Ο αναρχικός συγγραφέας Stig Dagerman

“Η ζωή αναμένει από σας να εκπληρώσετε καθήκοντα που σας φαίνονται αντιπαθητικά. Πρέπει τώρα να γνωρίζετε ότι το πιο σημαντικό πράγμα δεν είναι τα καθήκοντα, αλλά αυτό που σας επιτρέπει να είστε κάποιος καλός και δίκαιος. Υπάρχουν πολλοί που θα σας πουν ότι πρόκειται για μια κοινωνική συμβουλή, αλλά πρέπει απλώς να τους απαντήσετε: Όταν οι μορφές της κοινωνίας είναι τόσο σκληρές και εχθρικές για τη ζωή, είναι πιο σημαντικό να είσαι κοινωνικός παρά απάνθρωπος” ( Stig Dagerman).

“Πιστεύω ότι ο φυσικός εχθρός του ανθρώπου είναι η μεγαλο-οργάνωση, επειδή κλέβει τη ζωτική αναγκαιότητα να αισθάνεται υπεύθυνος για τον συνάνθρωπό του, περιορίζοντας τις δυνατότητές του να δείξει αλληλεγγύη και αγάπη και, αντίθετα, να τον μετατρέψει σε πράκτορα εξουσίας, κάτι που για μια στιγμή μπορεί να στρέφεται εναντίον άλλων, αλλά τελικά στρέφεται εναντίον του”.

Ο Stig Dagerman γεννήθηκε στη Σουηδία το 1923. Ήταν γιος ανθρώπων της εργατικής τάξης, η μητέρα του ήταν τηλεγραφίστρια και ο πατέρας του πλανόδιος εργαζόμενος και εργάτης στις σιδηροδρομικές γραμμές. Οι γονείς του δεν ζούσαν μαζί και ο Stig μεγάλωσε από τους παππούδες του, από τους οποίους είχε υπέροχες αναμνήσεις. Ο πατέρας του τον πήγε στη Στοκχόλμη.

Η μετάβαση από την επαρχία στην πόλη ήταν ένα σοκ για τον ίδιο. Ήταν λαμπρός μαθητής στο σχολείο, αν και σιωπηλός και επιφυλακτικός, χαρακτηρίζοντας το σχολείο και το γυμνάσιο ως φυλακή. Η ζωή στο δρόμο και ο κινηματογράφος ήταν παρηγοριά για το νευρικό και ταλαιπωρημένο του ταμπεραμέντο.

Το 1941 προσχώρησε στην οργάνωση νεολαίας της συνδικαλιστικής ένωσης Sveriges Arbetares Central (SAC), που λεγόταν Κύκλος της Συνδικαλιστικής Νεολαίας, όπου οι αναρχικές ιδέες ήταν ευρέως διαδεδομένες. Έγραφε τακτικά για την εφημερίδα “Storm”. Στη συνέχεια εργάστηκε για την “Arbetaren” (“Ο Εργάτης”), την καθημερινή εφημερίδα της SAC, από το 1943. Δεν επιτρεπόταν στους δημοσιογράφους της εφημερίδας να κερδίζουν περισσότερα από το μισθό ενός ειδικευμένου εργαζόμενου.

Τον Αύγουστο του 1943 παντρεύτηκε την Annemarie Goetze, την κόρη των Γερμανών αναρχοσυνδικαλιστών Ferdinand και Elly Goetze. Και οι τρεις είχαν φύγει από τη ναζιστική Γερμανία, και έπειτα έλαβαν μέρος στον επανάσταση στην Ισπανία το 1936, αλλά έπρεπε να επιστρέψουν στη Σουηδία με τη νίκη του Φράνκο. Ο γάμος επέτρεψε στην Annemarie να αποκτήσει σουηδική υπηκοότητα. Σε μια συνέντευξη με την Annemarie στο Παρίσι το Γενάρη του 1960, η ίδια είπε ότι ο μύθος ότι ο πατέρας του Stig ήταν αναρχικός ήταν ψευδής. Ήταν βέβαια συνδικαλιστής, αλλά όχι αναρχικός, ενώ ο Ferdinand ήταν εκείνος που του είχε εμπνεύσει τον αναρχισμό. Αυτή και ο πατέρας της συζητουσαν με τον Stig τις ιδέες του αναρχισμού για πολλά χρόνια. Αυτή η σημαντική επιρροή τον οδήγησε να γράψει επαίνους για τον αναρχισμό στο άρθρο «Ο Αναρχισμός και Εγώ».

Από την ηλικία των 21 έως τα 26 του έγραψε τέσσερα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα, μια συλλογή διηγημάτων, μια συλλογή ρεπορτάζ και πολλά άρθρα, δοκίμια και ποιήματα. Το “Φίδι” ήταν ένα μυθιστόρημα που δημοσιεύθηκε το 1945 το οποίο απεικόνιζε τη ζωή μιας ομάδας νέων κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, περιγράφοντας την αγωνία και τους φόβους τους καθώς και τις μάταιες προσπάθειές τους να τους ξεπεράσουν. Το μυθιστόρημα έλαβε πολύ καλές κριτικές. Το 1946 ο Stig έγινε συν-συντάκτης της λογοτεχνικής κριτικής “40-tal”, γύρω από την οποία συσπειρώθηκε μια νέα γενιά Σουηδών συγγραφέων.

Ο Stig συνέχισε τη λογοτεχνική του παραγωγή με το “The Island of the Doomed”, ένα αλληγορικό μυθιστόρημα για τον φασισμό και τον αγώνα με την εξουσία. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου ταξίδεψε στις ερειπωμένες από τον πόλεμο πόλεις της Γερμανίας. Αυτές οι εμπειρίες αποτέλεσαν το “Γερμανικό Φθινόπωρο” που δημοσιεύθηκε το 1947 και ήταν η πρώτη πραγματική λογοτεχνική του επιτυχία όσον αφορά τις πωλήσεις. Δίπλα σε αυτό το έργο κυκλοφόρησε και η συλλογή διηγημάτων του “Games of Night”, ακολουθούμενο από το τρίτο μυθιστόρημά του “A Burnt Child”. Το τελευταίο γράφτηκε στη Βρετάνη της Γαλλίας (“σε μεγάλη μοναξιά”, σύμφωνα με τον ίδιο) και κυκλοφόρησε το 1948. Περιγράφει την αγωνία της εφηβείας όπου ο ήρωας γράφει μια επιστολή αυτοκτονίας που δείχνει την αποτροπή του για έναν κόσμο “μικρών σκύλων… με ελάχιστα συναισθήματα, λίγες απολαύσεις και μικρές σκέψεις”. Ακολούθησε το πρώτο του θεατρικό έργο “The Man Condemned to Death”, το οποίο ανέβηκετο 1949 στη Στοκχόλμη. Εκείνο τον χρόνο ο Stig δημοσίευσε το τελευταίο του μυθιστόρημα “Wedding Worries”.

Μεταξύ Μάρτη και Μάη, του 1948 είχε επισκεφθεί τη Γαλλία και επρόκειτο να γράψει εν μέσω της Γαλλικής Άνοιξης. Εδώ περιγράφει τη δυσκολία των καιρών, την αύξηση των προσπαθειών αυτοκτονίας, τις εφημερίδες που μειώθηκαν σε μία σελίδα, τα δωμάτια του ξενοδοχείου που ζεσταίνονταν μόνο για δεκαπέντε λεπτά της ημέρας, τη γυναίκα ενός απεργού που στράφηκε στην πορνεία για να επιβιώσει. Ο Stig ανέμειξε το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ με τη λογοτεχνία και το κοινωνικό σχόλιο, γράφοντας για τους φτωχούς και λιμοκτονούντες εργαζόμενους ότι δεν χρειάζονταν να πίνουν ένα απεριτίφ για να πεινούν, όχι ότι θα μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά: “Η ύπαρξή τους καθορίζεται από μια εσωτερική διαμάχη στην οποία κάθε περίοδος κρίσης βυθίζει τους φτωχούς”. Το όνειρο του 1944 και η πραγματικότητα του 1948 τονίζουν την απογοήτευση της περιόδου εκείνης. Η Απελευθέρωση δεν ακολουθήθηκε από την κοινωνική επανάσταση αλλά από κοινωνική ειρήνη και μεγάλες δυσκολίες για την εργατική τάξη.

Αυτά τα κείμενα που συλλογικά περιγράφουν περίλαμπρα τον κόσμο αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την εγκαθίδρυση της κοινωνικής τάξης. Σε ένα άρθρο με τίτλο “Η δικτατορία της θλίψης” ο Stig ξιφουλσκεί ενάντια στην εθνική ημέρα πένθους για το θάνατο του Σουηδού βασιλιά Gustav V και τα ψέματα και την εξαπάτηση που δημιουργήθηκαν σε εθνική βάση.

Τα επόμενα πέντε χρόνια ήταν δύσκολα για τον συγγραφέα, με τέσσερα μυθιστορήματα να ξεκινούν αλλά να μην τελειώνουν. Στην ηλικία των 31, στις 4 Νοέμβρη 1954, κλειδώθηκε στο γκαράζ του, άνοιξε τον κινητήρα του αυτοκινήτου του και αυτοκτόνησε. Αυτό συνέβη το απόγευμα πριν στείλει το τελευταίο του κομμάτι με τίτλο “Beware of the Dog” στην “Arbetaren”. Το σημειωματάριο του συγγραφέα μπορεί να συνέβαλε στους λόγους της αυτοκτονίας του, καθώς και στην επίγνωση της αδυναμίας των πολιτικοποιημένων συγγραφέων να αλλάξουν ριζικά τον κόσμο.
Τρία από τα μυθιστορήματα του Stig Dagerman μεταφέρθηκαν στον κινματογράφο τη δεκαετία του 1960 και σύντομα μεταφράστηκαν στα Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά μετά το θάνατό του. Χαιρετίστηκε ως ένας μεγάλος υπαρξιστής συγγραφέας και συνεχίζει να προσελκύει την προσοχή και να αναγνωρίζει την Ήπειρο, αν και είναι ελάχιστα γνωστός στη Βρετανία παρά τη μετάφραση των έργων του στα Αγγλικά (πολλά από τα οποία δεν κυκλοφορούν στο εμπόριο). Όπως έγραψε ο Graham Greene, “ο Dagerman έγραψε με όμορφη αντικειμενικότητα. Αντί για συναισθηματικές φράσεις, χρησιμοποιεί μια επιλογή γεγονότων, σαν τούβλα, για να χτίσει ένα συναίσθημα”.

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στα Αγγλικά στο τεύχος 75 (Χειμώνας 2010) του περιοδικού “Organise!” Της Αναρχικής Ομοσπονδίας Μ. Βρετανίας. Μετάφραση: Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης. Να σημειωθεί ότι στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει το βιβλίο του Stig Dagerman “Η ανάγκη μας για παρηγοριά” από τις εκδόσεις Μελάνι.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, από τις «Ωδές στον πρίγκιπα»

Στους κήπους της έπαυλης

Η θέση σου είναι στην Αθήνα, Πρίγκιπα
Το όψιμο φθινόπωρο στους κήπους της έπαυλης σε ξεγελά
και οι πικροδάφνες σου φυλλορροούν στο πέτρινο
κλιμακοστάσιο, σε ξενίζουν
ακούς τα παραδείσια πουλιά μες στις λακκούβες του νερού
χτυπάει εντός σου η μηχανική καρδιά της πόλης

Λες αύριο θα εκφωνήσω τον επικήδειο των ποιητών — και το αναβάλλεις
μικρές θαλάσσιες εκδρομές και τα βραδάκια λικνίζεσαι στις δισκοθήκες
η καρβουνόσκονη μόλις αγγίζει τα παιδιά της δυτικής ακτής
σήμαντρα δειλινού και άνθη λεμονιάς
μες στους δασώδεις λόφους της Αιώνιας Πόλης

Κι όμως η θέση σου είναι στην Αθήνα, Άρχοντα
μόλις ακούγεσαι μες στα παράσιτα και τους πομπούς
σ’ άκουσα χθες με άλλη μουσική να θρηνωδείς
η φωνή σου δεν άλλαξε, την ξέρω απ’ τον καιρό της διαδοχής
η νύχτα πέφτει

***

Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω

Ω διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω
δεν αποφέρω το ραγισμένο χαμόγελο σε κατάπληκτα πλήθη
τα ποιήματα που δεν θέλησες, προφασίζεσαι τύψεις
οι πεθαμένοι σού υπαγορεύουν τώρα τη δική τους φωνή

Καλέ μου Άρχοντα, τώρα ισχυρίζεσαι πως δήθεν δεν ένιωσες
το δάκρυ του μικρού οικοδόμου Δευτέρα πρωί
καθώς θα πεθάνει εργάτης, τάχα δεν πρόσεξες
το αίμα του λαβωμένου στις μισοφώτιστες αυλές
πάλι δεν έτρεξες
στο βογγητό μουσικού λαού σου σε υπόγεια κτίσματα
και προφασίστηκες αιώνια άνοιξη, αυτό τ’ ορκίζεσαι

Παιχνίδι αυτών που έσκυψαν στο πέρασμά σου ευλαβικά
Πρίγκιπα, πως δεν άκουσες γέλια ή ψιθύρους των παιδιών
τώρα τις αποφάσεις τους δεν γίνεται, πια δεν μπορεί να τις εγκρίνεις

***

Πρίγκιπα, η μέρα αργοσβήνει

Πρίγκιπα, ή μέρα αργοσβήνει στις χιονισμένες πλαγιές
κι εσύ οδεύεις ψηλότερα. Τα χέρια σου αγκάλιασαν
το τιμόνι. Τα μάτια σου πάγωσαν λίμνες και δάση
κοιτούν κουρασμένα τις άσπρες κορυφογραμμές
ώσπου ο ουρανός ν’ αστράψει τη νύχτα της Γέννησης
χρωματιστά παιδάκια στη δακρυσμένη σου σκέψη

Κι εμένα με στέλνεις στις λασπωμένες ακτές. Να εξάψω
τις φωλιές της αντίστασης στα χωριά και στα πνεύματα
μιας ηλιόλουστης χειμωνιάτικης μέρας. Μεθυσμένος
από μιαν ολονυχτία σε μισοφώτιστα μπαρ να ορκιστώ πίστη
κι ύστερα νι πεθάνω για σένα

Πρίγκιπα, γύρισα κι είδα τον άρρωστο ήλιο στις πορτοκαλιές
είδα τα νυχτολούλουδα στο παλάτι σου και τις κατάκλειστες γρίλιες
και τ’ άλογά σου συλλογισμένα να βόσκουν στη χλόη.
Γιατί τα κτήματα δόθηκαν για το τίποτα, τα οικόσημα
της αιώνιας βασιλείας σου στο εφήμερο αίσθημα.
Στις μαρμάρινες σκάλες, στα ανάκλιντρα μιας επίχρυσης
δόξας με πήραν τ’ αναφιλητά
το αίμα σου μάς δόθηκε, Πρίγκιπα, δε μας ανήκει.

* «Ωδές στον πρίγκιπα», Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1991.

Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Τρία ποιήματα

Ε
ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ

Μιά μακριά αλυσίδα οί άνθρωποι
Πού φορά στόν λαιμό του
Πνίγει καί πνίγεται
Ελεήμων τάχα αιώνας
Μέ τήν πρόθεση πάντα – κατά
Καταγράφει, καταδεικνύει
Καταμετρά -καταπέλτης- τους υπεράριθμους επιβάτες
Μίας λέμβου άυλης πού στάλθηκε να διασώσει
Σημειώνει τίς βεβαιωθεΐσες απώλειες -για λογους
στατιστικής μόνον-
Καί μην έχοντας άλλον χιτώνα γης νά μοιράσει
Κατανέμει τ’ αγροκτήματα τού ουρανού στούς εποικους
’Όνομα μικρό κι έπώνυμο τ’ όνειρο
Εκτάρια πόσα ζωής; Ρωτά.

Ύστερα πλήρης νοήματος, άφρων
Σωπαίνει.

***

η
ΗΧΩ

Μισάνοιχτα παράθυρα
Νά πλέουν έξω βραδιάζοντας
Οι καημοί…
Καί λεπτές φωνές συνωμότες
Νά πλέουν έξω
Σ’ ένα ατέλειωτο παιγνίδι παιδιών
Πού μεγάλωσαν
Νά πλέουν
Κι άκόμη άντηχούν τό κλάμα τους
Μές στό φιλί τους…
Νά πλέουν
Τά μικρά μονοσύλλαβα μιας ευτυχίας στιγμής
Νά πλέουν έξω
Δυό σκιές πίσω άπ’ τό τζάμι πού πέρασαν γρήγορα
Έξω βραδιάζοντας
Καί τώρα στό μέσα δωμάτιο
Μοιάζουν νά έγιναν πεταλούδα
Νά πλέουν έξω
Πάνω στό γείσο τής νύχτας μισανοίγοντας
Νά πλέουν
Τά όνειρα ξανά σάν φτερά
Νά πλέουν
Σκέπασέ με έμέ με με εεε
Έξω βραδιάζοντας
Οι καημοί…

***

I
ΙΧΝΟΣ

’Ίχνος χρόνου κανένα
Σάν απάτητο τής μνήμης τό έδαφος
Κάθε πού τό περνά, όμοια νερό, τό φιλί
Επιστρέφει πιό νέο
Βουλιάζει -βήμα στήν άμμο-
Σκέψεις, εικόνες, αισθήματα
Κι ύστερα δυνατά πιό πολύ
Ξαναφέρνει
Τη λαχτάρα πού κοίταγα
Καί μέσα στό πλήθος σέ βρήκα
«Αΰριο, αΰριο»
Σάν γιά πρώτη φορά
’Ίχνος χρόνου κανένα άφήνοντας
Ό παλιός έρωτάς μας Πιό νέος
«Αύριο. Στήν άγκαλιά μου. Ξανά».

*Από τη συλλογή «Το ψηφιδωτό της νύχτας», Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 2018.

Ράνια Καταβούτα, Δύο ποιήματα

ΚYΔΟΣ

Αυτό το σπίτι κρέμεται στον αέρα
βυζαίνει φώτα και φασαρία.
Στην άλλη του ζωή θα ήταν παιδί
που έτρεχε στον δρόμο
μπαλαρίνα ξυπόλητη μες στη νύχτα.

Όταν κλείνεις την πόρτα και φεύγεις
ο ήχος που ακούς
δεν είναι το φως που έσβησε
ο χαλασμένος διακόπτης
είναι ο αναστεναγμός που βγήκε απ’ τον τοίχο.

Τα σπίτια είναι ζωντανά
με μάτια παράθυρα
και πόρτες καρδιές
τοίχους γεμάτους φλέβες.
Το αίμα τους είναι οι άνθρωποι
που κοιμήθηκαν στα στρώματά του
και δέρμα οι μυρωδιές τους.

Τόσοι ποιητές μίλησαν για τα σπίτια
κι απόψε βλέπω το δικό μου
να χορεύει με το φεγγάρι.

***

ΕΡΩΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ

‘Οταν μου είπες «έχω ερωτευτεί τα κείμενά σου»
δεν φανταζόμουν ότι το εννοούσες
ότι πέρναγες μέρες κλεισμένος στο σπίτι
με ποιήματα αγκαλιά
σελίδες χυμένες στο πάτωμα
ξενυχτισμένα laptop και ατέρμονα mail
ώρες πάνω από το τηλέφωνο
να πάρεις ή να μην πάρεις

δε φανταζόμουν ότι το εννοούσες
ότι έκανες τις σκέψεις μου σεντόνια να κοιμηθείς
ότι ονειρευόσουν γράμματα, κόμματα και τελείες
και βέβαια αποσιωπητικά

Ερωτεύτηκες τις λέξεις μου
πάει να πει
ερωτεύτηκες το δέρμα και το αίμα μου

Όμως ένα τηλέφωνο ποτέ δεν πήρες.

*Από τη συλλογή “Μπαλαρίνα μεσ’ στη νύχτα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2019.

Ειρηναίος Μαράκης, Δύο ποιήματα

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

Ανησυχώ, μου είπες, τώρα που πέθανε ο ποιητής τι θα απογίνουν οι γάτες του.
Δεν απάντησα. Σκεφτόμουν τις αρβύλες που είχε μαζέψει, εδώ και χρόνια, μέσα από τα ποιήματα του, οι οποίες από εδώ και μπρος χωρίς τη φροντίδα του θα έμεναν αγυάλιστες.

*Πρώτη δημοσίευση.

***

ΣΥΝΤΡΙΒΗ

Και να σου δώσω συντριβή

που λέει ο Χριστιανόπουλος

εγώ τι θα κερδίσω, πες μου

όχι, αγάπη μου

η κατάνυξη κι η μοναξιά

δεν φτάνουν, δεν αρκούν

στον σύγχρονο κόσμο, ξέρεις

αν δεν υπάρξει ανταμοιβή, έρωτας δεν υπάρχει

κι όταν λέμε για ανταμοιβή

ούτε για κλωτσιές μιλάμε, ούτε για χειροφιλήματα

με χρήμα πια πληρώνουμε.

Ύστερα, σαν έτοιμοι από καιρό,

μια στημένη φωτογραφία μας

στο ίντερνετ ανεβάζουμε

με στίχους κάμποσο ρομαντικούς και ροζ

έτσι για το λάικ των ψηφιακών φίλων

και για την αναγνώριση.

*Πρώτη δημοσίευση στο “Ατέχνως” 10.11.2018.

Πόπη Αρωνιάδα, Δύο ποιήματα

XLI

…άπλωσα xι άγγιξα
το σμήνος του κόσμου
μαζεμένο στ’ ακροδάχτυλα
στις προεξοχές ενός τούβλου
σκεπασμένο με λειχήνες
Εικόνα κιτρινισμένη
οι νύχτες της εφηβείας
τότε που το όλο της χαράς
τόπι ολοστρόγγυλο ήταν
χωρίς γωνίες, χωρίς ακίδες
έκανα μαζί του σάλτα
μ’ όλο το εύρος της ύπαρξης
Τώρα, λύγκας λευκός
μπροστά σε παγόβουνο που αιμορραγεί
ανασύρω απ’ τη σκιά του χρόνου
μια πέρδικα χαρά
χορεύουμε απαλά στους ήχους
ενός νεκρού συμβιβασμού
Η καρδιά ορτύκι λαλεί γλυκά με χάρη
προτιμώντας
τα χέρια του κυνηγού

ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΑΛΜΑΤΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

***

XXVI

…τσουγκρίζω το ποτήρι
στον καθρέφτη
πίνω στα κύτταρα
της πρώτης ύλης
γράφω σύμβολο πίστης
για τη μοίρα των προνομιούχων
αθώα γυμνή
χωρίς το παραλήρημα των ρούχων
ορίζομαι εκάστοτε από στόματα
σφυρίζοντας αδιάφορα
κάτι παλιά κομμάτια
γλυκά παράφορα
Παίξτε κομπάρσοι
αλλάξτε κοστούμια στους νεκρούς σας
φυτέψτε τους
κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
ποτίστε τα κόκαλα
ν’ ανθίσουν οι ψευδαισθήσεις
εγώ ποτίζω τη δική μου
χαίρε λοιπόν ελευθερία
δεκτό το βέλος του δικαιώματος
στο χορό των χερουβείμ…

ΧΑΙΡΕ ΦΑΡΕ ΦΩΤΕΙΝΕ

*Από τη συλλογή “Ροκέ”, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2019.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος / Θαλερός Κ, παράφωνη αλήθεια

Όλα παιγμένα πάνω σ’ ένα ψέμα αληθινό
τόσο τρυφερά
μ’ έμπειρα δάχτυλα
στο πιάνο

όλα παιγμένα
πάνω σ’ ένα σκοπό χωρίς σκοπό

Δεν πάει άλλο το τραγούδι σου με τη φωνή μου
κάποιος πρέπει να πει την παράφωνη αλήθεια

έστω κι αν είναι να σιωπάσουμε για πάντα

Σπύρος Μεϊμάρης, Δύο ποιήματα


ΕΙΚΟΝΑ

Η εικόνα συγκροτείται.
Από αυτό το άνοιγμα αντικρίζει κανείς
έναν ολόκληρο κόσμο, μια πλήρη σύνθεση.
Τα φύλλα των δένδρων λικνίζονται θεσπέσια,
ποίηση σε κίνηση.
Δυο σουσουράδες εναλλάσσονται
στην αιχμαλωσία της προσοχής μου.
Πότε η μία στην κορυφή του δένδρου,
πότε η άλλη καβάλα στην κεραία τηλεόρασης.
Δεξιότερα, μια μορφή κρυμμένη
πίσω από παλωμένα ρούχα.

***

FIRST THOUGHT BEST THOUGHT

Φωτεινός αέρας με καθαρή
εικόνα στο βάθος.
Επιστρέφω στην πηγή μου.
Επιστρέφω στα μάτια μου.
Μέσα από τις κεραίες
ο ουρανός.
Ήσυχο διάστημα.
Αναπαύονται οι φάκελοι
στα γραφεία.
Τα χαμόγελα υπάρχουν
το πρωί.
Τα πόδια πονούν.
Τα σύννεφα με χαιρετάνε
και Ποίηση είναι μονάχα
το Κενό.

*Από τη συλλογή “γραφτά”, Εκδόσεις Απόπειρα, 1998.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το έργο του Τζέιμς Τιερέ «Tabac Rouge» («Κόκκινος καπνός»).

Θεοδώρα Βαγιώτη, Χαρτογράφηση

Όταν κοιτώ
από το φεγγάρι
τους ανθρώπους
να πλέουν τις θάλασσες
με μαύρα πανιά
να κραδαίνουν τις σπάθες τους στα στήθη των άλλων
να καίνε ξάρτια και σημαίες πάνω στο κύμα

ας είναι
κάνε μόνο αυτό

κράτησέ μου τα μαλλιά
σκούπισέ μου τα δάκρυα
βάλε το χέρι σου στο δικό μου
αν σε λένε Θεό τους
εγώ σε λέω
παιδί μου,
που χαράμισες τη δύναμή σου
στο τίποτα,
άσε τα κλαψουρίσματα και
δώσε το μέλι στον φτωχό
το έμβρυο στη μάνα
δώσε στον ύπνο όνειρα και κάνε τα παραμύθια
και στον αυτόχειρα φτερά
λίγο πριν απ’ την πτώση του
στη γέφυρα του Ταλαχάσι*

*Ode to Billy Joe, Bobbie Gentry

Ιάσων Δεπούντης, Η μαθηματική διάσταση στην ποίηση

Το χάος (χώρος της ψηφιολέξης υπαρκτός) κοπάζει.
Όλα γίνονται τάξη ροής, όπως το γρήγορο νερό εκεί.
Ωστόσο κάποια είδη συστημάτων ανήκουν στην επικράτειά της.

Τότε ήταν στην επιστροφή που πρόσεξα τα χέρια της
χρυσοπράσινα κλωνάρια της τριανταφυλλιάς.

Τότε ήταν στο γύρισμα της νύχτας που άκουσα
θρόισμα φύλλων τις κουβέντες της.

Τότε στην επικράτεια του κυκλάμινου στον κήπο της
επήρα έδωσα συνέχεια στα ερωτήματά μου
«πώς έτσι εκεί μπορεί να βγαίνει
σύμβολο ζωής από το θάνατο
ένα ευαίσθητο κυκλάμινο;»

Το ονομάζω : Άνθισμα γραφής.

Πώς τούτη η εντροπία
ξεσηκώνει – για μια θέση σε ένα μετα-κείμενο –
σχέδια, σχήματα, μορφές· τρέχοντας ήχους, δείχνοντας
θεαματικά την ευκλείδεια επανάδραση· ό,τι στη φύση.
Όπως την κληρονόμησαν, έτσι την έχουν τ’άνθη μέσα τους·
όπως την έκλεισαν οι λέξεις οι αριθμοί οι στίχοι μου:

Πώς από την τάξη και τη συμμετρία στο κομμάτιασμα;
Γιατί με τη χαοτική και φράκταλ γεωμετρία της;
Σε παραλλακτικούς συρμούς, σε εικόνες χάους;

Τότε ήταν που φάνηκαν τ’αέρινα ίχνη του πουλιού στην άμμο.
Τότε που γίναν τα πατήματά του όρθια τρίγωνα· σχεδόν γραφής.
Τότε βαθύτερα στο χώμα χάραξαν τα νύχια τους μορφές γραμμάτων.
Οδήγησαν τη σκέψη μου : τύποι & σύμβολα· τα μαθηματικά της φύσης.
«Ακούς;» μου λες «εσέ καλούν: ¨λευτέρωσέ μας¨».
«Να τα πάρεις» μου είπες «είναι οι στίχοι σου.»
Όλα τα άλλα πουλιά πετούσαν στο στερέωμα·
προσομοιώματα άστρων.

Χάος πάλι εσύ;

*Από το ¨Ύστερο Σύμπαν (κείμενα αχρονικής συνέχειας)”, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2000.