Σα να ’χω χάσει την πατρίδα μου
– παντού ξεριζωμένος.
Σα να μην έχω πια μητέρα∙
έτοιμος πάντοτε να κλάψω,
να διηγηθώ σκληρότητες ανύπαρχτες,
να αναπνεύσω περιβάλλον δυστυχίας.
Και μέσα μου να λιώνω από αγάπη,
να είμαι βέβαιος –αλίμονο– για την καταστροφή.
***
Το μόνο
Ανήκω πλέον σ’ όλα τα Ταμεία∙
πληρώνω Φόρο Καθαράς Προσόδου,
Ταμείο Αρωγής, Ταμείο της Προνοίας,
Υγειονομική Περίθαλψη, Έκτακτη Εισφορά,
Μετοχικό Ταμείο, για δυο λόγους,
Ταμείο της Συντάξεως, Ταμείο Ασφαλείας.
Τώρα το μόνο που μπορώ είναι να αρρωστήσω…
***
Δε βρίσκω φωνή
Θέλω να σκάψω και δεν έχω γη.
Να φυτέψω-χώμα δεν υπάρχει
ούτε φυτά, ούτε κάν ένα φτυάρι.
Θέλω να φωνάξω, δε βρίσκω φωνή.
Η ομορφιά δε μ’ αγγίζει
και τόσο θέλω ν’ αγαπήσω.
*Η σύνθεση “Τι Είναι Ποίηση;” περιλαμβάνεται στο ποιητικό βιβλίο του Lawrence Ferlinghetti “Poetry as Insurgent Act” (New Directions, 2007). Το απόσπασμα που παρατίθεται εδώ είναι από την έκδοση της Bibliotheque, 2019, σε μετάφραση Χρήστου Αγγελακόπουλου.
Κουρνιάζω σαν κυνηγημένος παγκολίνος στη νύχτα σου∙ μεσ’ το σκοτάδι πολλούς τους ξεγελώ για αγκινάρα χθες ξύπνησα με χιόνι μέσα μου κρεμάστηκα ψηλά να αγναντέψω τα μελλούμενα∙ ως αρμαντίλλο θα έλπιζα στο κράτημα των χορδών ενός βολιβιανού τσαράνγκο θα είχα τέλος πάντων μια προοπτική τώρα τίποτα δεν με συγκρατεί το παραξήλωσα πάλι με τα μυρμήγκια κολυμπούν στο αίμα μου παντού οι Άνδεις μακρυά
***
Απολυτήριο
Κι όπως μοιράστηκαν οι κόλλες Οι εκφωνήσεις της ζωής δείξαν βατές Και όμως! Να που έκανε τις λάθος πράξεις Δεν υπολόγισε σωστά Το άθροισμα των γονεϊκών επιταγών Τη διαίρεση της επιθυμίας Τον πολλαπλασιασμό των ορμονών Το υπόλοιπο μιας φρούδας έλλειψης Το όριο κάθε πλέριας ολοκλήρωσης Ατόμων τις εφαπτομενικές τροχιές Τις χωροχρονικά ασύμβατες συντεταγμένες∙
Στράφηκε αισιόδοξα στα θεωρητικά Αλλά κι εκεί παραπλανήθηκε με λάθος λέξεις Έτσι έμειναν κενά κουτάκια πολλαπλών επιλογών Κυρίως αυτών των κεφαλαίων ερμηνείας των ονείρων Δεν άφησε κόλλα λευκή Παρέδωσε μουτζουρωμένα πρόχειρα Κι ίσα που πέρασε με τους πολλούς τη βάση
Γυφτοπούλα στο Χαμάμ
…τα μεγάφωνα σκορπούν το τραγούδι σ’ όλους τους έγκλειστους,
είναι Κυριακή
έξω από το εκκλησάκι του Αγίου Αντωνίου, ένα σκουρόχρωμο κορίτσι χορεύει,
αν προσέξετε καλά την εικόνα, κάπου θα πάρει το μάτι σας και ’μένα να σβήνω τις μέρες μου…
***
Στην έξοδο
Περιφέρω το κορμί μου στους δρόμους
αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός
κυοφορείται πλάι πλάι με τα σπλάχνα μου
η ματιά ντυμένη χίλιες δυό ικεσίες
εκπέμπει ολοένα και πιο έντονα το μήνυμα
απασφαλίσατε
Γύρω μου κόσμος ανυποψίαστος
μ’ ακουμπάει, σπρώχνει, προσπερνά.
Μιά φωνή βραχνή κι αδέξια
ζητάει “ακρόαση Θεού”
σημάδι πως η ώρα κόντεψε.
Οπου να ’ναι τα τηλέτυπα του κόσμου
πυρετωδώς θα κροταλίζουν
για τ’ άνθος που γεννήθηκε
εντός χειροβομβίδος.
***
Ομολογία
Μικρές κι αδύναμες οι λέξεις
να ζωντανέψουν
μιαν ελπίδα
ένα όνειρο, μιά καρδιά.
Μάταιες οι προσπάθειες
κι επικίνδυνες
συχνά φέρνουν το θάνατο
κει που ζωή
κοπιάζουμε να στεριώσει.
Κι όταν -στιγμές- βλέπεις πως μοναχά…