Laurent Gaudé (Λωράν Γκωντέ), Seul le vent / Μόνο ο άνεμος

Seul le vent

Nous sommes là silencieux depuis de longues heures déjà
Sous le ciel du matin réunis en petits groupes tirant sur une cigarette
Ou jouant du bout du pied avec un caillou.
N’attendez pas de nous que nous parlions.
Nos mots n’ont plus de force contre le monde.
Alors nous les gardons pour nous
Et nous écoutons le vent qui fait trembler la toile de la tente
Quand de bâches blanches en longues colonnes monotones
Le vent qui siffle, s’engouffre partout et nous rend fou.
Nous l’écoutons pour nous habituer à sa présence, à son haleine
Car nous savons, nous avons compris dès les premiers jours de novembre
Où il est apparu qu’il serait notre plus grand ennemi.
Seul le vent est chez lui ici
Qui dévale les pentes,
Fait claquer les drapeaux,
Et vous oblige à rentrer le tête dans les épaules.
N’attendez pas de nous des mots, non.
Soit que nous soyons, côte à côte ou que nous restions dans nos tentes,
Nous sommes têtes basses, échines pliées.
Nous restons penchés sur nos souvenirs
Nous les gardons pour nous,
Qui en voudrait ?
Si nous les disions le vent les emmènerait
Et ils s’éparpilleraient sur la colline
Finiraient à terre comme des cerfs-volants d’enfants, déchirés souillés par la boue
Car il pleut maintenant
Et tout se transforme en terrain marron
Qui colle aux chaussures
Seule la boue est chez elle ici
Flaque brillante qui vous attrape les pieds pour faire glisser
Trou profond qui vous avale jusqu’à la cheville
La boue glaiseuse, argileuse, épaisse et collante
Qui fait de nos chaussures lorsqu’elles sèchent
De vestiges compactes comme fossilisés
Seule la pluie est chez elle ici
Elle tape sur les bâches avec minutie
Et cela semble ne jamais devoir cesser.
Elle nous fait rentrer dans nos tentes
Tête basse, dos plié
Que sommes nous devenus ?
Nous étions hommes forts
Paysans aux mains de pierre
Nous étions pères de famille
Au large sourire, prodiguant les conseils
Et veillant à la chaleur sur la tête de nos enfants.
Nous étions hommes au travail
Courageux à la peine
Nous étions combattants parfois
Pour que notre peuple ne soit pas qu’un nom
Qu’on se transmette de père en fils dans le secret des veillées
Mais une terre aussi.
Nous étions groupe de fête
Danse entre frères et amis.
Que sommes nous devenus ?
Lassitudes des jours qui passent sans travail
Lassitude d’un corps qui se fatigue toujours plus
A ne rien faire.
Nos enfants nous regardent
Qu’ils cessent de le faire, par pitié !
Nous ne sommes plus qu’un dos
Une démarche traînante.
Nous, hommes au travail
Large dans la vie
Au regard clair comme le ciel des montagnes
Nous sommes inutiles
Nous portons nos enfants dans nos bras
Nous les tenons fermement
Est-ce qu’il ne reste que cela de nous ?
Des bras pour enlacer la misère?
Nous, vos femmes, vos sœurs
Nous vous voyons dans votre silence
Nous avons dorénavant des larmes dans la bouche
Vie de bidons qu’il faut remplir d’eau, de kérosène.
Vie de pelles pour creuser les rigoles
Et déjouer les ruses de la pluie
Vie de marmailles, les uns sur les autres
Comme des portées de chiots sous la tente.
Et cette chaleur au moins
Qui donne au matin
Une odeur d’étable à la tente
Personne ne nous l’enlèvera
Vie de linges qui pend entre nos tentes
Ou le long du grillage exhibant notre misère
Nous comptons les pantalons et les pulls que nous n’avons plus.
Nous comptons les affaires laissées dans nos maisons
Dans nos tiroirs de nos armoires
Car nous avions des armoires
Il nous vient à pleurer en y repensant
Nous avons dorénavant
Les larmes dans l’esprit
Nous, vos femmes qui ne pouvons sortir du camp
Nous nous levons chaque matin
Et nous nous regardons
Nous voyons nos enfants mal couverts
Ils seront malades parce que l’hiver viendra
Nous savons certains des plus jeunes que le froid emportera
Dans nos bras déjà, un enfant est gris de mort
Nous l’emmitouflons dans une couverture
Qui ne chauffe plus son corps
Nous avons les lèvres au coin des larmes
Et pourtant le ciel est bleu et vaste
Nous avons les larmes qui coulent au fond de l’âme
Nous regardons nos enfants qui regardent les allées désertes du camp
Ils sont là, ne disent rien
Ont le visage sérieux et se demandent en silence
Quel nom ils porteront maintenant
Qu’ils sont le fils de cette terre qui n’appartient qu’au vent.

Μόνο ο άνεμος

Είμαστε εκεί σιωπηλοί εδώ και πολλές ώρες
Κάτω από τον πρωινό ουρανό ξαναμαζεμένοι σε μικρές ομάδες ρουφώντας ένα τσιγάρο
Ή παίζοντας με την άκρη του ποδιού μας με ένα βότσαλο.
Μην περιμένετε από μας να μιλήσουμε.
Τα λόγια μας δεν έχουν πλέον δύναμη ενάντια στον κόσμο.
Έτσι, τα κρατάμε για τον εαυτό μας
Και ακούμε τον άνεμο που τινάζει τον πανί της σκηνής
Ή τους λευκούς μουσαμάδες σε μακριές μονότονες σειρές
Ο άνεμος που σφυρίζει, στροβιλίζεται παντού και μας τρελαίνει.
Τον ακούμε για να συνηθίζουμε την παρουσία του, την αναπνοή του
Επειδή ξέρουμε, το καταλάβαμε από τις πρώτες μέρες του Νοέμβρη
Όταν εμφανίστηκε, ότι θα αποδεικνυόταν ο μεγαλύτερος εχθρός μας.
Μόνο ο άνεμος είναι στο σπίτι του εδώ
Που κατρακυλάει στις πλαγιές,
Πλαταγίζει τις σημαίες,
Και μας αναγκάζει να χώνουμε το κεφάλι στους ώμους.
Μην περιμένετε λόγια από εμάς, όχι.
Όπως κι αν είμαστε, δίπλα-δίπλα, ή αν μένουμε μέσα στις σκηνές μας,
Είμαστε σκυμμένα κεφάλια, ράχες κυρτωμένες.
Μένουμε στραμμένοι στις αναμνήσεις μας
Τις κρατάμε για τον εαυτό μας,
Ποιος θα το ήθελε;
Αν τις διηγούμασταν, ο άνεμος θα τις έπαιρνε μαζί του
Και θα διασκορπίζονταν πάνω στο λόφο
Θα κατέληγαν στο έδαφος σαν παιδικοί χαρταετοί, σκισμένοι και λερωμένοι από τη λάσπη
Επειδή βρέχει τώρα
Και όλα μετατρέπονται σε καστανόχρωμο έδαφος
Που κολλάει στα παπούτσια
Μόνο η λάσπη είναι στο σπίτι της εδώ
Λαμπερή λακκούβα που σου αρπάζει τα πόδια για να σε κάνει να γλιστρήσεις
Βαθιά τρύπα που σε καταπίνει μέχρι τον αστράγαλο
Λάσπη από πηλό, από άργιλο, πηχτή και κολλώδης
Που μεταμορφώνει τα παπούτσια μας, όταν στεγνώνουν
Συμπαγή υπολείμματα σαν απολιθωμένα
Μόνο η βροχή είναι στο σπίτι εδώ
Χτυπά το μουσαμά με σχολαστικότητα
Και αυτό μοιάζει σαν να μην πρέπει να σταματήσει.
Μας κάνει να επιστρέφουμε στις σκηνές μας
Κεφάλι κατεβασμένο, πλάτη καμπουριασμένη
Τί έχουμε γίνει;
Ήμασταν δυνατοί άντρες
Αγρότες με πέτρινα χέρια
Ήμασταν πατέρες οικογενειών
Με πλατύ χαμόγελο, δίνοντας συμβουλές
Και εξασφαλίζοντας τη ζεστασιά στα κεφάλια των παιδιών μας.
Ήμασταν άντρες στη δουλειά
Θαρραλέοι στον πόνο
Μερικές φορές ήμασταν μαχητές
Για να μην απομείνει μονάχα ένα όνομα ο λαός μας
Για να κληροδοτούμε από πατέρα σε γιο στην τελετή των απόδειπνων
Αλλά και μια γη.
Ήμασταν ομάδα σε γιορτή
Χορός μεταξύ αδελφών και φίλων.
Τι έχουμε γίνει;
Αποκάμωμα των ημερών, που περνούν χωρίς εργασία
Κούραση ενός κορμιού, που κουράζεται όλο και περισσότερο
Μη κάνοντας τίποτα.
Τα παιδιά μας μάς παρακολουθούν
Ας σταματήσουν να το κάνουν, από έλεος!
Δεν είμαστε, παρά μια ράχη
Ένα αργόσυρτο βάδισμα.
Εμείς, άντρες στη δουλειά
Την σκληρή στη ζωή
Με καθαρό βλέμμα σαν τον ουρανό των βουνών
Είμαστε άχρηστοι
Φέρνουμε τα παιδιά μας στην αγκαλιά μας
Τα κρατάμε σφιχτά
Μήπως δεν μας απόμεινε παρά μόνο αυτό;
Βραχίονες για να αγκαλιάζουν τη δυστυχία;
Εμείς, οι γυναίκες σας, οι αδελφές σας
Σας βλέπουμε στη σιωπή σας
Από δω και πέρα έχουμε δάκρυα στο στόμα μας
Ζωή μπετονιών, που πρέπει να γεμίζουν με νερό, κηροζίνη.
Ζωή φτυαριών για άνοιγμα καναλιών
Να αποτρέψουμε τα καμώματα της βροχής
Ζωή απόπαιδων, ο ένας πάνω στον άλλο
Σαν γέννες κουταβιών μέσα στη σκηνή.
Κι αυτή η ελάχιστη ζέστη
Που δίνει το πρωί
Μια οσμή σταύλου στη σκηνή
Κανείς δεν θα το πάρει μακριά από εμάς
Ζωή των ρούχων που κρέμονται ανάμεσα στις σκηνές μας
Ή κατά μήκος του φράχτη που δείχνει τη δυστυχία μας
Μετράμε τα παντελόνια και τα πουλόβερ, που δεν έχουμε πλέον.
Μετράμε τα υπάρχοντα που αφήσαμε στα σπίτια μας
Στα συρτάρια μας, στις ντουλάπες μας
Γιατί είχαμε ντουλάπες
Μας έρχεται κλάμα όταν τα σκεφτόμαστε
Τώρα πια έχουμε
Δάκρυα στο νου
Εμείς, οι γυναίκες σας, που δεν μπορούμε να βγούμε από το στρατόπεδο
Εμείς, Σηκωνόμαστε κάθε πρωί
Και κοιτάζουμε η μία την άλλη
Βλέπουμε τα παιδιά μας κακοσκεπασμένα
Θα αρρωστήσουν, γιατί θα έρθει ο χειμώνας
Ξέρουμε ότι μερικά από τα πιο νέα θα τα πάρει το κρύο
Στην αγκαλιά μας ήδη, ένα παιδί είναι γκρίζο του θάνατου
Τον τυλίγουμε σε μια κουβέρτα
Που δεν ζεσταίνει πια το σώμα του
Έχουμε τα χείλη μας στη γωνιά των δακρύων
Και όμως ο ουρανός είναι μπλε και απέραντος
Έχουμε δάκρυα που ρέουν βαθιά στην ψυχή μας
Παρακολουθούμε τα παιδιά μας που κοιτάζουν τα έρημα σοκάκια του καταυλισμού
Είναι εκεί, δεν λένε τίποτα
Έχουν σοβαρά πρόσωπα και αναρωτιούνται σιωπηλά
Τι όνομα θα έχουν τώρα
Ότι είναι ο γιοί αυτής της γης που ανήκει μόνο στον άνεμο.

*Μετάφραση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.

**Ο Laurent Gaudé είναι Γάλλος συγγραφέας. Γεννήθηκε στο Παρίσι στις 6 Ιούλη 1972. Σπούδασε Θέατρο και έχει γράψει πολλές δραματουργίες καθώς και ποιήματα και νουβέλες. Περισσότερες πληροφορίες για τον ίδιο και το έργο του θα βρει κανείς στην ιστοσελίδα του στο http://www.laurent-gaude.com
Στο ποίημα αυτό αναφέρεται στον καταυλισμό προσφύγων στο Kawergosκ, που βρίσκεται στα σύνορα της Συρίας με το Ιράκ, 30 χιλιόμετρα μακριά από την Ερμπίλ και στεγάζει 10.000 περίπου ανθρώπους, μια άλλη Μόρια. Περισσότερα εδώ: https://www.arte.tv/sites/story/reportage/irak-kawergosk-refugies-les-reporters-du-camp/?fbclid=IwAR3bpWb4sp7YDMtWOAv4wtKXlB9Thg9V36intJbQy3Wm4ksKr4zE3wTr3Ms και εδώ: https://www.bfmtv.com/diaporama/voix-d-exil-les-enfants-photographes-du-camp-de-refugies-de-kawergosk-2565/un-camp-de-10-000-refugies-1/?fbclid=IwAR2FWflF1kNKK5R6Vf4l6umri1oIIvTHJBUcx9xlW4tBmgxGojaT29WEdbc

Octavio Paz, Οι μόχθοι του ποιητή

Φώτο: Bill Moyers

VII

Γράφω πάνω στο λυκόφωτο τραπέζι στηρίζοντας βαριά τή γραφίδα πάνω στο στήθος του, σχεδόν ζωντανό, πού κλαίει μέ λυγμούς και θυμάται τό δάσος πού γεννήθηκε. Τό μαύρο μελάνι άνοίγει τα πλατιά φτερά του. Ή λάμπα έκρήγνυται και σκεπάζει τά λόγια μου ένας μανδύας άπό κρύσταλλα θρυμματισμένα. Ένα κοφτερό κομμάτι φως μοΰ κόβει τό δεξί μου χέρι. Έξακολουθώ νά γράφω μέ τούτο τό σκίσιμο πού άναβλύζει σκιές. ‘Η νύχτα μπαίνει στο δωμάτιο, ό άπέναντι τοίχος προτείνει τό πέτρινο ρύγχος του, πελώρια άέρινα τύμπανα μπαίνουν άνάμεσα στο χαρτί καί στη γραφίδα. Καί μιά άπλή μονοσύλλαβη λέξη θ’ άρκούσε ν’ άνατινάξει τον κόσμο! ’Αλλά τούτη τή νύχτα δεν ύπάρχει χώρος ούτε γιά μιά λέξη παραπάνω.

XIV

Δύσκολα προχωρώντας χιλιοστό χιλιοστό κάθε χρόνο, φτιάχνω ένα δρόμο μέσα άπ’ τό βράχο. ’Εδώ και χιλιάδες χρονιά τα δόντια μου τρώγονται και τα νύχια μου σπάνε για να φτάσω πέρα, στην άλλη πλευρά, στο φως, στον ελεύθερο αέρα. Και τώρα που τα χέρια μου αίμορραγοΰν καί τα δόντια μου τρέμουν ετοιμόρροπα, σ’ ένα κοίλωμα, φαγωμένο άπ’ τή δίψα καί τη σκόνη, σταματώ καί άτενίζω τό έργο μου: Πέρασα τό δεύτερο μισό τής ζωής μου σπάζοντας τις πέτρες, τρυπώντας τα τείχη, γκρεμίζοντας τις πύλες καί παραμερίζοντας τα εμπόδια πού έβαλα άνάμεσα στο φως και σε μένα στη διάρκεια του πρώτου μέρους τής ζωής μου.

*Από το βιβλίο “Οκτάβο Πας Ποιήματα”, Εκδόσεις Ηριδανός, Οκτώβρης 1986. Μετάφραση: Μάγια-Μαρία Ρούσσου.

Πουπερμίνα, Don Quixot in Netherlands

Για το έργο του Theo Jansen, Strandbeest Evolution

επείγει να σου μιλήσω

για δέκα αλήθειες μου

μα δεν τις εμπιστεύομαι

καθόλου

διαλέγω να σου πω λοιπόν

για κείνο τ’ όνειρο στη θάλασσα

τους σιαμαίους

καλαμένιους ραβδοσκόπους

πως σε σχηματισμό βαδίζανε

σπρωγμένοι μόνο από τον άνεμο

ωχροί, καμαρωτοί, καταραμένοι

τα άλογά τους σ’ ένα σώμα με τον ανεμόμυλο

σε μουδιασμένο τροχασμό κόντρα στον ήλιο

αλλοπαρμένα αναμεσίς σε γη και θάλασσα
από τα ασήμια του καιρού μαγνητισμένα
—σε ιβηρική άραγε ακτή συνέβησαν αυτά;

μήπως στις κάτω βόρειες θάλασσες

μακριά απ’ στη Μάντσα;—

άηχη μουσική ακούγονταν να δίνει το ρυθμό

για τα ρηχά, στιγμιαία τους άλματα αιώρησης

σε επίκληση ανύψωσης βουβού μαέστρου

κι ήταν απ’ το ίδιο γένος τα γιγάντια έντομα

με τις ουρές αδελφοποιητά

που νεύαν όρκους

συστρατευμένα με ερπυστριοφόρους

σαραντάποδους γενναίους σκώληκες

—με απρόθυμα, αντίθετα, αγήματα ελεφάντων—

και δράκους με πτερύγια γάζας

που κυμάτιζαν στη ράχη τους

σε ακτινωτά μπηγμένες μπαντερίγιας ∙

τα αλλόκοτα όντα με κεραίες και ουρές

και νήμα εφέλκυσης,

πλασμένα από μια παιδική ανάμνηση

ιπτάμενου Ολλανδού σαμάνου

(τότες που απορούσε πως κουβάριαζε το άχερο

ο άνεμος σε πατρικό χωράφι)

τα είδα, φερμένα να αυλιστούν

στο χείλος της στεριάς καθώς σουρούπωνε,

πως από πνοή αιφνίδιου ανέμου ζωντανέψαν

πάνω σε άμμο πλούσια νοτισμένη και

για χτίσιμο κατάλληλη

πύργων εφήμερων

όπως εφήμερη κείνων των ίδιων

—και όλων—

των πλασμάτων

η αίολη προσπάθεια

ν’ αποδράσουν

αυτά

ή να σιωπώ

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://whenpoetryspeaks.blog/2020/01/%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%bc%ce%b9%ce%bd%ce%b1/
**Το σκίτσο της ανάρτησης είναι της Πουπερμίνα.

Fernando Pessoa, Παραίτηση

Πάρε με αιώνια νύχτα, στα χέρια σου
Και πες με γιο σου.

Εγώ είμαι βασιλιάς
Που με τη θέλησή μου εγκατέλειψα
Το θρόνο των κόπων και των ονείρων.

Το σπαθί μου, βαρύ για χέρια άτονα
Σε χέρια ήρεμα παρέδωσα κι αντρίκεια
Και την κορόνα και την εξουσία μου τα άφησα
Κομμάτια στον προθάλαμο.

Την πανοπλία μου, την τόσο άχρηστη,
Και τα σπιρούνια μου με τον ασήμαντο κουδουνισμό,
Στην κρύα σκάλα πέταξα.

Εγκατέλειψα το βασιλικό αξίωμα, ψυχή τε και σώματι.
Και γύρισα στην αρχαία, γαλήνια νύχτα
Όπως το τοπίο για να πεθάνει το ξημέρωμα.

Nicanor Parra, Είναι λησμονιά

Ορκίζομαι, ούτε θυμάμαι τ’ όνομά της,
Κι ίσαμε να πεθάνω θα τη λέω Μαρία,
Όχι από απλό ποιητικό καπρίτσιο,
Αλλά απ’ την όψη της που θύμιζε πλατεία
Επαρχιακή. Τι χρόνια εκείνα! Εγώ ένα σκιάχτρο,
Εκείνη νέα ωχρή και συνοφρυωμένη.
Γυρίζοντας μια μέρα από το λύκειο
Έμαθα για τον άδικο χαμό της,
Νέο που μ’ έκαμε να νιώσω
Μια τέτοια πίκρα που έχυσα ένα δάκρυ
Σαν το άκουσα. Ναι, ποιος θα το πίστευε!
Κι αυτό γιατί αισθανόμουνα ζωντάνια.
Αν πρέπει να πιστέψω αυτό που μου είπαν
Εκείνοι που μου δώσαν το μαντάτο,
Πρέπει να πω, χωρίς αμφιταλάντευση,
Πως πέθανε λέγοντας τ’ όνομά μου,
Κάτι που μου κάνει έκπληξη, γιατί
Δεν ήταν τίποτε άλλο από μια φίλη.
Μαζί της δεν είχα άλλου είδους σχέσεις
Απ’ τις απλές της αυστηρής ευγένειας,
Τίποτε άλλο από λόγια και παρλάτες
Και κάτι αναφορές σε χελιδόνια.
Τη γνώρισα στο χωριό μου (που από δαύτο
Δε μένει τίποτε άλλο από ερείπια),
Αλλά άλλο ριζικό σ’ αυτή δεν είδα:
Από αυτό της σκεφτικής και της θλιμμένης
Νέας. Κι ήταν τόσο έτσι που της έδωσα
Το ουράνιο όνομα Μαρία,
Κάτι που αποδείχνει με σαφήνεια
Την κεντρική ακρίβεια του πιστεύω μου.
Ίσως κάποια φορά τη φίλησα,
Ποιος δε φιλάει τις φίλτατές του φίλες!
Αλλά λάβετε υπ’ όψη σας πως το ’καμα
Χωρίς καν να το καταλάβω, κι ούτε
θα το αρνηθώ, αυτό ναι, πως μου άρεσε
Η αόριστη και άϋλη συντροφιά της
Που έμοιαζε με το γαλήνιο πνεύμα
Που ζωογονεί τα σπιτικά λουλούδια.
Κατ’ ουδένα μπορώ να κρύψω τρόπο
Τη σημασία που είχε το χαμόγελο της
Ούτε να υποτιμήσω την επίδραση
Που είχε ακόμα και στις πέτρες.
Ας προσθέσουμε, ακόμα, πως της νύχτας
Ήταν τα μάτια της αξιόπιστη πηγή.
Όμως, παρ’ όλα αυτά είναι αναγκαίο
Να καταλάβετε πως δεν την αγαπούσα
Παρά μ’ αυτό το αόριστο συναίσθημα
Που νιώθουμε γι’ άρρωστο συγγενή μας.
Ωστόσο, μου συμβαίνει κάτι, ωστόσο,
Που μου κάνει εντύπωση ακόμα, εκείνο
Το περίεργο κι ανήκουστο: εκείνη
Να πεθαίνει λέγοντας τ’ όνομά μου,
Εκείνη, πολλαπλό άσπιλο τριαντάφυλλο,
Εκείνη, μια γνήσια λάμπα φωτός.
Έχουν πολύ δίκιο οι άνθρωποι,
Που μέρα-νύχτα διαμαρτύρονται
Πως δεν αξίζει αυτός ο ψεύτης κόσμος
Ούτε μια κάλπικη δεκάρα:
Είναι πιο έντιμο ένα μνήμα,
Αξίζει πιο πολύ ένα βρεγμένο ψύλλο.
Όλα είναι ψέμα, τίποτα δε μένει, ούτε
Του κρυστάλλου το χρώμα που κοιτάζεσαι.

Είναι μια μέρα ανοιξιάτικη, γαλάζια,
Πιστεύω πως θα πεθάνω από ποίηση,
Από κείνη τη μελαγχολική κοπέλα,
Δε θυμάμαι ούτε τ’ όνομά της.
Μόνο ξέρω πως πέρασε απ’ τον κόσμο
Σαν μια περιστερά ψυγάδα:
Την ξέχασα δίχως να θέλω, αργά,
Καθώς όλα τα πράγματα στη ζήση.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα και Αντιποιήματα”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2002.
**Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Νίκος Σταμπάκης, από “Το Άλας των ηφαιστείων”

Bill Brandt

Ω ιδές ψιχάλες σιγαλές
Στη φυλλωσιά του ρετσινιού
Που λιώνει σε δυσοίωνα μουστάκια
Α-λα Menjou

Αν σε τρομάζει
Αυτή η επάλειψη χυλού
Στην ηρεμία της φόρμας
Οι σάπιες αυτές κόγχες μες στους γλόμπους
Και το πηδάλιο που πάντα εμμένει
Σε αυθαίρετο μηχανισμό ατμοσωλήνων

Αυτοί οι ιριδισμοί ραβδώσεις σμέρνας
Σαν ράγες που υψούνται χλιμιντρώντας
Προς το προφιτερόλ του ενάστρου θόλου
Ή όπως η μούχλα ροκανίζει αμφορείς
Με τα ξηρά της μεταλήψεως ρόδα

Σ’ ένα λουτρό γιομάτο χείλη γέρικα
Που βγάνουν σάλιο και λεμονανθό
Σ’ ένα γελέκο χλόης που σαστίζει
Απ’ τον νεκρό σκαντζόχοιρο στην τζέπη
Μα προπαντός στο μενταγιόν που μιαίνει
Με τσακισμένες σφήκες το νεφρό.

Ως οι αστερίες βυζαίνουν κοπανιστό πυρ
Από κοραλλιογενείς κρήνες χαλαρές κλειδωνιές και ATM
Μορφώνεται παρευθύς όμοια λόξυγγας στο υπογάστριο
Ένα βερύκοκκο με τον πυρήνα απ’ αίμα ή χαβιάρι παχύ
Ένα συρτάρι όλο αρχαίους νευρικούς βηματισμούς
Φοιτητών σε σοφίτες με γυμνό—κρύο—ξύλινο δάπεδο
(Ενώ—τα γνωστά—η σπιτονοικοκυρά με τη σκούπα
Βαρεί άτεγχτα και ρυθμικά στ’ από κάτω ταβάνι)

Μια ουλή ελλειψοειδής τυλιγμένη σε πλαστικό πρόσφορη
Σε όλα τα περιττά αντίτυπα των μηνιαίων εκδόσεων
Ως η έκλειψη ερυθριώντας πετά το σουτιέν της
Κατά το μήλον του Αδάμ των ανεμοδειχτών
Κατά την κρύα νεκρική μολάσσα των κλινών

Πέτρες κροκάλες κοτρώνες με ούλα από σύκο
Πέτρες νερένιες με φλόγες το σχήμα της σαύρας
Καστανοκόκκινα κρόσια κυκλώνουν κορνίζες
Που στανικά διακηρύττουν «Κι αυτό θα περάσει»
Πλέκονται βιαίως στη χοάνη απ’ άνυδρο φωνήεν
Ως οι αστερίες λιάζονται έμπλεεοι μαρμελάδας ρουμπίνι
Ως η έκλειψη κρύβει το φύλο της με καπέλο μελόν.

*“Το Άλας των ηφαιστείων”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2010.

Ποιήματα | Κωνσταντίνος Ρο.

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Όχι γι’ αυτό που δείχνουν
Γι’ αυτό που προσπαθούν να κρύψουν
θέλουν οι άνθρωποι ν’ αγαπηθούν.
Μία ατέλεια
Μία γκάφα τους
Ένα αστείο που δεν γέλασε κανείς
Μία αδεξιότητα
Έτσι οι άνθρωποι ανθίζουν
Έτσι βγάζουνε φτερά

***

Ευτυχώς που δεν έχω ιδέες
και τριγυρνώ λεύτερος
κάτω απ’ το φεγγάρι

***

Πάει καιρός που έπαψα να καλώ στο τηλέφωνο
Έπαψαν και να με καλούν
Την μοναξιά δεν την ξεγελάω
Και τι λέγαμε άλλωστε;
Άντε να θάβαμε κανά δυο-τρεις τηλεφωνικώς
Άντε να κάναμε και καμιά ψευτοανάλυση

***

Τα λόγια μου
περιφέρονται γύρω από τον εαυτό μου
Οι σιωπές μου μοναχά
το σύμπαν αγκαλιάζουν

View original post 230 more words

Μιχάλης Κατσαρός, Δ

Δάδες υψηλές λαμπερές
αντάμωσα τον άντα-ντέ
Και πάντα
είναι
αργός πληθωρισμός
Στου άνεμου το στήθος.

Δάδες υψηλές λαμπερές
καίω τις ντάπιες όλες
όλα νταμάρια άσπρα και
χρωματιστά
παπύρους και τας δέλτους
ό,τι παλαιό χαραγμένο.

Πάνω στο πετσί του νεκρού
ζώου
βοδιού
γράφω με κοπίδι
στίχους και λόγια.

Πάνω στο μάρμαρο επιγραφές
Σε στημένα λιθάρια
στίχους με μαύρα άσπρα
κίτρινα γράμμματα χρυσά
χαράματα ήλιου στα όρη.

Δάδες παρελάσεων νυκτερινών
και λαμπαδηφορία νέα
μαζί με την ‘Ελένη 
στα δικαστήρια ασπιδοφόρα
φέγγουν
κι η αυγή σκάει γιά κείνη.

Ρούλοι πετιούνται όπου σώμα
όπου αετοί
μεέ γράμματα ψηφία
όπου άνομοι ρυθμοί
καί λούμπι
όπου χειμώνες και οι σταυραετοί.

Δάκρυ -ζεστό ώς και για σένα.

Μιλένα Σπανού, Ο κυνισμός της καλοσύνης

milenaphotopoetry's avatarmilenaphotopoetry

Στο αναγνωστικό του καλοκαιριού
στη ράχη
την κοτσωμένη
με το εξ απαλών ονύχων
δέρμα
υπάρχω
ραμμένος σελιδοδείχτης
κεντημένος με το μοτίφ
ενός σαλίγκαρου
έρπω
την αθωότητά μου
στις σελίδες των εξοχών
με τις κεραίες μου 
ετοιμόρροπες αχτίνες
αυτόματης ομπρέλας
στο χειμαδιό μου
κατεβαίνω πρόσφυγας
πριν την κακοκαιριά 
της καλοσύνης μου
που με χτυπά
με τον πρέποντα πάντα σεβασμό 
του εξώστη προς τον άμβωνα
προς έναν ασκεπή σαλίγκαρο 
ένας ραμμένος εγκληματίας είμαι 
κοινός 
ένας σελιδοδείχτης
που αποδικιώνεται
προτού ξεχειμωνιάσει

View original post