Δήμητρα Γερογιάννη, Τρία ποιήματα

ένα κίτρινο φως

αναβοσβήνει στη

θέση της καρδιάς σου

και μοιάζεις με φάρο από άλλο

πλανήτη

***

όσο περνούσε ο χρόνος 

ερωτευόμασταν ο ένας τον άλλο 

μα πολύ περισσότερο τους εαυτούς μας 

και τον κόσμο που θα αποκτούσαμε

ύστερα γνωρίσαμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο 

ύστερα μισήσαμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο 

ύστερα βαρεθήκαμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο

πριν πεθάνουμε από πλήξη

θα μπορούσαμε 

τουλάχιστον 

να γνωριστούμε

***

                                               στον Πέτρο

είναι η αγάπη —πάλι— που λείπει

θα πεις ή ίσως

που δεν ξέρεις ακόμα τι είναι 

θα βάλεις κονιάκ —ακόμα δυο 

θα βάλεις και σάουντρακ τζαζ 

θα βάλεις και στο σκηνικό να βρέχει

μέχρι που ξημερώνοντας

—όπως θα πλένεις επιτέλους τα πιαάτα-

δεις τη σημασία 

του αιφνιδιασμού

*Από τη συλλογή “μπορεί να υπάρχει και χωρίς όνομα”, εκδόσεις θράκα, Ιούνιος 2016.

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

Πλησίασμα              

Έχουμε ανάγκη αποδράσεων, είπα.

Χρειαζόμαστε συγκεντρώσεις, απάντησες.

Οι συγκεντρώσεις τους βρεγμένοι σοβάδες του γεντί κουλέ.

Τα χείλη σου στάζουν διαμαρτυρίας αλουργίδα,

αμφιβολία που ωρίμασε, μπέσα που τρελά θέλγει,

παιχνίδια σπινθηρίσματος που έκρηξη υποβόσκουν.

Τον χαμένο χρόνο αναζητώ με τα μάτια,

με την πέννα μέσ’ τον χρόνο,

ελπίζοντας να με φυγαδεύσουν τα έμπιστα χνώτα σου.

***

Η επιθυμία εξωραϊζει την πίστη προτρέποντας

 Μαζί σου ο χώρος εξαντλείται,

ο χρόνος αδυνατώντας να σε μελετήσει,

γίνεται ανίκανος να σε επαναλάβει,

χάνοντας της φθοράς την επιρροή.

Σαν τον ήλιο άλλος δεν θά’ ναι!

Ο άνεμος συνθέμελα τραντάζει!

Η βροχή τους αιθέρες γδέρνει!

Κι από εσένα, τίποτε πιο ερωτικά πλασμένο.

Σέσαρ Βαγιέχο, Πυκνότητα και ύψος

Θέλω να γράψω, αλλά μου βγαίνει αφρός,

θέλω να πω πάρα πολλά, αλλά κολλάω˙

δεν υπάρχει ειπωμένος γρίφος που δεν είναι σούμα,

δεν υπάρχει πυραμίδα γραφτή χωρίς καρδιά.

Θέλω να γράψω αλλά αισθάνομαι πούμα˙

θέλω να στεφανωθώ, αλλά κρεμμυδώνομαι.

Δεν είναι μιλημένος βήχας που δεν γίνεται ομίχλη,

δεν υπάρχει θεός και γιος θεού δίχως εξέλιξη.

Πάμε, λοιπόν, γι΄ αυτό, να φάμε χόρτο,

σάρκα από κλάμα, φρούτα από λυγμό,

τη μελαγχολική ψυχή μας σε κονσέρβα.

Ας πηγαίνουμε! Ας πηγαίνουμε! Είμαι πληγωμένος˙

πάμε να πιούμε αυτό που είναι πιωμένο,

πάμε , κόρακα, να γκαστρώσουμε την κορακίνα σου.

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

2 ποιήματα | Πάνος Κεφαλάς

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Ηλύσια Πεδία

Σε θέλω
μέσα μου να υπάρχεις,
κι να γυρνάς τα φτωχά μου βράδια
στα μέρη της ψυχής μου
εκεί που καμιά δεν τόλμησε ποτές της να φτάσει
στο μαύρο και στο άσπρο
εκεί που μου αρέσει να κρύβομαι από τα φτηνά κοιτάγματα,
για να με κρατάς στο τώρα σου
να μου φανερώνεις το αύριο.
Μαζί σου!
Σε θέλω
μέσα μου να υπάρχεις,
από το παραθύρι μου να σε κοιτώ κρυφά να έρχεσαι
μα να πονώ στο κάθε γεια σου στο κλείσιμο της πόρτας.
καληνύχτα να μου λες
και να σε ρωτώ με άγχος
θα σε δω αύριο!
Σε θέλω
τριγύρω μου να υπάρχεις,
να καταστρέφεις τις σκέψεις μου με την εικόνα σου
τον χρόνο να μου κρύβεις που με αγχώνει
με τον τρόπο που εσύ μόνο μπορείς,
και να σε έχω να χάνονται τα πάντα.
Γαλήνη είσαι!
Σε θέλω
τριγύρω μου να υπάρχεις,
να αισθάνομαι την πνοή και…

View original post 112 more words

Δημήτρης Τρωαδίτης, Συσπάσεις στο πρόσωπο

Photo: Eva Besnyo

συσπάσεις στο πρόσωπο

εξαντλούνται στη στιγμή

τα χαμόγελα κρύα

κι οι εφιάλτες καραδοκούν

αν νομίζουμε ότι ζούμε

πλανιόμαστε πλάνην οικτράν

Maria Grazia Calandrone, Στο στόμα όλων

Salvador Dali, Premonition (1936)

Μικρή άρια των παιδιών

Ο αέρας, ο πρώτος

που ανάσανες, ήταν μαρτιάτικος πρωινός αέρας. 

Ο ήλιος

έκαιγε ήσυχος στο κύμα του

από το μεγάλο παράθυρο γιατί μεγάλη

ήταν η καρδιά

και αδιάφορη

όπως ο ήλιος που ακουμπά το φως του πάνω στα νερά του ποταμού

και ταξιδεύει λαγαρός

μέχρι τη θάλασσα

που τον χώρο της διασχίζουν απ’ άκρη σ’ άκρη

σφυρίγματα γλάρων και τίποτα πια

δεν μπορεί να σε βλάψει. Είναι όμορφο να προστατεύεις

τον καινούργιο αέρα στο πρόσωπο εκείνου που γεννιέται,

με χέρια ανθρώπινα να διατηρείς

ιερό το ιερό, να κάνεις τον αέρα πιο καθαρό εκεί όπου αγγίζει

η καρδιά, γιατί η καρδιά είναι απλή κι ανάλαφρη

σαν χαρταετός

και άλλα πράγματα που πάνε από τη γη στον ουρανό.

Όμορφο είναι να λες θα κάνω ό,τι μπορώ

κι ακόμα περισσότερα, από οποιαδήποτε άλλη πάνω στη γη:

πάρε, ζωή

από τη ζωή μου

την αθώα σου ελευθερία.

13/10/2018

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Αργύρης Χιόνης, Γέρασες, φίλε

Γέρασες, φίλε, και βουβάθηκαν τα μάτια σου, 

δεν τραγουδάνε πια, όπως πρώτα, 

δεν μιλούν, δεν ψιθυρίζουν καν. 

Δυο σκοτεινά παράθυρα τα μάτια σου, 

χτισμένα, και πια δεν φτάνει ως εμένα η μέσα μουσική σου. 

Υπάρχει, αλήθεια, ακόμα αυτή η μέσα μουσική 

ή μήπως είσαι ως εκεί χτισμένος, ως τα μύχια της ψυχής σου, 

πλήρης σιωπής και συμπαγής σαν πέτρινο άγαλμα;’

Μαρία Θεοφιλάκου, Σπίτι για τον χειμώνα


Eva Besnyö, “Self-portrait”, Amsterdam, 1952.

Η πόλη δε δίνει μια δεκάρα αν ίσως

δεν την περπατούν.

Κι εγώ νομάς σε ένα χαμόγελο

που ήταν και δεν είναι

και θα είναι, όπως

ο κόσμος συνεχίζει απαράλλαχτος

μ’ ελπίδες και με άρνηση

τον χαβά του,

λέω σε τούτο τον χειμώνα, δε βαρέθηκες

εσύ μεγάλος εκδορέας να βολεύεσαι

σ’ έρημους δρόμους,

ανέστιος και ρέστος;

Του λέω, το έξω φέτος ξέχνα το.

Μέσα μου θα σου στρώσω

να επιβλέπεις

τη μεγαλύτερη σφαγή.

Έτσι κι αλλιώς,

δεν είναι η άνοιξη που μ’ ενδιαφέρει.

Ένα κλαδί στο δέντρο χωρίς όνομα,

όχι πολύ μακριά από δω,

στολίζεται τη γύμνια

και ομορφαίνει.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2020/12/blog-post_20.html?fbclid=IwAR3JJ0-3R2DqBLTJiE1n1v9hlr3jdUVzktjYrtqhtOIi7G8losriTrD7arU

Γιώργος Δάγλας, Πέντε ποιήματα

Η ΔΙΚΗ

Πότε θα τελειώσει αυτή η δίκη;

Ο εισαγγελέας κατουράει

στο παλιό λιμάνι

και οι ένορκοι

μπεκρουλιάζουν

στο καρνάγιο, απέναντι

στα σκουριασμένα πλοία.

Η συνήγορος

παίζει αμέριμνη με τα σκυλιά της.

Στην άδεια αίθουσα

του δικαστηρίου

ο κατηγορούμενος συνεχίζει

αμετανόητος την απολογία του.

Στη διπλανή πλατεία

ένα ζευγάρι χωρίζει για πάντα.

Πότε θα τελειώσει αυτή η δίκη;

***

Ο ΤΡΕΛΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

Κατά καιρούς

-καιρούς, που μόνο το κύμα

ακούγονταν να χτυπάει με μανία τα βράχια-

περνούσε από την ερημιά μας

ο τρελός ταχυδρόμος.

Ανέμιζε ψηλά ένα κίτρινο φάκελο

και ούρλιαζε στον άνεμο

στον βόρειο άνεμο ούρλιαζε,

ονόματα, χρονολογίες,

άδειες εισόδου σε ψυχιατρεία, φυλακές

στρατόπεδα, πρακτικά ανακρίσεων,

δηλώσεις μετανοίας, πιστοποιητικά φρονημάτων.

Έσκυβε το κεφάλι,

έβαζε ξανά το φάκελο στη τσάντα του

κι έφευγε ήρεμος.

Τότε άναβε  ξαφνικά ο ξεχασμένος φάρος,

χιλιάδες πλοία γέμιζαν το  πέλαγος

μ’  όλα τα φώτα τους αναμμένα

και τα κύματα χάιδευαν στοργικά τα βράχια.

***

Η ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Αυτή πλάνη του αιώνιου έφηβου

και η πεισματική μου άρνηση

να συνεργαστώ με τον χρόνο και τις “αρχές”

με κατάντησαν

να γυρνώ, ρέμπελος και άπατρις,

τακτοποιώντας τσαλακωμένα χαρτιά

με ακατανόητα λόγια,

κατηφορίζοντας τους ίδιους δρόμους

συναντώντας τα ίδια άγνωστα βλέμματα

τις ίδιες θλιμμένες προθήκες

την ίδια παρέα που γλεντάει από τότε

την ίδια διαδήλωση που δεν τέλειωσε ποτέ

τα ίδια  χαμόγελα χαρούμενων  κοριτσιών.

Μα το απόγευμα αυτό

ήρθε από κάπου αλλού.

Το είδα από μακρυά και το γνώρισα

σαν μια άγνωστη που σου έμοιαζε

και την ακολούθησα

σε μια μάταιη ελπίδα.

Κάποτε πίστευα

πως θα έγραφα ένα ποίημα

καλύτερο από την “Λευκοθέα”

κι αυτή θα γυρνούσε ξαφνικά

θα μου έβαζε μια ηλιόπετρα στο χέρι

και θα μου έλεγε:

“Πάλι άργησες”, “πάλι σε συγχωρώ”,

“Πάμε”.

`

***

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Όσοι έφυγαν

αφήνοντας πίσω τους

μια πόρτα ανοιχτή

να την χτυπάει ο άνεμος,

όσοι περπάτησαν μόνοι

στις γραμμές του τρένου

με μια βαλίτσα αφημένη στην αποβάθρα

περιμένοντας την αναμέτρηση.

Όσοι στοίχειωσαν τη ζωή μας

χωρίς τελειωμό και λύτρωση,

πάντα σαν σκληρή υπενθύμιση επιστρέφουν.

Επιστρέφουν χωρίς μάτια

με ένα μαύρο πουλί στον ώμο τους

επιστρέφουν

μιαν ανύποπτη κι’ απελπισμένη στιγμή

να κλείσουν αθόρυβα

τη ξεχασμένη πόρτα, πίσω τους.

`

***

ΜΝΗΜΗ

Ήθελα να μιλήσω

για την τελευταία μνήμη,

μα έβρεχε συνέχεια

και οι φίλοι έπιναν μέρες τώρα

κλεισμένοι σ’ ένα παλιό σπίτι.

Κάθε τόσο

κάποιος άγνωστος

χτυπούσε το τζάμι,

ρωτούσε για κάτι ξεχασμένες προκηρύξεις,

για ένα δρόμο που δεν υπήρχε πια

κι έφευγε χωρίς να περιμένει απάντηση.

Για την ξεθωριασμένη μνήμη

των παλιών συντρόφων

ήθελα να μιλήσω

αλλά έβρεχε πολύ

κι αυτός ο άγνωστος

που δεν είχε ξεχάσει τίποτα

συνέχιζε να χτυπάει το θολό τζάμι μας

και να ζητάει εξηγήσεις,

να ρωτάει για τον δρόμο

με το παλιό παράνομο σπίτι

που δεν υπήρχε πια,

το σπίτι που μαζί σχεδιάζαμε

την επανάσταση που δεν κάναμε ποτέ.

*Από τη συλλογή «ταριχευτές πουλιών», εκδ. κύμα, 2020.

Δημήτρης Βούλγαρης, Το μοίρασμα

Πήγε τρεις.

Ξανά.

Έχει την τάση ο χρόνος

Να με κλειδώνει σ’ αυτά τα πλαίσια.

Να με τοποθετεί με συνέπεια κι ακρίβεια

Πάνω στο πάλκο της αδυναμίας μου.

Ανήμπορο να αντιδράσω

Και να ξεκαβαλήσω τον βρόχο

Που αργά μου κεντάει τον νου.

Θα ανοίξω μια μπύρα

Όχι για να γράψω

-δεν συζητάμε το θέμα της απόλαυσης-

Μα μήπως και μπορέσω πια να κοιμηθώ.

Ευτυχώς δουλεύει το ψυγείο

Και παύει

Έστω για λίγο

Τούτη τη διαολεμένη σιωπή.

Λίγα πράγματα δουλεύουν τέτοιαν ώρα.

Κι όταν λέω δουλεύουν

Εννοώ κανονικά.

Να λειτουργούν.

Όχι σαν τα βαριεστημένα λεωφορεία των ξενύχτηδων

Που ως φαίνεται

Δεν φέρνουν βόλτα από τη γειτονιά μου.

Μέχρι και τα κωλόμπαρα ζορίζονται.

Έχασε ο κόσμος την τσέπη του, λέει.

Σίγουρα δεν βρήκε την αξιοπρέπεια

Μήτε εξάλειψε τη μοναξιά του.

Κι αυτοκτόνησε για να σωθεί.

Και δεν σώθηκε

Γιατί αυτή η επιλογή δεν υπάρχει.

Και οι πεθαμένοι που είναι όρθιοι

Φυτρώνουν καταθλίψεις και όνειρα.

Σκοτεινά σύνδρομα

Που τους βαστούν το χέρι στο κρεβάτι.

Μα πάλι ο φόβος κρύβει φως

Πίσω από της κουρτίνας την παράταση.

Μα είναι η κατάληξη γραμμένη στο προσκέφαλο

Κι είναι το σώμα πιο βαρύ

Όταν στου δρόμου το άνοιγμα ξεχνιέται

Μιας και το χώμα όλο θεριεύει

Και δεν αφήνει περιθώρια εκταφής.

Είναι η συνήθεια και η δύναμη της

Που σχεδιάζει πεπρωμένα και τα κρύβει

Κι έπειτα αφήνει τους τυφλούς

Για να διαλέξουν χούφτα.

Μοιάζει σαν να ‘ταν από πάντα μία

Μα ποιος το ξέρει;

Κι έπειτα έρχεται η νύχτα.

Και το ψυγείο.

Και το μπουκάλι.

Και τα κωλόμπαρα.

Και τα λεωφορεία.

Και το τασάκι στο κομοδίνο.

Κι ένας κύκλος γεμάτος απίθανες σκέψεις.

Ενώ το μόνο που χρειάζεται

Είναι κάποιος

Να μοιραστεί στα δύο η αϋπνία.

*Από τη συλλογή με τίτλο «Οι ένοικοι των ημερών». Το κείμενο ντύνει αυτοσχεδιάζοντας παράλληλα ο Φίλων Γερόπουλος.