Χρίστος Κασσιανής, του αγγελιοφόρου

Μα πριν, στην αρχαία αγορά
τα μαστιχόδεντρα τινάζουνε κίτρινα άνθη
κι η τσικουδιά συναντά την κουμαριά
του άγγελου εξάγγελου τα σείστρα
γυρίζουνε ως σβούρα
δίπλα στην καστανιά
κι η Κασσάνδρα βαστάει τον λάβδανο
γύρω από τον γεροπλάτανο

[τσικουδιά=θάμνος]

Μάρτης 2020

3 ποιήματα | Μάνος Αποστολίδης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

All-focus

Τέλος

Θα παραδοθώ
δεν θέλω τίποτα
Θα αφήσω τα πάντα να φυτρώσουν στο μικρό μου δωμάτιο
μέχρι να πεθάνουν
Θα αφήσω τα μαλλιά μου μακριά, θα μοιάζουνε ρίζες
Θα διαλέξω ύμνο για την κηδεία μου
να μιλά για μία μοναδική αγάπη
στο φέρετρό μου τρία χρώματα
και πέντε φτερά
Θα τριγυρνώ γυμνός σε θάλασσες
κι αν με ρωτήσουν τα στοιχεία μου θα πω
οι γονείς μου λέγονταν Υάκινθος και Μαργαρίτα
Θα ξεχάσω ταυτότητα, τραπεζικό λογαριασμό, και φύλο
Είμαι γιος της φύσης, θα λέω μόνο
μιας φύσης που τέλειωσε

***

Σφάχτης

Έχω έναν βαθύ πόνο
με πιάνει τις μέρες που φοβάμαι
μια τρύπα στο κέντρο της πλάτης

Η καρδιά μου παραιτείται
ή τα φτερά προσπαθούνε να βγουν

***

Ψηφιακό φίλτρο

Τα άκρα μας διαπλέκονται
Στα κενά και στις συνάψεις
χωράνε κι άλλα άκρα
Αστερισμοί και ρούνοι
ξόρκια και μάγισσες
Στην πύρινη σανίδα γελάμε μόνοι

Θα γίνουμε λέξεις

Θα γίνουμε ιστορίες για…

View original post 21 more words

Παναγιώτης Μηλιώτης, Τότε βγήκε το φεγγάρι

Οι ρίζες μου δεν ήρθαν από ‘κει,
το αίμα μου σε τέτοιες περιττέτειες
ποτέ δε στράφηκε- τι με ξελόγιασε
κι έτσι χωρίς πολλά πολλά ξεκίνησα
κι έφτασα ως εκεί που εσύ γεννήθηκες.

Να σου φέρω φως περίμενες,
επαρκώς να τροφοδοτήσω
την κυβική απαίτησή σου, μα πες μου,
πόσο φως να φανέρωνε ένα φακουδάκι
— κι όταν δεν είχα συντροφιά
εκεί να δεις στα σταυροδρόμια,
δεξιά κι αριστερά κουνούσα το φακό
με τον αχάριστο ξιφομαχούσα κόσμο
κι ας μ’ έβλεπες άστατο κι ανάερο
-άγουρος να παραμένω στον ίδιο τόπο.

Εσύ κρέμαγες την πρόσοψή σου
πάση θυσία την κρατούσες λαμπερή
αν και θαύμαζες — ακριβώς δεν εννόησα ποτέ τι
κοίταζες προσεχτικά
να μην ανέβει από πολύ βαθιά
η αλήθεια στο πρόσωπο να μη φανερωθεί.

Και στα γρήγορα δίχως καν να καταλάβω
βρήκες άλλον, ήρθε ντούρος, εργολάβος
τα λόγια του, η κορμοστασιά του,
το αστραφτερό μειδίαμά του —

Τότε βγήκε το φεγγάρι το παρήγορο,
έσβησα το φακουδάκι κι είδα τη σκιά μου
να μεγεθύνεται, σκαρφάλωνε τους τοίχους
ως τη σφαλισμένη πόρτα,
δίχως άλλο ένα σώμα εισαι ένα τίποτα
το τίποτα κοιτουσα οικείο κι απέραντο,
σπούσανε κύματα και χτύπαγαν στα πόδοαμου

τούβλα, πλακάκια, κεραμίδια,
σπούσανε κι έφτανε το πεπρωένο
πορφυρό κι αναλυτό.

Με του φεγγαριού την έλξη
λεύτερο κι ανώδυνο το αίμα μου περνούσε
μέσα στην αόρατη φλέβα του κόσμου.
Το σχήμα του, οι γύρες του
με ξανάρχιζαν αρτιμελή –
μπορούσα να χάνομαι και να ξανάρχομαι
μπορούσα και πέρασα
την πόρτα την κατάκλειστη αλλιώς.

*Από τη συλλογή “Το σκίτσο στην ντουλάπα”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2020.

Μαρία Κυρτζάκη, Ο Κύκλος

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΙΩΝΑ

Μπαλόνια που διαλύεστε στο άγγιγμα της καρφίτσας
Ουρανοξύστες που παιδεύετε την ψυχή – μου
Τα σύννεφα σε υπερπολυτελή διαμερίσματα διατάζουν
Τη συμπίεσή – μου.
Να χαμηλώσω κι άλλο να χα-
μηλώσω μια κουκίδα να γίνω
ένα στίγμα.
Εβόησα εν θλίψει – μου προς Κύριον
Ωραίο που είναι το αυγουστιάτικο φεγγάρι
Ματώνει κάθε χρόνο στον πνιγμό – μου

ΤΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟ

«… και είναι τάχα απλό πράγμα
να πεις νερό ή οτενά παπούτσια…»

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Ο απλός ο λόγος και ο τίμιος
Και οι κόλακες να γυροφέρνουν το βασίλειο
Η πουτάνα με το σκυλάκι καί το βλέφαρο.
Σε πόσα μέρη χωρισμένος ο αυλόγυρος
Πόσες τάξεις πραγμάτων
Πόσα χρονοδιαγράμματα.

Μας μπέρδεψαν
Μας έκαναν ανωκάτω
Μας ρήμαξαν
Ψελλίσματα τώρα και αινίγματα
Ακατονόμαστα.

Ο ΜΟΝΟΣΑΡΙ0ΜΟΣ

Το κέντρο του εγκεφάλου – μου κατεδαφίζεται
Πέτρες μεγάλες και πέτρες μικρές
Βουλιάζεις στη μέση ως σεισμοπαθής.
Με τρία μάτια
Ακολουθώντας το μονό αριθμό του κύκλωπα.

Πεταλούδες σχηματίζουν οράματα
Πεταλούδες πολύχρωμες και δηλητηριώδεις
Κατά τα άλλα ακίνδυνες.
Τί θα σε βλάψει το απλό φτερούγισμα
του ίσκιου – σου που οδεύει στην τρέλα Μόνον οι άλλοι γνωρίζουν.
Εσύ να σωπαίνεις.
Και να φχαριστάς το θεό για τον επιούσιο
Μέλανα ζωμό και τους προγόνους.
Εσύ να βυθίζεις το κεφάλι στα σκέλια
Σκύλος πιστός των αγαλμάτων.

ΘΑΝΑΤΟΣ

Ήχος θανάτου.
Και ο δρόμος
Ένα πηγάδι
Ρουφήχτρα της θάλασσας.
Σε καταπίνει.
Μην κολυμπήσεις.
Κι όμως
Ευθυτενής.
Δρόμος χιλίων μέτρων μετ’ εμποδίων,
και συ
προέκταση τώρα του δρόμου η μέση του
δρόμου η τετράγωνη πλάκα στο κέντρο του
δρόμου στο στήθος του δρόμου στην κοιλιά του
δρόμου

Ανεμοστρόβιλος.
Βαθύ πηγάδι. Ρουφήχτρα της θάλασσας.
Το αίμα λούζει τον εγκέφαλο.
Θάνατος.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΙΩΝΑ

«Περιεχύθη μοι ύδωρ έως ψυχής άβυσσος
εκύκλωσέ με εσχάτη έδυ η κεφαλή – μου
εις σχισμάς ορέων».

Σου γράφω πάλι για την αρώστια – μου
Τις σήραγγες που διανύω ακαταπαύστως
Το ζεστό αέρα που διατρέχει το σώμα – μου
Κι ύστερα είναι οι μεγάλες διαφημίσεις που καθορίζουν
τα πρόσωπα
Η φωνή που δέ θα φτάσει στα χέρια – σου
Σωστά ναρκωμένη στο αεροστεγές – της περίβλημα.
Μέ αίμα καί ιδρώτα πληρωμένο
Οι τοίχοι τύμπανα διαφανή
Μεμβράνες και κόκαλα διαλύονται στην ατμόσφαιρα.
Θέλω να πω για τους δρόμους που καθεμερινά
με καταπίνουν

Τις μεγάλες αφίσες του φοίνικα που μας καταβρόχθισε.
Δέν είναι ώρα να φοβηθείς τις απειλές Ιωνά
Ποιά απειλή και ποιός βιασμός να σε εκμηδενίσει
Στην κοιλιά του πουλιού χρωματίζεις τα χέρια – σου
Ανασκαλεύεις τη μάζα που σε μπουκώνει
Ποιό θαύμα τώρα μπορεί να σε σώσει
Τους κανόνες του παιγνιδιού τους μαθαίνεις
Με αφομοιωμένα τα κύταρα θα πεταχτείς
Σε κάποιο εργατικό οικοδόμημα θα λουφάξεις
Ξέρεις εσύ τώρα Ιωνά τί γίνεται με τα θαύματα.

γραφή θ’
Τώρα είναι που πρέπει να ψάξεις τον Οδυσσέα
Όχι για να σου φτιάξει κάποιον δούρειο ίππο
Που θα σε κάνει θριαμβευτή στό Ιλιον
Μα να σε φέρει στην αίθουσα με τους παραμορφωτικούς
καθρέφτες
Να δεις πόσο εύκολα χάνεται το πρόσωπο
Να σου μάθει όλα τα τερτίπια της φάρας – του.
Πώς κρατήθηκε ανέπαφος στο ραβδί της Κίρκης
Όταν το ραδιόφωνο ούρλιαζε
ουδέν έγκλημα διεπράχθη.
Η χώρα τελεί εν ασφαλεία.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τράμ”, δεύτερη διαδρομή – δεύτερο τεύχος, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβρης 1976. Σελ. 148-150.

Νικόλαος Κάλας, Δύο ποιήματα

Η ΘΥΕΛΛΑ ΤΗΝ ΑΥΓΗ

Ή καρδιά ενός παιδιού φλέγεται
Άνοίξτε του την οδό των δακρύων όταν μέσα στη νύχτα ή σκιά του άποσπάται
Χωρίς αντανάκλαση στά χέρια χωρίς καθρέφτη σίγουρο γιά τόν εαυτό του
Ξυπνάει τη λύπη του την ξεριζώνει έπειτα την τρώει

Έχοντας δραπετεύσει από ένα όνειρο τό φεγγάρι έπεσε από τά χέρια του
Τό νερό παραμένει απαθές σκοτεινιάζει ξάναπαγώνει μόλις
Ή πόλη ώχριά κυνηγάει τά οχήματα άδειάζει τά σπίτια ξεριζώνει τά δέντρα
Καί χύνει τό αίμα του στό ποτάμι
Μερικοί θά σωθούν
Οί αράχνες θά χάσουν τόν ιστό τους
Οί ήρωες τη δόξα τους
Ό ουρανός είναι μπλέ άπό τόν πόνο
Τό άγχος έχει μάτια πού δέ θά ξανακλείσουν ποτέ πιά
Στά σταυροδρόμια τά κόκκινα φώτα έμειναν άναμμένα
Μόνο τό τυχαίο προελαύνει
Ή λάμψη του έντονη καί τερατώδης καταπίνει τίς φλόγες

(Παρίσι 1938)

***

Η ΑΓΩΝΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΛΗΘΟΣ

Νά πεθαίνεις άρυτίδωτος δίπλα σε μιά πνοή φωτιάς
Νά άπεχθάνεσαι τό θάνατο
Ν’ άναζητάς την τρέλα μακρύτερα άπό τό όνειρο
Τό νερό τόν αέρα κι όλες τίς έπιστημες
Ν’ άντιμιλάς σέ όλους

’Ακούστε τό θόρυβο των ανθρώπων πού οπισθοχωρούν
Οί δήμιοι οί μάγοι οί γιατροί
Δέν τούς τρομάζει τίποτα
Τό άγχος ανελέητο
Ή αύριανή σελήνη έγινε κιόλας ή πρώτη τους φροντίδα
Είναι σάν τούς τυφλούς πού τούς φυλάκισε ή άπόσταση

Στήν κορυφή τής ηρεμίας
ΕΙΜΑΙ
Παραμένω
Σάν τόν πνιγμένο μέσα στή συμφορά του

(’Αθήνα 1937 – Μαρακές 1938)

*Από το βιβλίο “Δεκαέξι Γαλλικά ποιήματα και Αλληλογραφία με τον Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς”, Εκδόσεις Ύψιλον, 2020. Μετάφραση: Σπήλιος Αργυρόπουλος – Βασιλική Κολοκοτρώνη.

Guillaume Apollinaire, Δύο ποιήματα

ΠΟΛΕΜΟΣ

Κεντρικός τομέας μάχης
Επαφή μ’ ακουστικό φυλάκιο
Ή άνοιξε πυρ στην κατεύθυνση
«Ευκρινείς θόρυβοι» οι κληρωτοί
Κλάση του 1915 και αυτά τά
’Ηλεκτροφόρα σύρματα λοιπόν
Μην κλαίτε πάνω στου πολέμου
Τις ωμότητες
Πριν είχαμε την επιφάνεια μόνο
Τής ξηράς καί τής θάλασσας
Μετά θά έχουμε την άβυσσο
Τό υπέδαφος καί τό αίθερόλαμνο
Διάστημα άνθρωποι στο τιμόνι
Μετά μετά
Θά δοκιμάσουμε όλες τις χαρές
Των νικητών πού έπαναπαύονται
’Αθλήματα Γυναίκες Εργοστάσια
Βιομηχανία’Εμπόριο Γεωπονία
Μεταλλεύματα Φωτιά Κρύσταλλο
Ταχύτητα Φωνή Βλέμμα
Αφή μαζί καί χώρια κι από
Μακριά άφή καί άκόμη πιο
Μακριά μακρύτερα άπ’ αύτήν τή
Γή

***

ΩΚΕΑΝΟΣ ΞΗΡΑΣ

Στον Giorgio de Chirico

’Έχτισα σπίτι στά μισά του ώκεανού
Τά παράθυρά του είναι ποτάμια πηγάζουν
’Απ’ τά μάτια σου
Χταπόδια σαλεύουν στά τοιχώματά του
Άκουσε τον τριπλό χτύπο τής καρδιάς τους
Καί του ρύγχους τους πάνω στο τζαμωτό
Σπίτι νοτερό
Σπίτι φλογερό
Εποχή τρεχάτη

’Εποχή με τραγούδια
’Αεροπλάνα άφήνουν αύγά
Πρόσεχε θά ρίξουμε άγκυρα
Πρόσεχε τό μελάνι πού άμολάνε
Καλά κι ήρθαμε άπό τον ούρανό
Άναρριχάται τ’ αγιόκλημα τ’ ούρανού
Σφαδάζουνε τά γήινα χταπόδια
’Ακόμη λίγο καί παμε νά γίνουμε
Οί νεκροθάφτες τοϋ έαυτοϋ μας
Χλωμά χταπόδια γύψινων κυμάτων
’Ώ χταπόδια μέ τά χλωμά ρύγχη
Γύρω στο σπίτι εΐναι αύτός ο
’Ωκεανός
Τον ξέρεις δεν άκινητεί ποτέ

*Από το βιβλίο “Ποιήματα”, εκδόσεις “Γνώση”, 1982. Μετάφραση: Νίκος Σπάνιας.

Nicanor Parra, Δύο ποιήματα

ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ

Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς
Με ένα σωρό άλυτα προβλήματα
Με συνοφρυωμένα φρύδια
Όμοια σα να ’σουν ένας άνθρωπος κοινός
Μην ασχολείσαι πια μαζί μας.

Βλέπουμε πως πονάς
που δεν μπορείς να βάλεις τάξη.

Ξέρουμε πως το Δαιμόνιο δε σ’ αφήνει σε ησυχία
Και καταστρέφει πάντα ό,τι εσύ φτιάχνεις.

Εκείνο σε περιγελάει
Αλλά εμείς κλαίμε μαζί σου από συμπόνια.

Πάτερ ημών που είσαι εκεί που είσαι
Τριγυρισμένος από άπιστους αγγέλους
Ειλικρινά
μην υποφέρεις πια για μας
Είναι καιρός να δεις
Πως κι οι θεοί δεν είναι αλάθητοι
Και πως εμείς στο συγχωρούμε.

***

ΜΟΥΤΖΟΥΡΕΣ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ

Πριν πέσει εντελώς η νύχτα
θα μελετήσουμε τις μουτζούρες στον τοίχο:
Μερικές μοιάζουν με φυτά
Άλλες με ζώα της μυθολογίας.

Ιππόγριφοι
δράκοντες
σαλαμάνδρες.
Αλλά οι πιο μυστηριώδεις απ’ όλες
Είναι εκείνες που μοιάζουν με ατομικές εκρήξεις.

Στον κινηματογράφο του τοίχου
Η ψυχή βλέπει αυτό που δεν βλέπει το σώμα:
Ανθρώπους γονατιστούς
Μανάδες με μωρά στην αγκαλιά τους
Έφιππα μνημεία
Παπάδες που υψώνουν την Αγία Κοινωνία:

Γεννητικά όργανα που ενώνονται.

Αλλά οι πιο περίεργες απ’ όλες
Είναι
χωρίς καμιά αμφιβολία
Εκείνες που μοιάζουν με ατομικές εκρήξεις.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα και αντιποιήματα”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2002. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Αντώνης Μπουντούρης, Εκμαγεία ανέμων

1
Αφού καψαλίσω τις άκρες τους
Ανάβω τους ανέμους
Τρελός χορός

2
Φυσάει δεν αστειεύεται
για να σπρωχτεί το πέλαγο
σ’ ανήκουστη σφαγή.
Πάνω απ’ τις Μυκήνες τα Ψαρά
το Μοναστήρι τη Σμύρνη
και το Δίστομο.
Θα κομπιάζει η φωνή μας μιας ζωή.

3
Αχτένιστη περνά από πάνω μας η Ιστορία
και φυσά.
Τεντώνω την ηχώ
Συνάζω σιωπές.
Κι όλο φυσά.

4
Τρεκλίζει απόψε ο βοριάς
Σκορπά το ξεραμένο αίμα
από τότε.
Ατλάζι που λερώθηκε
και δεν θυμάμαι πότε.

5
Ψιχαλίζει στα γυμνά μας πόδια
κι ακούω πως
ο καιρός θα χαλάσει κι άλλο.

*Από τη συλλογή “Εκμαγεία ανέμων”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2019.

Lawrence Ferlinghetti, Δύο ποιήματα

ΣΤΟΝ ΥΠΕΡΣΙΒΗΡΙΚΟ

Γκαπ – γκουπ στην ξύλινη Ρωσία!
Είμαι ένα άσπρο πουλί
ανοίγοντας τρύπες
στ’ άσπρο ξύλο του χιονιού σου
Για τις άσπρες σημίδες
που απλώνονται
στη Σιβηρία
έναν χτύπο ακόμη
Ποιος ρωτάει τέτοιαν ώρα;
Είσαι ακόμη εδω ποιητη
Είσαι ακόμη εδω σύντροφε
αναρχικέ
Είστε ακόμη εδω
κάτου απ’ τα
χωράφια;
Πάνε πια οι αγαπημένες κερασιές
του Τσέχωφ έγειραν πριν απο χρόνια
Έμειναν μόνο τα αιώνια Taiga
να στέκονται
στους τέσσαρους ανέμους
με μαύρα χάσματα
στους κορμούς των
Γκαπ – γκουπ!
Ανοίχτε τις γραμμές των
Τραίνων

***

ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ, BOLINAS

Αυτη η μικρή καρδια που συγκρατεί
τα πιο μικρά κι ασήμαντα
αρχίζει την ημέρα της
τις πιο πολλές φορές
επιχειρώντας να τραγουδήσει
έναν χαρούμενο σκοπο
Τέτοιο θράσος τέτοια αναίδια
στο πρόσωπο των πάντων!
Έτσι κι εγώ θα κάνω αρχή
τραγουδώντας
στον ήλιο
τέτοια έπαρση τέτοια διαστροφή
να πάρω για τραγούδι
τις απελπισμένες
κραυγές των πουλιών
Σαν να μην ήτανε η ζωη μας
όπως κάθε ζωη
μια τραγωδία
αν κι όλα μοιάζουν λογικά
Σαν να μην ήτανε τόσο πολύχρωμη
η ζωή μας
σαν λειτανία
Ω Μαγεμένε Αυλέ
Ω Χρυσό Στόμα
παίξτε ένα τρελό τραγούδι
να σωθούμε

*Από τη συλλογή “Ατέλειωτη ζωή”, Εκδόσεις “¨Ελεύθερος Τύπος”, Απρίλιος 2010. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

Βασίλης Νικολόπουλος, Τρία ποιήματα

Εμείς

Απατημένοι από μιαν εποχή
και από τα φώτα των δρόμων
αφανίζοντας ύπουλα τη νύχτα
να περιπαίζουν τον ίσκιο μας
για μια χαμένη συγκίνηση
πως ταξιδέψαμε
και πως ακόμη γυρνάμε,
μα δεν αλητεύουμε μακριά
και μέχρι τα μάτια να κάψουν ρωτάμε.

Εμείς
Κανόνας κι εξαίρεση.
Ποιος να ‘ναι πιο τρομερός;

Κάθε μια ώρα μπροστά
οι μηχανές θα εφευρίσκουν ένα καινούργιο τέλος.
Οι μέρες θα μοιράζονται σε καλές και κακές.
Οι νύχτες θα ξεριζώνονται καρφώνοντας κάποιο χέρι.
Οι έρωτες θα ζυγίζονται μυστικά με ακρίβεια.
Η ασφάλεια πάντα θα πέφτει.
Οι πτέρυγες όλων των υπέροχων κτιρίων
θα συνεχίσουν να είναι γεμάτες.
Το φως θα παίρνει σχήμα.
Κάθε μια ώρα μπροστά
οι μηχανές θα εφευρίσκουν μια καινούρια αρχή.

***

Κάδρο

Η κούφια απεικόνιση
μιας αυστηρής επιθυμίας για ζωή
διακοσμεί τον ένα και μοναδικό τοίχο
Πίνουμε στο αύριο και αποδεχόμαστε την ήττα
Η πληροφορία κατέλυσε τα πάθη
Μα το νέο θεριό δεν υπερβάλει όταν λέει πως σε θέλει εκεί
Ύπνωση και προσταγή
Σημάδια σε πρόσωπο και σώμα, χωρίς αρχή
Ίσως να φταίει που κάποτε δεν υπήρξαμε
και τώρα όλα συνδέονται
Οι πόλεις μεγαλώνουν
Ο κόσμος μικραίνει
Ο ήλιος δύει
Το δωμάτιο περιστρέφεται

***

Θέλω απόψε να φύγω και πάλι

Θέλω απόψε να φύγω και πάλι
Να φτύσω τις μπίρες και τις τεκίλες
στα μούτρα της απεραντοσύνης που με αιχμαλώτισε,
και να φύγω
Βαρέθηκα να θυμάμαι
Βαρέθηκα να μου λείπεις
Βαρέθηκα αυτή την εποχή,
της υπομονής, της αφθονίας και της εξαθλίωσης
Πόσο ακόμη θα γρυλίζουμε προσμένοντας μέλλον;
Πόσο θα σκάβουμε την πέτρα
που δεν κρύβει παρά μόνο το σκοινί;
Πόσα ανούσια ποιήματα θα γρατζουνίσουν ακόμη
το ξελιγωμένο μας έντερο;
Τα σωθικά μου γεμίζω με φόβο
και ξεπουλάω σε πάγκους
από γρανίτη και ξύλο
Φτιαγμένους
από σκοτάδι και φως
Δεν μπόρεσα
Μένω
Με ένα βρόχινο φεγγάρι αργομπαίνω στο αύριο
Ήθελα και πάλι να φύγω χθες

*Από τη συλλογή “Αφανιζοντας ύπουλα τη νύχτα”, Έκδόσεις “αγαύη”, Αγρίνιο 2020.