδικούς των
ιερών χειρογράφων
ότι έχουμε καταλάβει
τα παλάτια των ιερατείων
κι έχουμε πλημμυρίσει
τα λιβάδια της ζωής μας
με άπλετο φως.
Κωστής Τριανταφύλλου, Δύο ποιήματα
γειτονιά
οι άνθρωποι της γειτονιάς
που πεθαίνουν και κυκλοφορούν σαν φήμες
περίεργα μαγαζιά σκονισμένα και θαμπά
ακατοίκητα
το ένα μετά το άλλο
χωρίς μέλλον
άδειες στοές των αγγέλων
εμπόριο στον άλλο κόσμο
γειτονιά των αβάσταχτων λέξεων
λαχειοφόρος αγορά του κάτω κόσμου
άνθρωποι της γειτονικής ματιάς
της καθαρής σχέσης
της συμπιεσμένης καθημερινότητας γειτονιά
μες στο ντουμάνι των ονείρων
ο ένας μετά τον άλλον
να πεθαίνουν
στη γειτονιά των φαντασμάτων
δύσκολος Μάρτιος του ’20
στην πλατεία του κάτω κόσμου
***
ησυχία
ο πλανήτης αφουγκράζεται
γυρίζει μέσα στη δική του σιωπή του σ
μέσα στη δική μας σιωπή της πόλης
στη σιγή της γειτονιάς
στην ησυχία του σπιτιού
του κήπου
της ψυχής μας
για να ακουστούν ξανά τα πουλιά
κι οι γάτες που ερωτοτροπούν
ας ονειρευτούμε για λίγο
έτσι κι εγώ θα βρω το δρόμο μου να φύγω
*Από τη συλλογή “Μη άρτιος Μάρτιος”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2020.
Neringa Abrutyte, Δύο ποιήματα
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΗ ΝΕΡΙΝΓΚΑ*
θέλω να έρθει ο χειμώνας: έτσι είναι το βράδι μου
ξεκουράζεσαι ή δουλεύεις; – ο γλάρος φτερακίζει στη θάλασσα
το ηλιοβασίλεμα σωστή θράκα τα δέντρα η κυριακή
σιγοπίνοντας κάτι διακλαδίζομαι ξένοιαστα στην ακροθαλασσιά
ω σε ποιό δίχτυ πέταξαν τη θάλασσα κρώζουν τα κλαδιά
πετάω ρίχνω μια μοναδική ματιά καμιά φορά είναι ωραία
όμως γιατί μου φάνηκε ότι για να συγκεντρωθείς ο χειμώνας είναι
καλύτερη εποχή; και εδώ που τα λέμε δεν μπορείς να ξέρεις πότε
θα σε αγκαλιάσει ένα τέτοιο καλοκαίρι που σαν το δρόμο
για τη θάλασσα την ακρογιαλιά σαν θρύλος μακραίνοντας
να θυμίζει τη μια και μοναδική χερσόνησο που έχει το όνομά μου
* Νέρινγκα ονομάζεται και η χερσόνησος, στην οποία ανήκει η γενέθλια πόλη της συγγραφέως (Σ.Τ.Μ.)
***
ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
αγαπώ τα πράγματα; και εκείνα εμένα,
όταν μπορώ κάποιες στιγμές να τα αποκτήσω;
όμως από λεφτά το μήνα αυτό μηδέν
και ένα πράγμα μπορεί να είναι όμορφο, αλλά κρύο-
θα μπορούσα να κάνω οικονομία;
όμως στο κέντρο ξαφνικά πιάνει βροχή
και έτσι αγοράζω ομπρέλα στη στιγμή,
όταν βγαίνω ραντεβού -και ξάφνου!-
(χωρίς ομπρέλα και βροχή) -και τα λεφτά έχουν χαθεί!
Πέφτουν απ’ τον ουρανό (λες να τα γλείψει ο αγαπημένος μου;)
και αυτό το πράγμα θα ανοίξει,
συνέχεια λέγοντας ότι ο χρόνος είναι χρήμα ο έρωτας-
βροχή και όλα όσα θές είναι το χρήμα-
το ΑΠΡΑΓΜΑΤΟ, που κάτι τέτοιες ώρες το ξοδεύεις,
γι’ αυτό αγάπα πιο πολύ
τα πράγματα απ’ τους αγαπημένους!
*Από τη συλλογή “Το Φθινόπωρο του Παραδείσου”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2015. Μετάφραση: Σωτήρης Σουλιώτης.
Θεόδωρος Μπασιάκος, Το τραγούδι του μπαρμπα-Θεού του κλοσάρ
-Ι-
Η Δημιουργία – τρίχες!
Ποτέ και τίποτα δεν δημιούργησε ο Θεός.
Αυτό το ξέρουν δα και τα μωρά.
Ο Θεός είναι ένας μοναχά γερο-αλήτης
με γένια κίτρινα και με μια μποτίλια φτηνό κρασί εκ δεξιών του
ξάπλα εις τους αιώνας των αιώνων κάτω απ’ τ’ άθλιο γεφύρι των άστρων.
.
-ΙΙ-
– Πού πήγαν οι παλιοί καλοί αλήτες;
Ετούτοι μάτια μου δεν ξέρουν μήτε τα κανιά ν’ απλώνουν
μήτε την γόπα ξέρουν να φουμέρνουνε σωστά.
– Πού πήγαν οι παλιοί καλοί αλήτες;
Ετούτοι για ένα σπιτάκι μια δουλίτσα μιαν ασφάλεια ζωής
ξεχνούν μεμιάς και λεφτεριά και περηφάνια.
– Λοιπόν, πού πήγαν οι παλιοί καλοί αλήτες;
.
—
*Δημοσιευμένο στον “Μανδραγόρα”. Αφιερωμένο στον Στράτο Κυπριωτέλη.
Κατερίνα Κουτσογιαννοπούλου, Αγάπη
Άναρχη αγάπη
Άκυκλη στον κύκλο τον αιώνιο
Άμετρη προσπέραση στην αιωνιότητα
Άκρατη στις στρατιές σας
Απροσάρμοστη στο ρυθμό των κομπιούτερ σας
Άσχετη στη μιζέρια σας
Άναυδη στις κραυγές σας
Ακάλυπτη στο Φως
Αβίαστη στο βιασμό σας
Αρραγής στις ρωγμές σας
Ανάρμοστη στα πιστεύω σας
Άσπιλη στις ερωτικές σας διαστροφές
Ανώριμη στις σοβαρότητές σας
Ακούραστη στις συμφορές
Ακλόνητη
Αλάνθαστη μοίρα
Αδάμαστη μέσα στις πόλεις
Αντίθετη από σας
Άπραγη στην καθημερινότητα
Αντιμέτωπη με το Σύμπαν
Άφταστη
Ανέγγιχτη
Αμόλυντη στα πάθη σας
Ανέραστη
Άχραντη
Απέριττη μέσα στα πλούτη σας
Αλλόφρονη στην τρέλα σας
Ασύστολη στις ηθικές σας
Αχτένιστη στους δρόμους
Απροσπέραστη στους αιώνες
Άνομη
Άναρχη αγάπη
–ΑΓΑΠΗ–
Andrew Franks, Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Με άνοιξες.
*Από τη συλλογή ”Sunflower Eclipse over Troia Nova”, Soul Bay Press, 2018.
Όταν φεύγω απ’την ζωή
Διάλογος για έναν
Και να που ήρθε ο καιρός του γάμου των άφυλων μονολόγων, σε μία τελετή σεμνής ανατομίας. Διαδικαστικόν: Τυλίγεις την ελκώδη γύμνια μου σε νυφική αποστειρωμένη γάζα. Οι συγνώμες γδύνονται το κοινό σαρκίο τους και για μία ύστερη φορά τα δίκια αναποδογυρίζουν. Κοιτούν ανάσκελα μια ρεκλάμα αναπαλαιωμένης μνήμης να επαναλαμβάνεται απλήρωτη Να γητεύεται και να γητεύει της επιείκειας το μονάκριβο μάτι και ολοπάνω του να μπήγεται ο ξύλινος ορίζοντας λες κι είναι δαίμονας . -" μάζεψε τα μαλλιά σου, μου κρύβεις το φεγγάρι" -" ψάξε τα μάτια μου στην πλάτη. Ορκίστηκα το αύριο να πληγώνω κοιτώντας μόνο πίσω" -" άργησες μιά πανσέληνο Ο ουρανός λυκάνθρωπος , μας δάγκωσε " -" ας διαρρήξουμε έναν κήπο. Να βυζάξουμε ασβέστη σαν τις γαρυφαλλιές στους τενεκέδες " -" ξεκίνα, έρχομαι " Για λίγο μόνον σύμφωνοι πεντάφτωχοι αγαπήσαμε. Γενήκαμε κι οι δύο Μάνες
Hans Warren, Στην Αλεξάνδρεια
Βυθισμένος στις σκέψεις. Προσπαθώντας
να ερμηνεύσει στη δική του γλώσσα
το έργο του ποιητή που πέθανε
μισόν αιώνα πριν. Διατακτικός
και ατημέλητος βγήκε στον δρόμο,
κοντοστάθηκε, κοίταξε. Εκεί βαδίζαν
ίσκιοι αλλοτινοί, σιδεράδες, γραφιάδες,
που μύριζαν σκουριά και ξυμένα μολύβια, όμως
μεταμφιεσμένοι έφηβοι. Να το ύποπτο
καφενείο. Το έλεος του ποτού. Κι όλα εγίναν
ποίηση κι όνειρο την πρώτη εκείνη
νύχτα στην περιβόητη Αλεξάνδρεια.
Το φως του φάρου, η μουσική, η βροντή των κυμάτων.
Ξεμέθυστον το πρωί τα πόδια του τον έφεραν
στον απόμερο δρόμο, στο σκουροκίτρινο σπίτι,
στα καταθλιπτικά δωμάτια, τα γεμάτα
χαλιά κι ανθοδοχεία και παραπετάσματα.
Από καιρό χαμένα. Όμως πού
είναι η φωνή, ο πλούσιος ήχος
που πρέπει όλα τούτα να τ’αρθρώσει;
*Από το βιβλίο ”Με τον τρόπο του Καβάφη – 20 ξένα ποιήματα”, έκδοση Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 1999. Μετάφραση: Χήρο Χόκβερντα.
Μάτση Χατζηλαζάρου, Ετούτες τις λαχτάρες του Μαγιού πώς να τις σβήσω;
Ετούτες τις λαχτάρες του Μαγιού πώς να τις σβήσω;
Ετούτα τα κλάματα ενός αιθέριου σούρουπου πώς να στερέψουνε;
Θρηνώ όλες τις χαίτες των κοριτσιών που ‘ναι ριγμένες
επάνω στα μαξιλάρια του συμβατικού έρωτα.
Θα τους δώσω μες στην ποδιά μου ένα άσπρο τριαντάφυλλο
κι ένα κόκκινο-ίσως τα δούνε, ίσως τα μυρίσουνε.
Θα τους δώσω μια χρυσόμυγα που βρίσκει ξαφνικά τον ήλιο
τραγουδώντας μες στα μαλλιά μου-ίσως τη δούνε, ίσως την ακούσουνε.
Θα τους πω: κοιτάτε τους άντρες τους λεβέντες, τους ελεύθερους,
τον άντρα λιοντάρι, τον άντρα καραβιού κατάρτι, τον άντρα έλασμα
και τόξο και φωνή από κορφοβούνι σε κορφοβούνι-τότε ίσως του δοθούνε,
ναι, ίσως ερωτευθούνε.
Αν είχα την φωνή που ζητάω, μια πολιτεία ολάκερη δε
μου’φτανε για να την παρασύρω στο ανοιξιάτικο μου διάβα.
Ρωτάω: άνθεξε ποτέ κανένας στα δειλινά που δεν πεθαίνουνε,
και στις ευωδίες που δε χάνουνται αλλά γίνουνται σκιές μας,
και στις πέντε μας αισθήσεις όταν λαχανιάζουνε και κράζουν
την καρδιά μας;
Τα μεταξωτά μου μέλη θε ν’ απλώσω πάνω σε μιάν άμμο δροσερή,
το βλέμμα μου θε να χάσω μες στ’ ανεξάντλητο γαλάζιο της
δικής μου θάλασσας, οι αναπνοές μου κι οι παλμοί μου θε να’ναι
οι αναπνοές και οι παλμοί του διάχυτού μου έρωτα.
Έρωτα, αγάπη, πόθο, ηδονή
Έρωτα, Έρωτα.
*
Ναυτίλος μεγαλόπρεπος πάνω στο τραπέζι μου
κοχύλι άσπρο και πυρρό
παλιό κέλυφος ζώου με φροντίδα
αν και το περίβλημα είναι πάντα έρμα
εγώ όταν φύγω στο θάνατο
το κάλυμμα που θα’ χω εκκρίνει
δε θα’ναι παρά λόγια λογιών.
*
Διαγράφουν περισσότερο από’ να σύμπλεγμα
φανερώνουν ακόμα περισσότερα χρώματα
κι από συμπλέγματα ανάλογα με τη λάμψη
των φτερών τους τόσο λεπτά
όσο και τα χόρτα τσίνορα πλάι στο ρυάκι
ζευγαρώνουν η μια σχηματίζοντας έλικα
κι η άλλη αγκίστρι
οι λιμπελούλες ή ντεμουαζέλες
αρσενικές και θηλυκές
Εσύ που το μάτι σου είναι χείλι
Κομπολόι οι ροδοδάφνες φωτισμένες από τα ερευνητικά αυτοκίνητα
Όλη νύχτα τις μετράνε μία μία το άλλο κομπολόι απλώνεται νω-
Θρά κοίτα τα γριγριά που η θάλασσα του Φαλήρου λικνίζει
Αγαπώ τους καρπούς των χεριών σου κλωνάρια της λεύκας
μακριά έξω στον όρμο τα πολεμικά φωταγωγημένα με λαμπτήρες ως
τα πιο ψηλά κατάρτια διαγράφουν μια τρελή γεωμετρία
τα χάδια σου μυρίζουνε γαρίφαλο
λόγχη της πιο περήφανης αγαύης πάνω σ’ έναν ξερό λόφο της Αττικής
ο μηρός σου έχει το χνούδι του ήλιου
φωνές των κυμάτων μες στη σπηλιά όπου σκαρφαλώνω πάνω σ’ ένα
βράχο αγαλλίαση η δροσερή παλάμη στήριγμα της πλάτης μου
πόσο κάθετος είσαι
τη νύχτα ένας φάρος μακρινός σάρωνε και ξανασάρωνε το κρεβάτι
μας από τότε ανοίγω την αγκαλιά μου στο βλέμμα των φάρων
μ΄έχεις γοργόνα ακρόπλωρη
πέρα απ΄τα γαλάζια λαγκάδια είναι το βουνό ανάμεσα οι βελόνες
των πεύκων μας σκιάζουν με κρόσσια κατά την πνοή της αύρας
χαμογελάς βαθιά στα σωθικά μου
*
Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω
να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, πού’ ναι
σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.
*
Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου
τα χέρια σου δύο μικρά τρυφερά καβούρια.
Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί,
σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη
τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου , με τα τρία μου δάχτυλα,
και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.
*
Κάποτε ακουμπάμε τον εαυτό μας σαν ένα κουμπί γυμνό
επάνω σε ένα καθρέφτη και την αυγή βρίσκουμε ένα χαμομήλι
μες στον ανοιξιάτικο κάμπο.
Κάποτε ακουγόμαστε σαν την πιο θριαμβευτική κραυγή ζώου,
κι όταν ξανασταθούμε ν’ ακούσουμε ο ήχος μας είναι
σκληρό γρατσούνισμα φτυαριού πάνω στον άγονο βράχο.
*
Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ’αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει
τον καλπασμό του αλόγου.







