“2017” της Μαριάννας Πλιάκου – Κριτική Βιβλίου

Γράφει ο Απόστολος Θηβαίος

Οι πληροφορίες που προσφέρουν τα τυπικά στοιχεία μιας ποιητικής συλλογής λογίζονται για τούτο το σημείωμα ρίζες. Και οφείλει κανείς, αν επιθυμεί σε βάθος να αντικρίσει τα πράγματα, να μην περιφρονήσει τις λιτές, βιογραφικές αναφορές της Μαριάννας Πλιάκου. Περιορισμένες στον μέσα κόσμο του εξωφύλλου και ίσως σε έναν, δυο στίχους που ακουμπούν επάνω στον ομιχλώδη κόσμο του Γ. Ιωάννου, χαρακτηρίζονται ωστόσο από μια ασύδοτη πυκνότητα. Τούτο το σημείωμα, λοιπόν εξηγείται όπως συνηθίζει, με μια ιστορία. Επειδή με άλλον τρόπο δεν μπορεί να περιγράψει ή να συγκινηθεί από την ομορφιά που υπάρχει δίχως κόπο.

Πρόκειται για το μακρινό κιόλας 2017, χρονιές που πια δεν μπορούν παρά να υπάρχουν ως τίτλοι και τίποτε. Η οδός Κατούνη, πλάι στο Εβραϊκό Μουσείο της Θεσσαλονίκης που ετούτο το σημείωμα μονάχα κάποιο απόγευμα επισκέφτηκε. Ένα μικρό νησί κάπου στις θάλασσες της Νορμανδίας, τόπος των Άθλιων και έμπνευση του Ρενουάρ σε κάποια εκδρομή στις βορινές ακτές του Moulin Huet. Και ύστερα, μια αίσθηση ερειπίων στην επωνυμία των εκδόσεων Κύφαντα, που με λιτότητα εξηγούνται αποσπασματικά στον προθάλαμο κάποιας συλλογής. Ρωτώ να μάθω πού κατοικούν τα ποιήματα, με μια χαμηλή φωνή, τόσα αστεία που ίσως έσπασε και σε κανένα φάσμα πια δεν υπάρχει. Ένας ήλιος που σηκώνεται, χαρακτήρες ενός έργου, ο πατέρας και η μητέρα, η Δέσποινα και ο Νίκος και ο ίσκιος τους, αφιερωματικοί Κεραμικοί σπασμένοι παντού στην ζωή μας. Ρωτώ και όλοι έχουν χάσει τα μάτια τους. Μιλούν και φέρονται πραγματικά, με ευγένεια, ωστόσο δεν έχουν μάτια και ετούτο έχει να κάνει με την ικανότητα να θυμούνται. Με παίρνει ένας άνεμος, με αρπάζει στο πρόσωπο, ένας παλιός φίλος από την ωραία Καβάλα, ένας Πεισίστρατος ανασύρεται από τα βάθη του πρώτου εκείνου στίχου. Τώρα πια, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία. Ζήτησα και χάθηκα μες στους λεπτά δουλεμένους στίχους που αποφεύγουν τις διακοσμήσεις, που φέρονται όπως μια γλώσσα καθημερινή. Στα διαλείμματα του ανέμου, έφεγγαν πρόσωπα παλιά, ιερατικά με απέραντη γλυκύτητα προικισμένα. Δίχως ονόματα, γιατί όλες αυτές οι σημασίες πια ξεσταχιάζουν στα ακρολόφια και τις πηγές, έχασαν τα ονόματά τους. Ζουν όπως οι θρύλοι εντός μας Μαριάννα, σκεπάζουν παλιές αυλακώσεις και πίκρες. Μου λες πως πρέπει να αντέχει κανείς κατάματα να αντικρίζει τις συγκινήσεις και πως πρέπει κανείς να μιμηθεί τον τρόπο που οι λέξεις ελπίζουν και ζουν. Θα πρέπει να προχωρήσω, ξεπουλώντας βινύλια, πικάπ, τον ίδιο τον Μάιλς. Θα πρέπει να κερδίσω λέει, ένα παιχνίδι σκάκι, να γίνω ο αξιωματικός, να κερδίσω την καρδιά μιας βασίλισσας, να υπερασπιστώ τους πύργους μου. Να υπερασπιστώ την συντροφική ψυχή εκείνου του χρόνου που κατοικεί πίσω από κλειστά φύλλα. Η πρόζα της βιογραφίας αναλαμβάνει την βρώμικη δουλειά, όλα τα άλλα πέρασαν στην αιωνιότητα. Αυτοκίνητα, κουπόνια, λάστιχα, σαρκοφάγοι, οι γιοι μας και οι κόρες μας.

Εδώ η ιστορία τελειώνει απότομα και τίποτε άλλο δεν σώζεται. Σκάει το δέρμα της και όλα γερνούν, γίνονται ένα σώμα. Τούτο το σημείωμα ψάχνει στις τσέπες του. Γυρεύει τα χαρτιά, τα ποιήματα, τις εντυπώσεις, τα κλειδιά. Συλλογίζεται πως τέτοιες ιστορίες δεν μπορούν να γεννηθούν μες στο συνηθισμένο. Ελπίζω πως υπάρχουν εκεί και άλλα κορίτσια, όπως η Μαριάννα Πλιάκου που αρνούνται να μεγαλώσουν, που μέσα τους πιστεύουν στην μακαριότητα της Έμιλυ. Και πως υπάρχουν και άλλες εκδόσεις, όπως αυτές των Κυφάντων που θα φέρνουν στο φως συλλογές σαν το 2017.

Το σημείωμα καμιά φορά στέκει αμήχανο. Γιατί μες στην μεγάλη βιβλιογραφία του καιρού μας, πότε πότε εντοπίζει μια άξια φωνή, γενναία και εύψυχη. Μια φωνή που φθάνει ως τα βάθη του εαυτού μας, παζαρεύοντας λίγη μνήμη με αντίδωρο τα ποιήματα. Η συλλογή της Μαριάννας Πλιάκου που στους στίχους της γυρεύει το απεριόριστο, που στους κόλπους μιας ζωής σμίγει μια λεπτομέρεια από το συμπόσιο των λύκων του Χάξλεϋ, το ιδιώνυμο του Γ. Ιωάννου, τα πορτραίτα του αδελφού και ενός Πεισίστρατου με τεράστια, αμυγδαλωτά μάτια. Οι επιρροές της με όμορφο τρόπο, καινούριο, σμίγουν με το προσωπικό ταλέντο και ίσια επιλέγουν την αιώρηση στο χάσμα. Πατίνα χρόνου, αξεδιάλυτες σκόνες, νοσταλγικές προσευχές, τόποι και δρόμοι που δεν στενεύουν, μεταμορφώνονται στην γήινη σκηνογραφία της Μαριάννας Πλιάκου. Στο βάθος το πάλκο των τιμών, ανθισμένοι επιτάφιοι, μυρωδιές των δρόμων και ελεγείες.

Οι εκδόσεις Κύφαντα και η Μαριάννα Πλιάκου συνεισφέρουν με έναν ανανεωτικό τρόπο στην ελληνική, ποιητική σκηνή. Με ποιήματα που αστράφτουν ιδιαιτερότητες η δημιουργός ζωγραφίζει σε χαρτί palatino chamois το πορτραίτο του πατέρα και τα ποιήματά του. Τα δομικά υλικά της συλλογής που τιτλοφορείται 2017 αφορούν λευκές μέρες, σπασμένα υαλικά σαν της Μολφέση, τόπους που διαλέγει κανείς να θεραπεύσει με ζωή την χρόνια νόσο του θανάτου. Η συντριβή της κομψή, το ύφος της εκείνο του σθένους, το φόντο της λαϊκό, βγαλμένο μέσα από το μεγάλο βιβλίο που συλλογικά και αδιάκοπα γράφεται. Η συλλογή που κεντρίζει αληθινά ετούτο το σημείωμα, είναι φτιαγμένη από ρετάλια της ζωής, σπαράγματα και τα ρέστα. Περιέχει πρόζες που κάνουν πάταγο, που μαρτυρούν βασανισμένα χρώματα, στίχους κλειδωμένους στους λαιμούς, προσωπικά χρονικά, λαογραφίες, μάτια πανικόβλητα, την αρχιτεκτονική μιας ολόκληρης ζωής. Η Μαριάννα Πλιάκου δίνει μια και εγκαταλείπει τις ρηχές συγκινήσεις, τα οικεία πρόσωπα. Έτσι διαμορφώνει το εξαιρετικό περιεχόμενο της συλλογής 2017 των εκδόσεων Κύφαντα.

*Από εδώ: https://www.vakxikon.gr/pliakou-review

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δύο ποιήματα

ο κόσμος κλυδωνίζεται 

τα ζώα έχουν εξαφανιστεί

κανένας δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται

η βία είναι παντού

ο κόσμος κλυδωνίζεται

και κανένας δεν το έχει αντιληφθεί

οι θεοί πέταξαν τις μάσκες τους

αναμασούν το ίδιο χόρτο

***

η σιωπή λέει τα πάντα

περιπτύξεις γύρω

από κισσούς

αγγίγματα

φωνές από το υπερπέραν

δεν λέμε τίποτα

η σιωπή λέει τα πάντα

Γιάννης Βούλτος, Πού να βρίσκεται άραγε τώρα η σιωπή

Γιάννης Σταύρου, Νύχτα στο λιμάνι (λάδι σε καμβά)

Η σιωπή μονάζει στα ποιήματα 

Κλεισμένη και μανταλωμένη στις λέξεις 

Κάθε τους γράμμα και ένα κελί

Για ποια σιωπή μιλάς

Για τη σιωπή των ποιητών

στους πρόστυχους καιρούς

Για τη σιωπή των νεκρών

μπροστά στη λήθη των ζώντων

Για τη σιωπή των ζώντων

μπροστά στο πτώμα της φωνής τους

Μιλώ για τη σιωπή

Που ταράζει τον ύπνο μας 

Μιλώ για τη σιωπή

Που γεννάει το λόγο μας

Είναι η σιωπή των ονείρων μας 

Είναι η φωνή

Που κερδίζει το θάνατο

Στα χαρτιά

*Από τη συλλογή “Ανθρωποθυσία”, 2014.

Τάσος [Mhnymal] Σταυρουλάκης, Μπατονέτα

ήτανε
το νιωθα ήταν λάθος
δεν έπρεπε να χρησιμοποιώ
το άρθρο ήταν ξεκάθαρο
ήτανε τεκμηριωμένο

το βαμβάκι
μπορεί να θαφτεί στο αυτί
τα βακτήρια να κάνουν κόττον πάρτυ
να καταφάν ε ντέλει
το κρανιακό
οστούν

η λοίμωξη
ενδέ να επεκταθεί
στα νεύρα του προσώπου
να επεισέλθει
εγκεφαλικό

α λ λ ά
όλ α υτά θα μπορούσαν
να συμβαίνουν χωρίς
μπατονέτα

Χα

όλ α υτά υπήρξαν
καινοφανή άμα τη εμφανίσει
αποτελούν πλέον μεμονωμένα ιστορικά
δεν είναι κύριοι αγαπητές κυρίες
δεν είναι τίμιο οι μπατονέτες
να πληρώνουν τη νύφη
της οικολογικής
καταστροφής

Χα

ποιος
εξυφαίνει το νοσηρό σχέδιο;

θ αντισταθώ
θ αγοράσω εκατοντάδες συσκευασίες
θα δημιουργήσω μουσείο
μπατονετών

τι ιδέα
ναι θα το χωρίσω σε τμήματα
μπατονέτες των κάτω χωρών
βαλκανικές μπατονέτες
ρώσικες ασιατικές
αφρικάνες

θα βγω
να το φωνάξω
στον κόσμο σκέτα νέτα
κρυφά πως αγαπώ
μια μπατο-
νέτα

*Δημοσιεύτηκε στο 22ο τεύχος ποιητικού σκεύους (και όχι μόνο) ΤΕΦΛόΝ (Χειμώνας-Άνοιξη 2020).

Κώστας Ρεούσης, Το πτώμα μου τελευταίο

έτσι αέρας ο ήλιος πνίγηκε καθώς νερό ανακρινόταν τόσα βασανιστήρια ώσπου να βγει η ψυχή στομάχια που συγκρούστηκαν φέρνοντας νέο στην τάξη του κόσμου το εύστοχο λάθος οι νεκροί συχνάζουν στην κουζίνα ή όλοι είμαστε ρουφιάνοι εγκαταλείποντας τον άνθρωπο μία καταστροφή συγκρατεί τον όλεθρο κουρασμένος και βρόμικος μ’ όλα γύρω να μυρίζουν αϋπνία ο θεός δεν έρχεται κι ο διάβολός του κρύβεται νύχτα γυρίζω στο σώμα μου μες στο φτερό δυο πιθαμές παν’ απ’ τη γη λέξη δεν έρχεται ούτε το χέρι οδηγεί άλλη κατάσταση εκεί όλα συμβαίνουν πάψε ακούγεται φωνή μα πώς τρέχω βιάζω ρίχνω παντού τη σκέψη μου σακατεμένη να εξαφανιστείς ν’ αγγίξεις το απόλυτο μηδέν το όμικρον μες στο κενό το σπέρμα σου να χύσεις τίποτα με το τίποτε να είσαι

*Από τη συλλογή «Ο κρατήρας του γέλιου μου», εκδ. Φαρφουλάς, Αθήνα, Οκτώβριος 2009, σ. 55.

UNUSUAL WORK Νο 30

This is to inform you 

that there will NOT be a launch of the latest issue of 

UNUSUAL WORK 

No.30!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! out now 

due to COVID concerns, sorry 

we hope to have one for the next issue out later this year 

when we hope to celebrate our 31st longevity 

this is an extremely sad state of affairs 

but feel it was felt not worth the risk 

in this potential BOOM / BUST, ON / OFF climate 

As a SUBSCRIBER you should have by now 

received your copy in the mail. 

For those who have not subscribed 

copies are available from 

“collective effort press” 

p.o. box 2430 gpo melb vic 3001 

cash / cheque / or money order 

for $10, or a subscription for $30 (3 issues) 

we come out twice a year 

this is SLOW POETRY (no apologies) 

once again thanxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxxs for 

the support, and understanding (in advance) 

Stay safe – an often!!! 

Ζωή Δικταίου, Σε ψευδώνυμη επαγγελία χαμόγελα, αγκαλιές (Μονόλογος σ’ έναν ποιητή)

Henri Martin Le Poete

Μισές λέξεις, να τις ακούς, όταν σκοτεινιάζει, 

εκεί στις μισές λέξεις κρύβονται οι αλήθειες ολόκληρες 

πίσω από τα σφιγμένα δόντια, στο θρόισμα των φύλλων,

στην αρυτίδωτη επιφάνεια του νερού στο ποτήρι,

στα μεσημέρια του καλοκαιριού 

αυτά που χάνονται στο φτερό μιας μέλισσας,

να τις ακούς μπροστά στ’ ανοικτό σου παράθυρο

εκεί που είχε ανθίσει η αμυγδαλιά,

να τις ακούς όταν μένεις αναμάρτητος στην αμφιβολία 

αναμάρτητος και κολασμένος, ποιητή, 

τώρα που ο κόσμος ξέφεξε σε ψέμα κι άδικο

τώρα που η αγάπη γίνεται άνυδρη γη.

Με την τέφρα της ενοχής, στην καμπύλη της τύψης

χαλάστηκαν οι καρδιές διαγράφοντας παρελθόν

και στιγμές,

όχι, δεν περιμένεις χερουβικές προσδοκίες,

ούτε και εσύ,

ισόβια η απάτη ποιητή, 

στα κόκκινα πόδια του λευκού περιστεριού,

ισόβια στον ορφανεμένο από γιασεμιά κήπο

μείνε όμως, εκεί να μείνεις ως το δειλινό,

το δειλινό να δεις τη θάλασσα από μακριά,

να παραδεχτείς με γαλήνη καρτερική,

στις αλλοίθωρες ώρες, όλα είναι αλήθεια

και να τώρα που η ίδια θάλασσα

στα μεγάλα πάθη μεταμορφώνεται

στρατευμένη κι ανήμερη

όταν τρέμει την αγκαλιά τού ορίζοντα,

όταν  μικρά περιστατικά ονομάζονται μεγάλα συμβάντα,

όταν στοιχειωμένες οι λέξεις

βιάζονται να ειπωθούν σπρώχνοντας καιρό και αναμνήσεις,

ανοίγοντας την πόρτα στην άβυσσο,

ναι, όλα κάποτε τελειώνουν

και δεν είναι απαραίτητο να θρηνούν τα πουλιά

εκτός από αυτά τα φυλακισμένα από “αγάπη” στο κλουβί,

ναι, όλα κάποτε τελειώνουν για να μείνεις μόνος

σε απρόβλεπτα βλεφαρίσματα 

και ας είναι καθάριο το φεγγάρι ποιητή.

Τώρα άφησες πίσω σου 

ακρωτηριασμένη την παλιά νοσταλγία

βεβαιώνεις τις απατηλές ασφάλειες της αγάπης

τώρα, η αγάπη καταφύγιο περιφρόνησης

με την επιβράδυνση της τελευταίας φυγής

τώρα, αποσπασμένες γραμμές οι μέρες τού Αυγούστου

τώρα, νικημένη η ανάγκη της επιστροφής

σε ψευδώνυμη επαγγελία χαμόγελα, αγκαλιές,

τώρα, εξαγνίζεσαι ποιητή, 

σε ακίνδυνες πανσέληνες ρότες της νιότης

και σε μια χούφτα 

χρυσωμένα δικά σου, της αυγής γιασεμιά,

πριν παρακμάσεις αχρείαστος σ’ ένα ράφι, σε μια σοφίτα,

σ’ ένα συρτάρι, σ’ ένα σκονισμένο βιβλίο.

Βλέπεις τ`αγκάθια, αγκάθια και οι λέξεις 

όταν η αλήθεια γίνεται επικίνδυνη,

στο άκουσμά τους καταλαβαίνεις, έχεις δυο ζωές

αυτήν που ζεις και αυτή που θα ήθελαν οι άλλοι,

φοράς παλιομοδίτικο πουκάμισο, φαρδιά καπαρτνίνα,

κρατάς μαντίλι με κεντημένο μονόγραμμα

εσένα δεν σου πάει η μόδα, 

δεν σε χωρά η στολή της αγέλης

εσένα ποιητή που με δίδαξες τις λέξεις ολόκληρες,

εσένα ευγνωμονώ.

Κατηγορήθηκες ποιητή,

από την ίδια θέση απαντώ και για εσένα,

απαντώ σ’ εκείνον που 

όταν γίνονται αγκάθια οι λέξεις παραβλέπει την αρετή

που πιστεύει πως έχει αγαπητικές σχέσεις

με τον θεό του, 

κατεβαίνει βλέπεις εύκολα στα μέτρα του,

ο θεός του,

μια ζωγραφιά που κρατά στην τσαλακωμένη τσέπη,

μια εικόνα που κρεμά στο σαλόνι με θέα την τηλεόραση,

ένα αγαλματίδιο, καμωμένο από πλαστικό ο θεός.

Απαντώ σ’ εκείνον που

με ακαταλαβίστικες προσευχές ανεβαίνει 

δημοσίως ένα Γολγοθά, για τα μάτια του κόσμου, 

νομίζει ανεβαίνει, 

και με συναντήσεις οικογενειακές βαυκαλίζεται ευτυχίες

δίνοντας προτεραιότητα σε άσπονδους φίλους,

μακρινούς αχρείους συγγενείς, τυχαίες γνωριμίες,

ψευτοαριστοκράτες και σεβάσμιες μάσκες 

αποτρόπαια πρόσωπα, 

όλα σε εορταστικές εκδηλώσεις μιας πλάνης

σ’ έναν κόσμο κενό, χαμένο στη σύγχυση και στην παράνοια

σ’ έναν κόσμο που δεν θυμάται ονόματα

όταν εσύ ποιητή παίρνεις τον δρόμο για κάθε απάντηση.

Εγώ πάλι δεν έχω ανάγκη κωφάλαλες συνειδήσεις

έγχρωμες φωτογραφίες με δήθεν αγαπημένους,

φαντασμαγορικά θεάματα, 

δεν έχω ανάγκη κατάκοπες ελπίδες,

ούτε τα κοινά πεπρωμένα με αφορούν,   

επιβιώνω με λίγες ψιχάλες όταν φυσά ο Λιβυκός άνεμος,

ανάβω μεσάνυχτα όλα τα σκοτάδια μέσα μου

καίγομαι για να βρω λίγο φως, μια σπίθα,

ακούω τον απόηχο της απελπισίας

στα δολοφονημένα πλήκτρα του πιάνου

στις κραυγές των αδικημένων

στο σπαρακτικό κλάμα των παιδιών

στις γειτονιές τις γεμάτες συντρίμμια και εγκατάλειψη.

Περιγελώ τη μεταμέλεια, 

δεν αντέχω την αθωότητα των πρωτόπλαστων,

δεν θέλω μπαλκόνι με θέα στον παράδεισο, 

δεν υπάρχει παράδεισος ποιητή, 

αντέχω όμως την αλήθεια, αγαπώ τ’ αγκάθια

τις μυστικές αποδημίες στη σιωπή

και το μωβ που τόσο προκαλεί φόβο, το μωβ

όλο το μωβ σε ένα κυκλάμινο…

Τελειώνουν και οι σχέσεις κάποτε

όλες οι σχέσεις 

όταν σβήσουν τα ψεύτικα φώτα

το ξέρεις καλά, το ξέρεις, ανάβουν οι λέξεις,

ολόκληρες…

Σκορπίζει στάχτες φεύγοντας η Όστρια

να κοιταχτείς στο νερό ποιητή, στο ποτάμι

όλοι οι δρόμοι της χαμένης σου ζωής εκεί

και της δικής μου,

στη μνήμη τού νερού, εμείς εκεί θα συναντηθούμε αύριο,

μ’ ένα τραγούδι περασμένης γιορτής.

Λέξεις στη γλώσσα της ψυχής ποιητή, 

ζεστή ομίχλη γύρω από το σπίτι,

ο πρώτος καπνός γητεύει τη φθινοπωρινή νύχτα 

μύρισε κυπαρίσσι ο αέρας, 

μελαγχολική η βροχή στο φανοστάτη στη Σπιανάδα

αγναντεύεις την αιώνια επιστροφή των πληγωμένων,

καταφύγιο το Ιόνιο,

Κέρκυρα, οικεία η φωνή μια από το βυθό 

και μια από τα Μουράγια,

 “μη φεύγεις, μη, δεν θ`αργήσει άλλο η αληθινή αγάπη

τώρα πέρασες τις συμπληγάδες πίστης και ελπίδας

η καρδιά σου νίκησε, 

εδώ γύρισες κι εσύ λυτρωμένη και μόνη,

δεν έχω άλλη απάντηση Ζωή…”

Ψιθυριστά το φως στο λιμάνι

ψιχαλιστά η αλμύρα στα βλέφαρα, 

ξεχασμένες συλλαβές στα χείλη.

Μια ψυχή στο βασίλεμα 

να κρυφακούει δικά σου καρδιοχτύπια στ’ ανεμόβροχο, 

μια ψυχή αναστημένων νοημάτων, να μοιάζει 

με τη δική σου στο λιόγερμα, ποιητή

μια ματιά να στάζει κεχριμπάρι στο βρεγμένο χώμα,

όταν η μοναξιά στον Κήπο του Λαού σημαδεύει 

μισοφέγγαρα στο πεντελικό μάρμαρο των ανακτόρων

φωτίζεται καρικατούρα η αγάπη.

Μια ζωή να πορεύεται δίχως παράπονα στη δύση,

μια αγκαλιά στην αναμαρτησία της σκέψης

να παλεύει λήθαργο και θάνατο,

ένα άγγιγμα 

να συντηρεί την αμφιβολία στο “σ’ αγαπώ”

και την αλήθεια στο δάκρυ.

Άφησέ με, ποιητή, να προδώσω κι εγώ μια φορά

όλους τους πετρωμένους προφήτες,

να ονειρεύομαι μαζί σου στον ίδιο ορίζοντα στο Φαληράκι,

με την ανώνυμη λύπη, 

χωρίς τη γελοία διάσταση 

εκείνων των αμνημόνευτων ημερών, άφησέ με ποιητή

να δακρύζω μαζί σου,

όταν μακραίνει την απόσταση το φως 

και η αμάντευτη σιωπή μοιράζει έπαθλα κι αψέντι.

Ανθίζουν και από αμφιβολία 

τα τριαντάφυλλα στο περιστύλιο

στον ελκυστικό ερειπιώνα του κήπου, 

στο Παλαιό Φρούριο,

στην παρηκμασμένη συνοικία στο Μαντούκι,

στα παλιά βενετσιάνικα κτίρια στο Καμπιέλο,

τα τριαντάφυλλα κόκκινα σκαρφαλωμένα στο φράχτη

σε πένθιμη γειτνίαση στη Γαρίτσα,

σε μεστωμένο ώριμο καιρό στα καντούνια

και στις ρωγμές του τοίχου στο Λαζαρέτο,

είναι που θέλουν να ξέρουν πως θα είσαι εκεί ποιητή,

σ’ έναν αστικό περίπατο οικειότητας,

τα τριαντάφυλλα ανάμεσσα σε ακροκέραμα και κισσούς

θέλουν να ξέρουν, πως το βλέμμα εργάζεται

όταν γεννούν αισθήματα,

πως δεν θα διστάσει να τ`αγγίξει ένα χέρι 

χωρίς να φοβάται τ`αγκάθια,

και θ’ ανάψουν τον ασήμαντο πόθο στον εξώστη 

πριν ξυπνήσει μεγαλοπρεπής ο φόβος, ποιητή.

Αύριο, εν ονόματι της αγάπης

Κέρκυρα, Οκτώβρης 2020

“Ο χορός της απειθαρχίας”

Σκέψεις πάνω στο επικό ποίημα της Δήμητρας Κουβάτα “Οσμαντάκα Λάζαρος” από την ποιητική συλλογή “Καθαρό Οινόπνευμα” των Εκδόσεων Μανδραγόρας, 2020

Γράφει ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου // *

Οσμαντάκα Λάζαρος

Και τάχα γλίστρησαν στον θάλαμο

από τους τοίχους

τα όργανα.

Και παραμέρισες, λέει, τον βράχο

με τις διαγνώσεις, τα καλώδια.

Κι αργά – αργά ανασηκώθηκες

να δείξεις τα πατήματα

χάριν της λεβεντιάς

της αξιοπρέπειας ένεκα.

Και να μυρίζει κρύο αέρα κι έλατο.

Και να βαράει ο γύφτος το βιολί

μα κουρνιαχτός να μη σηκώνεται.

Και να κερνάς, λέει, τα όργανα

και όπα κι έστα στο διηνεκές

σ’ όλα τα πλάτη και τα μήκη

του περασμένου χρόνου.

Μετά έβαλες πάλι το αριστερό

πλάι στο δεξί σκαρπίνι

ξάπλωσες λέει, στην εντατική

για τον υπόλοιπο επιθανάτιο ρόγχο.

Ευτυχώς που στα όνειρα όλα είναι εφικτά. Και να, που ήρθαν -λέει- τα όργανα! Πώς χώρεσαν, πώς γκρεμίστηκαν οι τοίχοι αθόρυβα, ποια δύναμη μαγική τους μετακίνησε; Κι εσύ δε γινόταν να μείνεις πια ακίνητος, άπραγος. Ήρθαν τα όργανα! Έκαναν τόσον κόπο μόνο για σένα. Στην άκρη όλα λοιπόν, τα καλώδια κι οι διαγνώσεις. Ποιες διαγνώσεις άλλωστε, θα μπορούσαν ποτέ να προβλέψουν της  καρδιάς σου το σκίρτημα; Και σηκώθηκες να δείξεις τα πατήματα. Αργά – αργά. Τι κι αν δεν σε βαστούσαν πια τα πόδια σου; Δεν χορεύουν μόνο από λεβεντιά οι άνθρωποι, μα κι από φιλότιμο. Να περισώσουν λίγη αξιοπρέπεια, πως τάχα το κακό δεν τους βρήκε στην καρδιά, μα βαστάνε. Να, έτσι χορεύεται, παιδιά! Έτσι το χόρευα άυπνος όλη νύχτα, μέχρι να φέξει.

Τώρα ο χώρος δεν είναι πια κλειστός. “Αποκεκύλισται ο λίθος”, αυτός που πάντα μας χωρίζει από το θαύμα που συντελείται. Δεν μυρίζει πια νεκρική αποστείρωση και ήττα. Ο αέρας είναι και πάλι καθαρός, παγωμένος, βουνίσιος. Κι ο γύφτος αρχινάει το βιολί. Δεν ήρθαν από τόσο μακριά για να μένουν άπραγοι πολλή ώρα. Το γλέντι έχει αρχίσει! Ο Οσμαντάκας χορεύει μπροστά και σε κάθε του τσάκισμα αναδεύει δυο χέρια κλαδιά, λες και σέρνει τον χάρο απ’ τα μαλλιά να τον ξεφτιλίσει στο χώμα. Να μάθει, ο μπαμπέσης που χαλάει το γλέντι της ζωής ακάλεστος! Αχ, όλα τα λεφτά στα όργανα! Όλα! Μην κρατήσεις ούτε καν τον οβολό του βαρκάρη. Αν θέλει, ας σε πάει πίσω τζάμπα! Ειδεμή, ό,τι καταλαβαίνει κι αυτός!  Όλα να τα δώσεις, όπως έκανες πάντα, και μπροστάρης μην πάψεις να λυγιέσαι με σώμα και ψυχή.

Δήμητρα Κουβάτα

Τον νου σου! Όταν τελειώσει ο χορός θα ‘ρθει ο θάνατος. Αυτήν τη συμφωνία είχες με τον πασά και να το ξέρεις: Το αναπότρεπτο δεν ξεγελιέται για πολύ, όμως χαλάλι του! Αρκεί να μας βρίσκει όρθιους με το μαντίλι του χορού κι όχι χάμω με το μαντίλι του θρήνου. Όταν παύουμε να τη γλεντάμε τη ζωή, μόνο ο θάνατος μάς απομένει. Μα εσύ, την ξέρεις τη ζωή, την τραγουδάς. Την πίνεις μονορούφι στο ποτήρι. Την περπατάς στις μύτες, με τσακίσματα. Όπως της πρέπει!

Μετά, ούτε όργανα, μήτε βουή του κόσμου. Ξάπλωσες πάλι στο νεκρικό σου κρεβάτι, ευθυγράμμισες τα παπούτσια με τάξη κι αξιοπρέπεια, για να συνεχίσεις τον θάνατό σου μέχρι το επόμενό σου γλέντι. Γιατί  Οσμαντάκα, είσαι τόσο ανυπότακτος, τέτοιο αγύριστο κεφάλι, που ο θάνατος έπρεπε να το ‘χει σκεφτεί πολλές φορές, παλικαρά, τότε που ήρθε να σε βρει στα Γιάννενα.

Η ποιήτρια Δήμητρα Κουβάτα μ’ αυτό το επικό ποίημα καταφέρνει να συνενώσει τον ατομικό μύθο, το προϊόν της δικής της φαντασίας, με τους θρύλους και τις παραδόσεις μιας ολόκληρης περιοχής. Ο Οσμαντάκας ή Σιαμαντάκας χορεύεται σ’ όλη την Ήπειρο, μέχρι τα χωριά της νότιας Αλβανίας, φέρνοντας στη μνήμη μας την ιστορία του ομώνυμου λαϊκού αγωνιστή του 1875. Είναι χορός ιδιόρρυθμος, βαρύς, αντρίκειος, της παλικαριάς, που συμβολίζει την ανυπότακτη ψυχή του ανθρώπου, τη μαχόμενη στους αιώνες, ακόμα κι ενάντια σ’ όσα είναι αδύνατον να νικηθούν.

Ο Οσμαντάκας της Δήμητρας Κουβάτα, ξυπνά σε έναν παγερό θάλαμο νοσοκομείου. Σαν σύγχρονος Λάζαρος ανασηκώνεται, χωρίς καν ν’ ακούσει την εντολή “δεύρο έξω”. Μόνο αυτός ακούει το κάλεσμα της ζωής. Δεν φοράει φουστανέλα ή τσαρούχια. Σκαρπίνια φοράει να ταιριάζουν στο σκούρο νεκρικό κοστούμι του. Η ποιήτριά μας, μια κάνει τον θρύλο δικό της και μια μας τον επιστρέφει καινούριο, μπολιασμένο από τη δημιουργική της φαντασία. Μέσα από τα λόγια της βρίσκει φωνή ένας ολόκληρος λαός. Τι άλλο απαιτείται, όταν γράφει κανείς ποίηση προορισμένη ν’ αντέξει στον χρόνο; Εδώ η ποίηση σπάει το αυτοαναφορικό φράγμα του “εγώ” και πλημμυρίζει το “εμείς”. Το γεμίζει εικόνες και ήχους. Το στολίζει χαμόγελα κι αληθινά δάκρυα. Μας ψιθυρίζει ότι το παλιό δεν είναι ξεπερασμένο, αποκομμένο για πάντα από τη δική μας ζωή. Να το εμπιστευόμαστε και να του δίνουμε το χέρι. Να αντέχουμε στα σκαμπανεβάσματα της ζωής. Τσακίσματα του χορού είναι και τσαλίμια κι έχουν τη χάρη τους!

*Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου είναι ποιητής

**Το κείμενο είναι από εδώ: https://www.fractalart.gr/osmantaka-lazaros/

Τέος Σαλαπασίδης, Δύο ποιήματα

0-24

Ένα σύννεφο κράτησε όσο το απόγευμα 

Έπειτα ήρθε η νύκτα το σύννεφο έγινε βροχή 

Στα μαλλιά σου πάνω μάχεται τον θάνατο τώρα 

Που σε χαϊδεύει

Μπορεί να έρθει βαρύ σύννεφο κάποτε

Θα ’ρθει σα σύννεφο νύκτα ολόκληρη

Ο θάνατος πάνω στα μαλλιά σου να πάρει το χέρι μου

Που σε χαϊδεύει

Έρπω σα σύννεφο όλος υποψία 

Ανιχνεύω γύρω από το λαιμό σου το χρόνο που επιτίθεται

Σε χαϊδεύω και όταν με κτυπά πέφτω στα χέρια σου 

Που με χαϊδεύουν

Πάντα η κάθε μέρα περνά με ατέλειωτες περιπολίες 

Μπορεί νάρθει αύριο μπορεί την άλλη νύχτα 

Σκέψου, την ώρα που θαρθεί όλα θα υπάρχουν

Και μεις

Λίγο πριν έρθει.

Άνοιξη 1958

***

Proletarium (opus Ο II)

Στον άδειο δρόμο σπάσαν οι σωλήνες 

Αυτό γίνεται στη Σαλονίκη κάθε τόσο.

Νύκτα περνούν οι εφιάλτες

Αυτό γίνεται σαν ιστορία και στο μυαλό μας.

Η γωνιά του πεύκου για παιδιά που παίζουν 

Ο τοίχος για τις τελευταίες σου στιγμές 

Τοίχος πεύκα και στη μέση σπίτι Αν έχεις και κρεβάτι πεθαίνεις πιο άνετα.

Αν έχεις αρβύλες περπατάς

Αν είσαι ξυπόλητος περπατάς θέλεις δεν θέλεις

Το χειμώνα κουβαλάς ν’ αποθηκεύσεις χιόνι για το καλοκαίρι των εχόντων

Και το καλοκαίρι όταν δε σε χρειάζεται κανείς

Πεθαίνεις για να μη σε πουν τζιτζίκι

Είτε προσπαθείς να περάσεις τη γραμμή του ορίζοντα.

Και κόβει το λεπίδι της το λαιμό σου.

Αθήνα 16.6.1957

Σαν κομιστής του έσω μαυρισμένου κόσμου του

Γιώργος Γκανέλης, “Ωδίνες της ποίησης”. Εκδόσεις Στίξις. Δεκέμβριος 2018. Ρέθυμνο

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη*

Όπως προειδοποιεί ο τίτλος ή καλύτερα και πιο σωστά ο υπότιτλος  ετούτου του βιβλίου, οι ‘Ωδίνες της ποίησης’, αφορούν ή εστιάζονται στα ποιήματα για αυτή καθ’ εαυτή την ποίηση.  Αρχίζοντας από το τελευταίο ποίημα ‘Απολογία ενός συγγραφέα’, της κάπως εκτεταμένης, πράγματι, ποιητικής συλλογής, ο ποιητής Γιώργος Γκανέλης απολογείται για όσα έγραψε και με τα οποία ίσως ο αναγνώστης να μην συμφωνεί, και να διατηρεί διαφορετική κατά κάποιο τρόπο άποψη για τις παραμέτρους και όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που αφορούν την επώδυνη ποιητική λειτουργία. Έχει καλά ριζωμένη την ανάλογη άποψη για το συγκεκριμένο θέμα, όταν λέει, ‘…μη νομίζεις πως τελείωσες/ μετά αρχίζουν τα δύσκολα/να ξεκαρφώνεις μερικές λέξεις/και να τις πετάς στα σκουπίδια/Στο τέλος αναρωτιέσαι πότε/ θα σε σταυρώσουν οι κριτικοί’.

Αφήνει τους αναγνώστες του να τον κρίνουν, να τον δικάσουν. Εκείνος όμως ξέρει ‘…ότι  κάθε πρωί νυχτώνει’ γι’ αυτόν, υπαινισσόμενος προφανώς ότι η νύχτα ήταν περίοδος εντατικής εργασίας, σημαντικής και εξαντλητικής απασχόλησης ‘… κάτι που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση…’.  Χρόνος κατά τον οποίο λειτούργησε ‘… σαν κομιστής του έσω μαυρισμένου κόσμου…’ και εκτοξεύοντας διάχυτα ‘πινελιές παροξυσμού’. Γι’ αυτόν η νύχτα αποτελεί σημείο εκκίνησης για το περίτεχνο και άγριο, συνάμα, τσεκούρωμα των λέξεων ώστε να γεννηθεί το ποίημα και να σταθεί αφ’ εαυτού απέναντι όλων των όποιων κριτών του, χωρίς δεκανίκια, αφού, όπως καλά εξηγεί, ‘τα αρτιμελή ποιήματα/δε χρειάζονται δεκανίκια’. Τη νύχτα οι λέξεις δεν μπορούν να περιμένουν, γι’ αυτόν είναι βραδυφλεγείς βόμβες, γίνονται βραδυφλεγείς στίχοι στα χέρια του, που όπου νάναι θα δώσουν γένεση σε κάτι σημαντικό. ‘Το ημιτελές τελεσίγραφο’ προτρέπει, τελειώνοντας τους στίχους του, ‘πιάσε τη λέξη απ’ το λαιμό/και δώσε ένα οριστικό τέλος/στη ραστώνη του ποιήματος’. Παραθέτω ολόκληρο το ποίημα ‘Ενύπνιο σχιζοφρενούς’ γιατί ίσως απεικονίζει τη γενικότερη άποψη του ποιητή για τη νύχτα και ειδικά για τις όποιες παράπλευρες απώλειες που αυτή προκαλεί: ‘Τίποτα δεν είναι πιο φρικτό/απ’ τους έρημους σταθμούς/που τουρτουρίζουν μεσάνυχτα/ Γι’ αυτό και τα ποιήματα/στριμώχνονται στις ράγες /περιμένοντας κάποιο σφύριγμα/όλα όμως  το πρωί αυτοκτονούν/ Κατά τις οκτώ περνάει το τρένο/και στρίβει για να μην τα πατήσει’!

Η τέχνη και η τεχνική, όμως, της ποιητικής διαδικασίας, δεν είναι άμοιρη παρενεργειών για τον ποιητή, συμφωνώντας σαφώς και με αρκετούς άλλους, πολλές από τις οποίες έρχονται μπροστά, στο προσκήνιο, με τη μορφή   σωματικών εκφάνσεων. Έτσι αρκετοί στίχοι του χρησιμοποιούν ή ερωτοτροπούν με ιατρικούς όρους και γνωστές παρακλινικές εξετάσεις για να δώσουν καλύτερα και πιο πιστά και έντονα το βαθύτερο νόημα. ‘Πάω για αρθροσκόπηση’, λέει στην ‘Αρθροσκόπηση’ και συνεχίζει, ‘… σήκωνα πολλά ποιήματα/καθημερινά στους ώμους/λέω πια να ξεμπερδεύω/με την πολλή ευαισθησία’, αφού για τους έχοντες ακόμα και στοιχειώδεις ιατρικές γνώσεις, η μεγαλύτερη επιβάρυνση του αυξημένου σωματικού βάρους ή της συνεχούς ανύψωσης υπερβολικών φορτίων, γενικότερα, παρατηρείται  στις αρθρώσεις του γόνατος.

Όμως, παρ’ όλα χρησιμοποιεί την ποίηση, για να πάρει ‘μια μικρή παράταση’ η ανυπαρξία και η προσωπική του συντέλεια, όχι φυσικά για να γιατρευτεί αλλά να ανακουφιστεί, γράφοντας έστω προσωρινά ‘το αναπόφευκτο του θανάτου’ στα παλιά του παπούτσια, με τα απαραίτητα, όπως πάντα, ενδιάμεσα διαστήματα ‘υποχρεωτικής αγρανάπαυσης’, μήπως και καταφέρει να ξαναφυτρώσει, πλημμυρισμένος με καινούργιες ιδέες  και ελπίδες.  Γνωρίζει καλά, κι’  εδώ βρίσκεται σε σύμφωνη γνώμη και με άλλους μας ποιητές,  πως υπάρχουν ‘δεκάδες  άλλοι τρόποι να βγάλει κανείς τα εσώψυχά του’, πέρα από την Ποίηση, οι ‘Ωδίνες’ της οποίας είναι πραγματικά επώδυνες σε ένταση και διάρκεια, καρφώνοντας τουτέστιν και ξεκαρφώνοντας πρόκες απ’ το κορμί των λέξεων, και δυστυχώς για τους ποιητές, υπάρχει ακόμα έκδηλη και δραματική ανυπαρξία ‘ποιητικών μαιευτηρίων’!

Παρατηρώντας απ’ το βιογραφικό του σημείωμα, διαπιστώνουμε ότι ο Γιώργος Γκανέλης είναι πιστός στην  δημιουργία του προσωπικού του ποιητικού  έργου, χωρίς να ξεφεύγει, παράλληλα, σε άλλα πεδία, όπως για παράδειγμα την πεζογραφία ή την κριτική άλλων κειμένων. Ετούτη η συλλογή, αποτελεί την έκτη τού ποιητή. Είχαν προηγηθεί οι ‘Ανάπηροι δρομείς’ (2012), ‘Ο σκοπευτής της μνήμης’ (2013), η  ‘Χρεοκοπία ιδεών’ (2014), η ‘Εκτός εαυτού’ (2015), και η πέμπτη κατά σειράν, ‘Υπό το μηδέν’ (2017), όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.

Ο ποιητικός του λόγος, σε γενικές γραμμές,  θα μπορούσε να αναφερθεί ως ιδιωτικός, εσωστρεφής,  με κάποιες όμως, σκόρπιες πινελιές εξωστρέφειας. Στοχασμοί σε κρίσιμα θέματα που απασχολούν με τον τρόπο τους τον ποιητή και οι απότοκες και αναμενόμενες,  εν πολλοίς, εκρήξεις συναισθήματος. Αν και χρησιμοποιεί το πρώτο και κάπου-κάπου το δεύτερο ενικό πρόσωπο, στην πραγματικότητα οι στίχοι του δεν παύουν να αποτελούν σε μεγάλη συχνότητα  αμιγώς προσωπικές εξομολογήσεις που εγγίζουν, σε μικρότερο βαθμό, και ευρύτερα κοινωνικά θέματα, όπως άλλωστε είναι και το τελικό και επιθυμητό ζητούμενο από την ποίηση σήμερα.

*Το κείμενο και η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ: https://www.fractalart.gr/wdines-tis-poiisis/