Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να ’ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου.
Απόψε ο ήλιος δεν θα βγει, καθηλώθηκε στις μαύρες παρυφές σου, των χαραμάδων σου το αμυδρό επιστατεί, στην ιδιαιτερότητά σου να εντρυφήσει, στων ματιών σου τον φόβο τον πλαστό, στων χειλιών σου την αχάριστη ανεξικακία, στης κίνησής σου τον ενδοιασμό, στην σεμνότητά σου υποβόσκει η λαγνεία. Απόψε η μέρα έχει κρυφτεί, βράδυ ατέλειωτο, σκοτάδι! Πάνω σου ο ήλιος ασελγεί, άγαρμπος δίχως χάδι.
Η επαφή του αναγνώστη με τους στίχους του Δημήτρη Δημητριάδη είναι από τις πλέον αυτονόητες που έχω συναντήσει τελευταία, και ο κύριος λόγος που γράφω γι’ αυτή τη συλλογή. Το ζητούμενο για τον ποιητή είναι να επικοινωνήσει ευθέως και άμεσα, γράφει με τον ίδιο τρόπο που θα κοιτούσε τον άλλον στα μάτια: χωρίς κενά και πιθανότατα χωρίς παρερμηνείες.
Προσωπική ποίηση στο σύνολό της, στο Απ’ το χιόνι ως το βαθύ κόκκινο το Εγώ είναι ο ποιητής που στέκεται απέναντι στον αναγνώστη ξεδιπλώνοντας φόβους, αγωνίες και απογοητεύσεις. Εκθέτοντας τετελεσμένα. Η ματιά του επανέρχεται σε παρελθούσες εποχές και σκέψεις σε μια προσπάθεια να ξορκιστεί ο χρόνος και ίσως και το αποτέλεσμά του, να ξορκιστούν οι φθορές, οι απουσίες. Η πορεία είναι αναμφισβήτητα προς τα πίσω, στην ανάμνηση και στα ατελέσφορα, στα όνειρα και σε ό,τι τελικά ξημέρωσε αντί αυτών, αλλά δεν υπάρχει πίκρα, μόνο αποδοχή. Και η απουσία της αισιοδοξίας έστω και σε ψίθυρο είναι αυτό που θα φώτιζε τα πάντα αλλιώς, που ενδεχομένως θα εξασφάλιζε μια συνέχεια. Το μοναδικό άνοιγμα στο μέλλον γίνεται στο τελευταίο ποίημα, και το μόνο που επιτυγχάνεται είναι να τονιστεί η απουσία φωτός που διέπει ό,τι προηγήθηκε.
Ξεκάθαρες εικόνες και ψύχραιμη ματιά στα πράγματα, αυτά είναι τα στοιχεία που οριοθετούν το περίγραμμα των ποιημάτων, δεν υπάρχουν υπεκφυγές και το κυριότερο δεν υπάρχουν προσποιήσεις: όλα είναι εδώ, ανοιχτά χαρτιά μπροστά στον αναγνώστη. Εικόνες που αρκετές φορές απεικονίζουν μια βιαιότητα σχεδόν ωμή, σκιτσαρισμένη με αδρές γραμμές και ικανή να δημιουργήσει μια αίσθηση ηλεκτροσόκ, και που εξαφανίζεται ακριβώς όπως ήρθε: σαν στιγμιαία λάμψη χωρίς να αφήσει ίχνη. Έλεγα πιο πάνω ότι τα γραφόμενα στο Απ’ το χιόνι ως το βαθύ κόκκινο περιγράφουν το παρελθόν, ενίοτε και το παρόν, αλλά δεν δείχνουν κανένα μέλλον, καμία εικόνα που να έπεται όσων έχουν συμβεί και που θα μπορούσε να θεμελιώσει μια συνέχεια. Δεν θα μπω σε κλασικά κλισέ περί απαισιόδοξης ή αισιόδοξης ποίησης γιατί στο τέλος της μέρας μου φαίνονται στείρα και σαφώς υποκειμενικά, θα ήθελα όμως να υπογραμμίσω το γεγονός ότι το μόνο οικείο μέρος για τον Δημητριάδη είναι το παρελθόν: παρόλα τα δύσκολα τοποθετεί εκεί, είναι χώρος γνώριμος και άρα ασφαλής. Εκεί είναι που βλέπει κανείς σε όλη της την έκταση την κάθετη ρήξη ανάμεσα στην μέσα και την έξω πραγματικότητα που αποτελεί έναν από τους πυλώνες της συλλογής. Στην πραγματικότητα ο ποιητής αναγνωρίζει στον εαυτό του μια παρουσία μετέωρη ανάμεσα σε μια ταυτότητα που πλέον του φαίνεται μακρινή και σε μια άλλη που πήρε την θέση της προηγούμενης αλλά που την αισθάνεται σαν ξένο ρούχο. Η ιδιαιτερότητα των στίχων του πηγάζει από την απόσταση ανάμεσα στο πριν και το τώρα, από τα κενά και όλα όσα τελικά έμειναν μετέωρα σε πλέον μη αναστρέψιμες συνθήκες. Δεν υπάρχει φως είναι γεγονός, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο ποιητής αλλά και ο αναγνώστης δεν μπορούν να βρουν τον δρόμο τους μέσα στις σκιές, το αντίθετο μάλιστα.
Παραθέτω δύο ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:
ΒΛΕΠΩ ΞΑΝΑ
Μέσα σ’ αυτό το σκοτεινό σακάτεμα
σ’ αυτό το μακελειό
βλέπω ξανά
τα μακρινά τραγούδια
να πέφτουν άηχα
σαν σιγανή βροχή
γλείφοντας τα πρόσωπα των επιζώντων. [2]
ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ
Οι λέξεις
ακούν καθαρά τον μονόλογο της φωτιάς
το τραγούδι που αφέθηκε στο χρόνο
και δεν ακούγεται πουθενά
τη σιωπή που υπάρχει μέσα σου
και κανείς θόρυβος
δεν μπορεί να την καλύψει. [3]
Κρις Λιβανίου
[1] in. «Γιατί μόνο ο θάνατος δεν έχει λέξεις», στ. 1-4, σελ. 13.
Καπνίζω στο διάλειμμά μου στην ταράτσα-Στο Ξενοδοχείο “Αγκαλιάς-Πραγματικό Θαύμα”-Στη Μητρόπολη Των Θαυμάτων Και Της Απελπισίας-Που βρομάει βενζίνη και διοξείδιο του άνθρακα-Είμαι υπεύθυνος για τον κεντρικό υπολογιστή-Που συντονίζει τον Κύκλο των Εποχών στα δωμάτια-Με φύλλα να θροΐζουν σε τεχνητά φθινόπωρα-Βροχές να πέφτουν σε αγριόχορτα και χώματα-Και τεχνητά καλοκαίρια με θάλασσας αφρό να ακούγεται σε βότσαλα-Μεγαλύτερη αδυναμία μου όμως-Το Δωμάτιο της Σιωπής-Όπου πολλοί επιθυμούν να αγκαλιάζονται στη σιωπή με τα διαθέσιμα ανδρόγυνα-Χαζεύω ένα Ανδρόγυνο Αγκαλιάς-Καπνίζει κι αυτό σιωπηλό στην ταράτσα-Αναρωτιέμαι με πόσους ανθρώπους αγκαλιάστηκε και κοιμήθηκε σαν παιδάκι-Πόσοι το τρόμαξαν όταν ξύπνησαν και δικαιολογημένα ήταν ερωτευμένοι μαζί του αφόρητα-Αφού της Κοινωνικής Αποστασιοποίησης ξεπέρασαν τα όρια-Απέξω ο τοίχος γράφει με βιαστικά γράμματα “Ζητείται λίγη τρυφερότητα”-Λίγο πριν χαράξει-Στη Μητρόπολη Των Θαυμάτων Και Της Απελπισίας-Που βρομάει βενζίνη και διοξείδιο του άνθρακα-Καπνίζω στο διάλειμμά μου στην ταράτσα-Στο Ξενοδοχείο “Αγκαλιάς-Πραγματικό Θαύμα”
***
Το διαφορετικό παιδί
Το διαφορετικό παιδί-Μετανάστης απ’ τη χώρα του Φιοντόρ-Πριν δολοφονηθεί στις σκάλες μιας πλατείας-Απ’ την παρέα των παιδιών-Που τον φωνάζουν διαφορετικό-Επειδή δεν σκοτώνει στα ηλεκτρονικά και στο κινητό-Επειδή δεν κλοτσάει μαζί τους την μπάλα στα στενό-Αλλά με κορίτσια ζωγραφίζει κόκκινες βάρκες σε θάλασσας αφρό-Εξομολογείται στον δάσκαλό του της μουσικής-Πως τον περισσότερο πάγο και χιόνι της μητρικής του της πατρίς-Στις αρθρώσεις και στην καρδιά-Το λιώνουν οι αχτίδες του ήλιου της νέας του πατρίς-Που θέλουν έντεκα λεπτά να φτάσουν στη γη-Βεβαίως του απέμεινε χιόνι στην ψυχή-Χιόνι πατημένο-Από μορφές και ίσκιους-Που πρωταντίκρισε μωράκι και παιδί-Αλλά ο ήλιος-Ο εκτυφλωτικός της νέας του πατρίς-Του ζέστανε για μια ζωή-Τον Φιοντόρ να λέει του Πούσκιν ποιήματα-Με του πατέρα του φωνή-Τη βότκα-Στο τραπέζι-Τη γεμάτη αινίγματα-Και πρόσωπα σαν βουνοκορφές-Μες σε ομίχλη πυκνή-Το διαφορετικό παιδί που μετανάστης απ’ τη χώρα του Φιοντόρ-Πριν δολοφονηθεί στις σκάλες μιας πλατείας-Απ’ την παρέα των παιδιών-Που τον φωνάζουν διαφορετικό-Επειδή δεν σκοτώνει στα ηλεκτρονικά και στο κινητό-Επειδή δεν κλοτσάει μαζί τους την μπάλα στα στενό-Αλλά με κορίτσια ζωγραφίζει κόκκινες βάρκες σε θάλασσας αφρό
***
Πρόσφυγας φωνή
Μόνον το ξύσιμο των τροχών-Στου συρμού τη σιωπή-Βασανισμένη μορφή-Φωτογραφία κρατά-Σε ένα σταθμό-Μ’ εκείνη κι άρρωστο παιδί-A capella τραγουδά με τόνο σιγανό-Οι επιβάτες-Ακόμη κι οι πιτσιρικάδες-Σηκώνουν το βλέμμα απ’ τις οθόνες των κινητών-Ρωτούν σε τι γλώσσα τραγουδά-Ψιθυρίζουν “Ωραίο τραγούδι από μακριά”-Η φωνή της τους κάνει να μιλήσουν ξανά-Οι περισσότεροι της δίνουν στο κουτί-Όταν κατεβαίνει-Κάποιος λέει-“Πρόσφυγας φωνή”-Μόνον το ξύσιμο των τροχών-Στου συρμού τη σιωπή-
***
Χυμός ροδάκινου δεύτερο κουτί
Έναν Ιούνιο-Στο Γκρίζο Κτίριο-Που σχολείο λέγανε-Και πήγαινα παιδί-Σαν το πουλί π’ αφήνει άλλα πουλιά απ’ τη σκεπή-Μαθητής σπάζει τη γραμμή-Αρπάζει χυμό ροδάκινου δεύτερο κουτί ενώ έπρεπε να πάρει έναν σύμφωνα με τη δωρεά την κρατική-Τότε ο Καθηγητής με τα Χέρια τα Μακριά-Μπροστά σε όλους τον χτυπά-Απ’ τους χυμούς τρέχουν στα πόδια του ζουμιά–Μα τρεις μαθήτριες-Άλλα πουλιά απ’ τη σκεπή-Με οργή ορμάνε στη σκηνή-Διασώζουν τον συμμαθητή-Που τρέχει μες στον ήλιο να κρυφτεί-Ο Καθηγητής με τα Χέρια τα Μακριά τις σέρνει και τις τρεις στον διευθυντή-Με την κατηγορία πως παρεκωλύθη βιαίως και υβρισθείς στο έργο του το ανήκουστο-Κι η τιμωρία τους από το άκαμπτο συμβούλιο-Σχολικού περιβάλλοντος αλλαγή και χειρίστη διαγωγή-Προσπερνώντας ότι έφαγε ξύλο μαθητής για χυμό ροδάκινου δεύτερο κουτί-Που άρπαξε–Σπάζοντας τη γραμμή-Σαν το πουλί που αφήνει άλλα πουλιά απ’ τη σκεπή-Στο Γκρίζο Κτίριο-Που σχολείο λέγανε-Και πήγαινα παιδί-Έναν Ιούνιο-