Ιωάννα Λεκκάκου, Συλλαβίζοντας

Α-νι-σό-τη-τες

οι λέξεις μου οι ανισοσύλλαβες δε με βοηθούν για να τις συλλαβίσω.

Το χρώμα / του χρώματος.

άλλο το χρώμα το λευκό

άλλο του χρώματος το χρώμα,

εξ αρχής

εκ γενετής

το ανισοσύλλαβο

και πώς να το

ισοσυλλαβίσω.

Μόνο στο κέντρο -εκεί

στης ύπαρξης τον πυρήνα όλα

ισοζυγίζονται

Εκεί που αναπνέ-ω

εκεί που αναπνέ-ουμε

δεν υπάρχουν συλλαβές μόνον

ανάσες

που δίνουν ελπίδα και

φως στο μαύρο της

φρικτής λευκής ανωτερότητας.

Κι εκεί που εσύ δεν αναπνέεις όλες οι ελπίδες

αποσυλλαβίζονται

σπάνε

σκορπίζουν και

ματωμένες φτιάχνουν καθρέφτη μεγεθυντικό 

καθρέφτη του τέρατος που 

μετράει τις ανισοσύλλαβες ανάσες του με 

ισοζυγισμένη απάθεια.

Κανείς δεν καθορίζει πια 

τη γραμματική του αίματος-

ακολουθεί τους δικούς του κανόνες 

βάζοντας τα κόμματα εξ αρχής 

και δίνοντας αναπνοή σε όλους 

στην ίδια ακριβώς τη συλλαβή 

πολύ πριν την τελεία και την παύλα.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Το τραγούδι του δρόμου

Ξυπνάτε! Εξέγερση

Είμαστε όλοι κουκουλοφόροι

Κάτω η κυβέρνηση των κουστουμοφόρων

Δρόμος προς την κανονικότητα κλειστός λόγω εξέγερσης

Πίσω στα ίδια; – Ούτε με σφαίρες

Γονείς, υποκλιθείτε στο μεγαλείο των παιδιών σας

Η κανονικότητα γεννάει τέρατα

Ο καναπές σου, η συνενοχή σου

Υγεία, καύλα κι επανάσταση

Η δημοκρατία σας βρωμάει δακρυγόνο

Κλείσε την TV και άνοιξε τα μάτια

Η αστυνομία σας μιλάει από τα δελτία των 8

Δεν ήταν κακιά στιγμή, ήταν το κράτος

Κούγια ρουφιάνε εξοστρακίσου

Φτου ξελεφτερία

Πλιάτσικο στις κλεμμένες μας ζωές

Όχι άλλο Πλιάτσικα

Τα οδοφράγματα κλείνουν δρόμους αλλά ανοίγουν περάσματα

Ελευθερία σε όλους μας

Τα ξωτικά κουράστηκαν και κάψανε το δέντρο

Αφήσατε τα δάση να καούν για πλάκα και τώρα φυλάτε το δέντρο του μαλάκα

Έχουμε εξέγερση, τα Χριστούγεννα αναβάλλονται

Βάρκιζα τέλος

Fuck May ’68 – Fight now

Εμείς θα πούμε την τελευταία λέξη, αυτές οι νύχτες είναι του Αλέξη

Αυτές οι μέρες είναι του Αλέξη

Η εξέγερση ή θα είναι γιορτή ή τίποτα

Έξω οι μπάτσοι από τη Γη

Πειθαρχία τέλος, ζωή μαγική

Πόλη που καίγεται, λουλούδι που ανθίζει

Δεν είμαστε από αυτό τον κόσμο – Αντίο φίλε…

(συρραφή από συνθήματα της εξέγερσης του Δεκέμβρη ’08)

*Παρμένο από εδώ: https://basiakology.blogspot.com/2018/12/blog-post_6.html?spref=fb&fbclid=IwAR0e4QBIdbzNvo1q2FWRptbNiNO-p1rKZkR92AQjettWUqJvCTDYdw_StMQ

Μανώλης Αλυγιζάκης, Γυρισμός / Return

Artwork: Νίκος Δεληγιάννης

Του πατρικού την πόρτα

έσπρωξα δειλά κι έσκουξε ο θάνατος

κραυγή φριχτή που οι βάσεις

του σπιτιού ετρίξαν και τα παράθυρα

ζητήσαν να ξαναγεννηθούν

διάπλατα άνοιξα το φως

να μπεί κι ο αγέρας

και σαν να περίμενα το εκκρεμές

ν’ αγγίξει το ασύλληπτο κενό

κουρτίνες τράβηξα ζωή να δώσω

στους τέσσερις ήχους

που απ’ τις γωνιές εβγαίναν βογκητά

κι ο στεναγμός σαν να λυπήθηκε

το κάλος άλλης εποχής αφέθηκε

λεπτή στη μνήμη μου ευχή

RETURN

The door of my family home

I timidly opened and death

yelled its horrid presence

to make the foundations

creak and the windows to beg

of their re-birth and I opened them

wide to let the light come through

as if waiting for a pendulum

to touch the inexplicable loss

the curtains I pulled aside

the four walls to grace with life

when loud from the corners

the moan of my ancient dead rose

as though their sighs felt sorry

for the beauty of a long gone era

a soft wish in my mind to become

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://authormanolis.wordpress.com/2016/02/28/returnγυρισμός

Χ.Π. Σοφίας, Αλφάδι

ένα αλφάδι πολυκαιρινό

απόκρυφο τίμιο της Κροστάνδης 

στου φεγγαριού την έκλειψη 

μέσα από περάσματα αστρικά 

σκορπάει τη μέθη των πληγωμένων σκιών 

5.12.2020

Κώστας Μπραβάκης, Ω, εσύ, ο γλυκός μου θάνατος

Αν κελαηδάει, έχει καλά

μ’ αν έχει σωπάσει μέσα σου ο ποιητής

άσε τους άλλους όμορφα να κάψουν τα φτερά τους

στο κάτω-κάτω εσένα τι σε κόφτει;

Τους καρπούς σου γεύτηκα κρυφά

πού να ΄ξερες, μεθύσι απ΄ τους χυμούς σου

και στις ρίζες σου ούτε που κοίταξα

αν είν’ γερές, για χρόνια θα φυλλορροείς

κι αν σάπιες, ούτε που νοιάζομαι

συ θα σωριαστείς ανάσκελα

και γύρω σου θα παίζουνε κρυφτούλι τα χαμίνια

για σκέψου όμως

οι τελευταίοι σου καρποί

πόσους θα φαν τα πρόβατα

πόσους θα λιώσει η ζέστη

μα τα κουκούτσια βαθιά θα φυτευτούν

κι είθε

το σπέρμα σου να ‘ναι γερό

βαθιές να δώσει ρίζες

πάλι αν ξανάρθω, να σε θυμηθώ

συ που καμένος ήσουν

κι ακόμα καίγεσαι

δε θυμάμαι να ζήτησες νερό

μόνο φωτιά ζυγώνεις

μα, άσε με

το θάνατο μου ήσυχα να πιω

κι αν τον φιλήσω

εσένα τι σε κόφτει;

Πόπη Αρωνιάδα, Από το “Ροκέ”

XVII

…μέρα

γένους θηλυκού νερά

κι αέρηδες

γεννά

ήλιους

και στρείδια

ανάμεσα

από δυο μηρούς

το στόμα της

αστέρευτη πηγή

του χαμαιλέοντα τα μάτια

στη μήτρα φυτεμένο

άγνωστο φυτό

που αφήνει ρίζες

ανάμεσα

σε πικροδάφνες

δόντια κοράλλια κοφτερά

νύχια γεμάτα χώμα

ιδρώτα και κύτταρα νεκρά

δίνει και χάδια τρυφερά

από μανάδες κι εραστές

λίγο πριν δύσει

απλώνει αιδοίο

ετοιμόγεννο

κοχύλι ζωντανό

γεμάτο

άμμο κι αλμύρα

πλημμυρισμένο

ζωή κι ελπίδα

ΟΛΟΓΥΜΝΗ ΜΕΡΑ

***

XIV

…κόλλησε πάνω μου

 σαν πλακούντας 

της μήτρας σου μάνα 

ένας ουρανός καμωμένος 

από στάσιμους καπνούς

Πώς να ’χες την αγιοσύνη

να φυσήξεις μέσα μου

γαλήνη

στην πρώτη μου πνοή

Παλεύω εκ γενετής 

και τώρα

μ’ ένα ποίημα ανήσυχο

σκάβω την κοιλιά σου στο χώμα

ενώ σε είδα 

έσκυψες και μπήκες 

στην πύλη της δύση 

μ’ αλαβάστρινο πρόσωπο 

τρίβομαι ξανά 

— γατάκι που έκανε ζημιά —

στην ανάμνηση 

της παλάμης σου 

εκλιπαρώντας να μετρήσεις 

τους σφυγμούς μου 

να με ξεδιψάσεις με βροχόνερο

Ολόκληρη ζωή θεριεύει η ενοχή

έγινα κι εγώ μάνα

χωρίς να καταφέρω

να φυσήξω ειρήνη

στη δημιουργία

δεν ήξερα τον τρόπο

γι’ αυτό αφήνω…

ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ

*Από τη συλλογή “Ροκέ”, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2019.

Πουπερμίνα, Δύο ποιήματα

ΦΘΟΓΓΟΣ ΗΛΙΟΥ

Επιμένω
κοιτάζοντας κατάματα
το ηλιοβασίλεμα
αποτραβώ το βλέμμα
ήλιοι λικνίζονται παντού
μελανοί στην ώχρα
του σκαμμένου αγρού
ρόδινοι στο φόντο
χλωρού καλαμιώνα
χρυσοί με το που
σμίγω τα βλέφαρα
αναπηδούν
αναγεννώνται
αντιστέκονται
στην έλξη μιας
φλεγματικής
κορυφογραμμής
απέναντι στην Πάρο
καθένας τους και
μια μόνο στιγμή
μια ανάμνηση
μια αποτζιατούρα
πριν από την επόμενη
κίνηση της νύχτας
που φτάνει

“Μιμείται κανείς,
όταν αποτυγχάνει!”

***

ΑΤΑΚΤΟ ΡΩ

Απ’ τη στιγμή που
έσπασε σαν γυαλί ο χρόνος
πελαγοδρομώ στα ανοιχτά
του λιμανιού με μαγκωμένη
άγκυρα σε ακατάδεχτης μιας
λησμονιάς γρανάζι
Με χίλιους κόπους
πελαργοδομώ
μέσα στα σύννεφα
βουβή φωλιά
Κύμα το κύμα από τον κάβο
απομακρύνομαι
άχυρο τ’ άχυρο το βλέμμα
ανασηκώνω στον ορίζοντα
μπας και φανείς

Πριν λίγο σε ανακάλυψα
τυχαία στο συκώτι μου
αργά – αργά
να το ξεσκίζεις
την προαιώνια πείνα
να χορταίνεις
να γελάς

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://whenpoetryspeaks.blog

Θεόδωρος Αγγελής, Από τη “Στάχτη στον ουρανίσκο”

VI.

Αυτές οι μέρες 

μαζεύονται σαν τα κύματα 

που αιχμαλωτίζουν 

τα βαθουλώματα της ακτής 

όταν κοπάζει η θαλασσα 

και μένουν παφλασμού ενθύμια 

τα στεκάμενα νερά.

Σωρεύονται σε εύθραυστα δοχεία

έπειτα στοιβάζονται προσεχτικά

στα φύλλα της καρδιάς της

γιατί το όνομά του δεν έχει τυπωθεί

σ’ ένα ζοφερό γράμμα

και έτσι την θρέφει η προσδοκία

πως οι μέρες αυτές που άγονες περνούν

θα κυλήσουν ξανά αναμεσά τους

σα γάργαρα ρυάκια,

πως ίσως ανακτηθεί ο χρόνος

όταν επιστρέφει.

Σε μάτια αποκαμωμένα 

περνά τους κρίκους της η θλίψη 

μαδημένη σέρνεται η απαντοχή 

ασημωμένη ολόκληρη η κόμη 

και σαν ουλές ρυτίδες ξεπηδούν

όταν σπάει από λυγμούς το δέρμα 

και είναι το πρόσωπό της 

ματωμένο ακρογιάλι 

με δύο φλογίτσες που σπίθιζαν 

και απόμειναν ψυχρές εστίες 

που ανήμπορες αποζητούν 

ένα δώρο απ’ τη μνήμη 

μια εικόνα έστω μουντζουρωμένη 

του κεριού που ζέσταινε το σπίτι 

και το στήθος της βαραίνει 

η ψυχή του σαν κωφεύει 

το σκεύος στο φόβο ψημένο 

με στόμα που πια δε σαλεύει 

το ψωμί απ’ τα δάκρυα βρεμένο 

και μάτια κατοικούν σε πόνο 

που χάδια δεν τον μαλακώνουν 

και μέσα λιμνάζει η στοργή.

Στα θρύμματα της αφοσίωσης 

η γλώσσα της κομπιάζει 

και χείλια χλωμά υπάρχουν 

μονάχα για να ρωτούν 

αν υπάρχει ακόμα ο ουρανός 

αν υπάρχουνε και τα αστέρια.

*“Η Στάχτη στον ουρανίσκο”, Εκδόσεις Σμίλη, 2017.

Ζωή Καραπατάκη, Τρία ποιήματα

Το προνόμιο

All its indifference is a different rage

Άδειοι δρόμοι λίγα χέρια

Να εκλιπαρούν

Σαν προσευχή δίχως πίστη

Γκρίζος ο αέρας της πόλης

Καιρό τώρα ασφυκτιά

Σε στενό ρούχο

Ραμμένο χωρίς να της πάρουν

Τα μέτρα

Το φόρεσε από απελπισία

Και τώρα

Στέκεται με την ακινησία νεκρού

Που κέρδισε το προνόμιο

Να παρακολουθεί την νεκρώσιμη

Τελετή του

***

Ο χρόνος

Ένα ζεστό πιάτο φαΐ

Που αχνίζει

Κάμποσα κεράσια κατακόκκινα

Κι ένα μαστέλο κρασί

Είναι ο χρόνος μου

Καθώς και η γραμμή του ορίζοντα

Στο πέλαγο

που γέμισε φως

***

Απόδειπνο

Σε κοιτάζω

Ενώ κοιμάσαι

Μ’ έναν ύπνο ολόχρυσο

Να φωτίζει τον ορίζοντα

Πως να μιλήσω

Περιττά

Την ώρα που η σιωπή

Τα καταγράφει όλα

Με τόση σύνεση

*Από τη συλλογή “Ο παίκτης και το παίγνιο”, Εκδόσεις Νησίδες, 2018.