Παύλος Ανδρέου, Ρεσάλτο

Ακούστηκαν οι πόρτες
της βιβλιοθήκης να κλειδώνουν.
Οι βιβλιοθηκονόμοι
εξάρθρωσαν τους ώμους
αρνούμενοι να παραδώσουν κωδικούς
απ’ την παγκόσμια ποιητική παραγωγή.
Τρία ρομπότ μεταλλικά
στο κάδρο της εφόδου.

Το πρώτο με το στόμα μεγαφώνου
ούρλιαζε σαν στοιχειό υστερικά:
«Μη χάνετε ούτε στιγμή
τα κίτρινα απ’ τον καιρό ποιήματα
με τα βαθιά νοήματα
αμέσως στη σακούλα
να νιώσει το μεγάλο αφεντικό
πως είναι από δω και μπρος το μέλλον».

Το δεύτερο κατάπινε ασύστολα
σελίδες δημιουργικής γραφής
απ’ τα σπασμένα ράφια
ξερνώντας θεωρίες ακατάληπτες
και άγνωστες κουφές φιλοσοφίες.

Το τρίτο έφτιαχνε τη λίστα εκτελέσεων
με τα ονόματα των ποιητών
που ορκίζονταν στη μοναξιά
πως έγραφαν μονάχοι.

Συρτάρια άδειαζαν καθώς
καρδιές χτυπούσαν δυνατά
μέσα σε τόμους και τετράδια δακρυσμένα.
O αρχηγός απ’ τον ασύρματο διέταξε:
«Αν κάποιοι αναγνώστες δυσπιστούν
ριπές υγρών μεταλλικών στα μούτρα».

Ήταν εκείνη η στιγμή
που ένας προφήτης ποιητής
σωριάστηκε κατάχαμα
σφίγγοντας ένα χαϊκού ημιτελές-
κανείς δεν έμαθε αν έμεινε στον τόπο.
Τότε κατάλαβα.
Δεν έκλεβαν βιβλία.
Ταρίχευαν ποιήματα σε μνήμες μηχανών
για ν’ αναστηθούν αργότερα
με τις υπογραφές τους.

(Σάμπως και δεν το ξέραμε
πως κάποιοι ποιητές
γράφουν με χέρια τεχνητά
εδώ και τόσα χρόνια…)

Μαρία Πανούτσου, Δεκαπέντε του Αυγούστου δεν είναι γιορτή

No one
bears witness for the
witness. 

Paul Celan 

Δεκαπέντε του Αυγούστου, δεν ήμουν εκεί.
Σκαλίζω χαρτιά και ρωτάω γιατί.
Δεν ξέρω, τους λέω, με κοιτάτε λοξά, τρυφερά.
Χαρτιά, εργαλεία, τι λένε, κοιτάτε.
Εκεί στο χωριό ξαπλωμένοι κοιμούνται.
Έναν ύπνο δικαίου, από χέρι, σε χέρι.

Θα σφαχτούνε μια μέρα γιορτής
Μαρία, Μαράκι, Μητέρα και κόρη.
Πικρό το τριφύλλι μιλάει και λέει:
Μαρία, Μαράκι δεκαπέντε του Αυγούστου.
Μη με ρωτάτε δεν ξέρω, δεν είδα
Μόνο κοιτάτε, τι βρήκα.. τι προίκα

Άσπρη φανέλα φθαρμένη φοράει.
Μαρία, Μαράκι κοίτα πως μπήκαν,
ταινία του Αυγούστου
Kαι πάλι εδώ, μη με ρωτάτε, δεν ξέρω, δεν είδα
Mόνο κοιτάτε τι έχω, φθαρμένο και λιώμα,
αυτό το πανί.

Γιοφύρι το λένε της Άρτας,
όμως δεν είναι
Κομμένο το λένε, δεν ξέρω, δεν είδα.
Κρατάω γερά ένα άσπρο πανάκι.
Κοιτάτε τι έχω, στις χούφτες τους λέω.
Και κλαίω, Μαρία, Μαράκι, γι αυτό.

Μια νύχτα δεν ήταν, μια μέρα δεν ήταν,
Μόνο η αυγή και χρώματα γκρι.
Κοιμάται τους λέω, δεν είναι σωστό.
Και εκείνοι με τέχνη, το αίμα καυτό.

Κοιμάται του λέω δεν πρέπει,
το σώμα γυμνό
Και εκείνοι, παράσημα σπέρνουν.
Και βήμα σωστό, δεν ξέρω δεν είδα.
Mη με ρωτάτε κοιτάτε, κοιτάτε.
Μαρία, Μαράκι, δεν είναι γιορτή.
Mια λύπη, μια θλίψη, τι νύχτα και αυτή.

Μπηγμένο μαχαίρι, ορθό και λοξό.
Ανθρώπινο χέρι αφημένο, νωπό.
Άνθρωποι είμαστε; ρωτάω, ρωτώ.
Βγαλμένο το σώμα μικρό τρυφερό.
Γεμάτο ιστορίες από κόσμο παλιό.
Μη με ρωτάτε, δεν ξέρω, δεν είδα.
Μόνο της Άρτας το γεφύρι θρηνώ.

Τους είπανε πάμε, γιορτή ξημερώνει.
Και αυτοί, γιορτή με μύθους και ύμνους.
Άνδρες, γυναίκες, για μύθους τους πήραν.
Και ψάξαν για μύθους σε κοιλιές και σε στέρνα.
Σε σπλάχνα μητέρας, ξεκαρφώνουν τα βρέφη.
Θ και Φ, Θάνατος, Φόβος τα βλέφαρα κλείνουν.

Αυτοί με κόκκινα μάτια κλειστά.
Υπνοβάτες μια γης που μεθά.
Με γροθιές και αρμαθιές.
Δεν ξέρω δεν είδα, θα το πω και το λέω.
Σουρώνω μ’ οργή κι’ απορία και λέω.
Δεν ξέρω, δεν είδα, του τόπου μου θρήνο.

Τουφεκάνε κολλημένο στο τοίχο,
έναν άνδρα γερό.
Όχι ένας προς έναν, αλλά δέκα κορμιά
και φυσίγγια για έναν.
Δεν μιλιέται κανείς, μόνο γέρνει
και ψέλνει καημό.
Τις γραφές συναντά και τα λόγια
της γης.
Και τα μαύρα τα ρούχα,
στο πετσί φορεμένα.
Με τις ίνες γεμάτες,
από μνήμες και αίμα.

Κομμένο με λένε – και αμέσως με ζώνει ένα χέρι
Βγαλμένο από σώμα ιερό, πατέρα με γιο.
Μου λένε κοφτά κι δυό, μη φύγεις, μην στρέψεις.
Και εγώ και είδα και ξέρω και βλέπω και αγγίζω.
Και θάβω ακόμη τις μνήμες , Μαρία, Μαράκι.
Σε τούτη την γη, δεν ήρθαμε μόνο
για μία γιορτή.

Στο Κομμένο, βροχή ξεκινά δροσερή.
Ξεκινά κι’ αποσταίνει μ ένα σάλτο λειψό.
Και πάλι νερό, το ίδιο το βράδυ.,
Ξεπλένει το αίμα απ’ της γης το χορτάρι.
Να φύγει κάθε ίχνος σφαγής,
πριν ανοίξει ο κρουνός της οργής.

Κάθε Αύγουστο τώρα τι λένε.
Χρόνια πολλά και καλά με υγεία.
Μαρία, Μαράκι, μητέρα και κόρη.
Στην φούστα τα χέρια, στις πτυχές και στις σούρες.
Θάχω ελπίδα, μαχαίρι με τσάπα και το φως που προσμένει.
Με πνοές, και με αύρες, μιας ζωής καθαρής.

Αθήνα 2016-2017

Aνέκδοτο ποίημα της συλλογής ‘ Πέρα από τον μύθο’ Δοκιμές για μία τελετή θανάτου Προσέγγιση σε ιστορικά γεγονότα του εικοστού αιώνα στην Ελλάδα. Κομμένο, ένα μικρό χωριό στην άκρη του Αμβρακικού, στις εκβολές του ποταμού Αράχθου, Ένα χωριό, ισοπεδωμένο, 20 οικογένειες ξεκληρίστηκαν, 317 νεκροί κάθε φύλου και ηλικίας -ανάμεσά τους 97 νήπια και παιδιά ηλικίας έως 15 ετών και 119 γυναίκες- κι ένας αιματοβαμμένος γάμος, με τη νύφη, τον γαμπρό και όλους τους καλεσμένους (περίπου 30 άτομα) να τυλίγονται στις στάχτες μίσους, άλλοι 20 πνίγηκαν στον ποταμό Άραχθο, προσπαθώντας να ξεφύγουν.

Μάρκος Μέσκος, Χειμώνας

Έτσι όπως γίνεται κάθε χρονιά:
Πρώτα οι βροχές,
οι μοναχικοί λωτοί στα ολόγυμνα δέντρα,
οι κάργες που μαλώνουν το πρωί πάνω στα πλατάνια
κι η ομίχλη που βοηθάει το κυνήγι της αλεπούς,
ενώ οι βροχές συνεχίζονται
ατέλειωτα βουβές
καθώς λυγμοί ενός μικρού παιδιού που κλαίει
κάποια γενναία του πράξη ή κάποια μετάνοια…
Έτσι όπως γίνεται κάθε χρονιά:
Πρώτα οι βροχές κι ύστερα το χιόνι
-χινόπωρο λες και κατεβαίνει ένα κοπάδι πρόβατα μια γυμνή πλαγιά
οι κότσυφες και τα σπουργίτια που ζητιανεύουνε σφυρίζοντας
ένα σπυρί στην πατημασιά του ανθρώπου,
ο μουτρωμένος ουρανός κι η παγωνιά
που ημερεύει απ΄ τη φωτιά κι από το παραμύθι,
το παραμύθι της στιγμής που πέρασε…

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Καινούργια Εποχή”, χειμώνας 1956 με το ψευδώνυμο Κούλης Αυγερινός. Το πήραμε από το βιβλίο του Γιώργου Χ. Θεοχάρη “Όσα ο αφρός φλοισβίζει – ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ”, Εκδόσεις Ρώμη, 2020.

Σταύρος Βαβούρης (1925-2008), Η φρίκη του άρρητου

Η φρίκη εξ άλλου του άρρητου
δεν είναι μόνο το άρρητο.
Είναι και τα ρητά που τίποτε δε λένε.
Και τα ρητά, όσο πρέπει να σου πουν
και δε σου λένε
-πρέπει να μαντεύει άνω-κάτω- δηλαδή
κι έπειτα: δε μάντεψες σωστά.
Άλλα θέλανε να πούνε,
-έστω κι αν στα ‘πάνε κομμένα
νέτα σκέτα.
Αυτά που λένε και ξελένε
κι είν’ άρρητα μονάχα ρήματα
ας υποτίθεται πως είναι ρήγματα.

*Από τη συλλογή “Εξ άλλου, μη ρωτάς”, Εκδόσεις Ρόπτρον, 1988.

Tayeb Qader, Πύραυλοι

Πυραύλους στις πόλεις μη σκορπίζετε
Εν τω μεταξύ εγώ φθίνω
Δεν θέλω να πεθάνω,  
Θέλω να γράψω μια πλήρη επιστολή  
Και να την στείλω στην αγαπημένη μου  
Δεν έχω αγαπημένη, αν όμως είχα,  
Δεν θα με άφηνε να γίνω στρατιώτης  
Θα ήθελε να γίνω καταστηματάρχης και κάθε βράδυ  
Με πακέτα γεμάτα αγάπη να επιστρέφω.

Στον πόλεμο δεν ξέρουν τι είναι παιδί  
Στον πόλεμο δεν ξέρουν τι είναι γυναίκα  
Μόνο ξέρουν να σκοτώνουν άνθρωπο  
Ο άνθρωπος δεν πρέπει να σκοτώνεται, έχει καρδιά.

Αυτός θέλει να μεγαλώσει και να πάει στο πανεπιστήμιο  
Και να γίνει γιατρός και μια έγκυος γυναίκα να έρθει κοντά του  
Και να τη σώσει και το παιδί της να το πάρει στην αγκαλιά  
Για να μάθει τι είναι ψυχή.

Αυτός θέλει να μεγαλώσει και να πάει στο πανεπιστήμιο και  
Να γίνει μηχανικός και ένα νέο σχέδιο να φέρει και  
Ένα κτίριο να χτίσει, για να νιώσει ότι ζει.

Αυτός θέλει να γίνει ποιητής και  
Ποίηση για την πείνα ενός παιδιού να γράψει και  
Στο ποίημα, τις λέξεις να τις κάνει ψωμί,  
Για να νιώσει ότι είναι άνθρωπος.

 Αυτή θέλει να γίνει μητέρα.

Αυτός θέλει να γίνει πατέρας.

Αυτός θέλει να γίνει φωτογράφος και  
Φωτογραφίες της ερήμου και της παλιάς πόρτας και του ποταμού… να τραβήξει και  
Να τις φέρει κοντά μας,  
Για να μην χάσουμε την ομορφιά από μπροστά στα μάτια μας.

Εμείς θέλουμε καλά τον χρόνο μας
Θέλουμε την εβδομάδα του μέλλοντος να πάμε περίπατο
Τον μήνα του μέλλοντος να ταξιδέψουμε για χαρά
Τον χρόνο του μέλλοντος να φυτέψουμε λουλούδια
Στο μέλλον να γίνουμε μια καρδιά.

Υπάρχει ένα κορίτσι που δεν πρέπει να πεθάνει
Υπάρχει ένα αγόρι που δεν πρέπει να πεθάνει
Υπάρχει ένα παιδί που δεν πρέπει να πεθάνει
Το αγόρι και το κορίτσι θέλουν να γνωρίσουν ο ένας τον άλλον και να πάνε σε ένα σπίτι και
το σώμα ο ένας του άλλου να γνωρίσουν ο ένας με τον άλλον και
στη συνέχεια το παιδί να το βάλουν στην αγκαλιά τους και
να το στείλουν στη ζωή.

Κρατήστε τους πυραύλους σας,
εγώ είμαι στη μέση
κάθε φορά που κινείστε, εγώ πεθαίνω
μην κινείστε
κινηθείτε,
μια ψυχή λιγοστεύει.

Εγώ είμαι Κούρδος, αγαπώ κάθε άνθρωπο,
ο άνθρωπος είναι φως
δεν πρέπει να σκοτωθεί
πρέπει να ανθίσει
αν ο άνθρωπος δεν ανθίσει, γιατί είναι καλή η γη;

Ο πόλεμος κατεδαφίζει τη γλώσσα
Ο πόλεμος κάνει τις λέξεις εχθρούς μεταξύ τους
Ο πόλεμος δουλεύει με αίμα
Εγώ δεν στέλνω τη γλώσσα μου στον πόλεμο
Δεν κάνω τις λέξεις μου εχθρούς κανενός
Το αίμα μου πρέπει να παραμείνει στη θέση του,
γράφω ποίηση με αυτό
Στα ποιήματά μου είναι όλα αδέρφια
Όλα είναι αδελφές
Δεν υπάρχει πόλεμος μέσα στην ποίησή μου
Υπάρχει αγάπη
Αν ξέρετε τι είναι η αγάπη, πού είναι η καρδιά σας;
Εγώ αγαπάω την ειρήνη, η ειρήνη είναι άνθρωπος
Εγώ δεν αγαπάω τον πόλεμο, ο πόλεμος είναι σκοτάδι.

Αλλά δεν επιστρέφω για να μάθει ο πόλεμος πού είναι το σπίτι μου
Το σπίτι μου είναι σε κάθε σπίτι εκτός από τον πόλεμο
Το σπίτι όλων είναι στο δικό μου σπίτι εκτός από τον πόλεμο
Τα σπίτια δεν πρέπει να πάει ο θάνατος σε αυτά
Τα σπίτια πρέπει να φέρουν τη ζωή
Αν θέλετε ζωή, βάλτε τον πόλεμο μέσα στη γραφή
Ο πόλεμος με σφαίρα είναι επικίνδυνος, σκοτώνει γυναίκες
Ο πόλεμος με πύραυλο είναι επικίνδυνος, σκοτώνει πόλεις
Κάντε τα drone κολάρα, δώστε τα στο χέρι ενός παιδιού να παίξει με αυτό
Το παιχνίδι σας δεν είναι όμορφο, έχει αίμα μέσα
Το παιχνίδι του παιδιού είναι όμορφο, γελάει.

Οι πύραυλοι δεν χωρούν στην καρδιά του παιδιού  
Η καρδιά του παιδιού είναι μικρή  
Οι πύραυλοι είναι μεγάλοι.

Οι πύραυλοι δεν είναι όμορφοι στην καρδιά της γυναίκας  
Η καρδιά της γυναίκας είναι τρυφερή  
Οι πύραυλοι είναι θυμωμένοι.

Οι πύραυλοι στην καρδιά του γέρου λανθάνουν  
Η καρδιά του γέρου είναι γεμάτη πείρα  
Ο πόλεμος δεν είναι αληθινός.

Οι πύραυλοι…

Καθένας στη θέση του, πού είναι η θέση σου;  
Κάθισε μέσα στη δική σου καρδιά, το σύμπαν δεν είναι στενό  
Αυτό που είναι στενό, είναι ο τόπος των δολοφονιών  
Αυτό που είναι στενό είναι ο τόπος των πληγών  
Οι πληγές μου είναι πολλές  
Πού είναι η πληγή σου, πως την λένε;  
Στέκομαι μέσα στον εαυτό μου κι ιδού λουλούδι, καλή πόλη σου  
Ιδού λέξη, καλό κεφάλι σου  
Ιδού χρώμα, όμορφο χρώμα σου  
Δεν θέλω να πεθάνω στην τύχη κάποιου άλλου  
Έχω τη δική μου τύχη  
Η τύχη μου είναι η γλώσσα μου και η γλώσσα μου δεν έμαθε να σκοτώνει  
Είμαι άνθρωπος
Ας ανασηκώσουμε τη γη και ας πούμε έναν κοινό ύμνο  
Ας είναι το όνομα του ύμνου άνθρωπος  
Άνθρωπος είναι κόσμος  
Ο κόσμος δεν πρέπει να είναι γεμάτος αίμα.




*Tayeb Qader είναι ένας σημαντικός Κούρδος ποιητής και λογοτέχνης που γεννήθηκε στο Ερμπίλ, την πρωτεύουσα του Κουρδιστάν. Έχει αφιερώσει τη ζωή του στην προώθηση της κουρδικής ποίησης και λογοτεχνίας, υπηρετώντας ως υπεύθυνος του ιστότοπου “Tem” που είναι αφιερωμένος στην κουρδική ποίηση.
Δημοσιευμένα Βιβλία
-Ένα Βιβλίο από τη Χλωρίδα της Ευημερίας Ποίηση (2006)
-Ένας Άνθρωπος Κοντά μας” – Ποίηση (2017)
-Ένα Χέρι Έξω από τον Εαυτό του είναι Μόνο Ποίηση (2020)
-Σκέψεις για την Ποίηση – Συζήτηση για την Ποίηση” (2021)
-Πρόσθεσε Λίγο Φως, οι Μακρινές Ευτυχίες είναι Ξένες” – Ποίηση (2023)



**Μετάφραση από τα κουρδικά στα ελληνικά: Omed Qarani

Ανέστης Ευαγγέλου, Δύο ποιήματα

ΜΕ ΜΙΚΡΑ ΒΗΜΑΤΑ

Με μικρά βήματα μέσα στη μνήμη περνάς,
μακρινή μουσική, ήχοι ενός άλλου κόσμου,
ως εσύ, αθόρυβη, ανοιχτή πάντοτε πληγή
γι’ αυτούς που εγκατέλειψαν τα σπίτια τους ή τα ’χασαν ανεξήγητα,
για όσους δεν έχουνε πού την κεφαλήν κλίναι,
καθώς όταν σου ρίχνουνε φαρμάκι στο ποτήρι
και δεν έχεις πια γεύση παρά μόνο για πίκρα,
καθώς ένα παιδί που του αρπάζουνε το παιχνίδι του
και το αφήνουν με άδεια χέρια σε μια έρημη σάλα–
με μικρά βήματα μέσα στη μνήμη περνάς
σταλάζεις ένα σύννεφο στην καρδιά, θολώνεις τη μέρα
τυλίγεις με ομίχλη τα πρόσωπα, παιδεύεις
τα τελευταία που μας έμειναν όνειρα.

*

ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ

Τοπίο υγρό, ακαθόριστο, μες στην ομίχλη,
αίσθηση φευγαλέα πραγμάτων λησμονημένων μες στο χρόνο∙
φωνές ανασυρμένες από σκοτεινά βάθη,
κομματιασμένες, μισοφαγωμένες,
ποντισμένες βαθιά σ’ αβέβαιη καταχνιά
κι εκείνοι οι ερειπωμένοι τοίχοι
με πλούσια, πυκνή βλάστηση, στους πρώην διαδρόμους.
Έτσι έρχονται κάποτε μέσα στον ύπνο
τα εξαίσια πράγματα της πρώτης αίγλης:
το σπίτι με τον καλό καπνό που ανεβαίνει,
η στέγη και το κατάλυμα.

*Από τη συλλογή “Περιγραφή εξώσεως” (1960).

Κατερίνα Φλωρά, Έναστρον

Συννεφιές σκιές λικνίζονται στον καλοκαιρινό ουρανό
Τυχαίο, όμορφο στοιχείο στην πλάση και στη ζωή μας
που διαλύεται στη νέφη για να αναπλαστεί και πάλι
από κόκκους ομίχλης άπιαστης, ονείρου άγγιγμα

Συννεφιές σκιές, γνώριμη φιγούρα μειδιά
ή προβάλλει τα γαμψά της νύχια
στης μνήμης το άβατο
αφήνοντας κόκκους
που ακολουθούν τα ίχνη της χαμένης μας επιθυμίας

Σπύρος Χαιρέτης, Δύο ποιήματα

Ο ΓΟΡΓΟΝΟΣ
Όσο τον έπιανα
τόσο ξεγλίστραγε απ΄τα δίχτυα μου

Τα πάντα είχα δοκιμάσει:
με το καλό ξενέρωνε
στο φτύσιμο δεν αντιδρούσε
στα ζόρικα το έβαζε στη γοργονο-ουρά του
και με άφηνε να τον κοιτώ ανήμπορος
με πόδια μπηγμένα βαθιά μες στην άμμο

Γιατί με ένα-δυο μαθήματα κολύμβησης σε νερό πισίνας εικοσπεντάρας γλυκό
Και πνευμόνια από Marlboro κόκκινο σκληρό
πως να ανταγωνιστώ κοτζάμ ψαρούκλα!

Ο έρωτάς μας ήταν χαμένος από φύση
αλλοειδής για να κρατήσει
 
Ποιος ξέρει;
μπορεί ένα κάποιο άλλο καλοκαίρι
να ανταμώσουμε ξανά στα Λιμανάκια
*

Ο ΘΕΙΟΣ ΨΕΚΑΣ

λέει ότι οι πρόσφυγες μένουν επίτηδες ελλάδα
για να μας την σπάσουν λέει
κι εγώ του απαντώ πως δεν είναι έτσι και ότι η παραμονή τους
οφείλεται στον κανονισμό του δουβλίνου
Πώς δεν είναι έτσι λέει
είναι δάκτυλος των τούρκωνέχουνάιφονόλοιτουςασθένειες…
Εγώ όμως σταματάω τη συζήτηση
μαζεύω πιάτα με τη θεία
και παίζω με το καινούργιο τους dobermann
Μετά όταν μόνος θα φωνάζει για ελοχίμ κι ανώμαλους
πάλι δε θα μπορέσω κάτι να πω
γιατί δεν έχω δει υπερφυσικά πλάσματα ιδίοις όμμασι
και υποσχέθηκα στη μάνα μου να μην πολυμιλώ για μένα στα
τραπέζια τα οικογενειακά

*Από τη συλλογή “Ο γοργόνος και άλλα πλάσματα”, Εκδόσεις Θράκα, 2023.

Νίκος Φρατζέτης, Δύο ποιήματα

Η ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ

Ήρθε ἡ ὥρα τῆς συγκομιδής.
Σπέρναμε ἀξημέρωτα τοὺς σπόρους ˙
μᾶς πῆρε χρόνους πολλούς.
Φύτρωσαν οἱ σπόροι μας,
γινῆκαν οἱ καρποί μας.
Τώρα μὲ χαρὰ καὶ τρόμο θερίζουμε
πορνεία, πεῖνα, ἀνεργία, ἀνέχεια
βαδίζοντας μηχανικὰ μὲ ψηλὰ τὸ κεφάλι,
δίχως ίχνος τύψης,
γιὰ νὰ καλλιεργήσουμε το μεγαλύτερο τῶν ἀγαθῶν:
τὴν ἀπελπισία.

*

Ο ΠΕΡΙΠΤΕΡΑΣ 

«Εἶναι τὸ φευγιὰ ποὺ μὲ κρατάει».
Αὐτὴ τὴν ἀπάντηση μοῦ ἔδωσε ὅταν τὸν ρώτησα πῶς ἀντέχει
κλεισμένος μέσα στὸ περίπτερο δώδεκα ώρες τὴν ἡμέρα.
Πέρασαν πολλὰ χρόνια ἀπὸ τότε καὶ ἐκεῖνος Δευτέρα μὲ Σάβ-
βατο ἐκεῖ, στὰ τρία τετραγωνικὰ ποὺ τὸν ὄρισαν σὲ τούτη τὴ γῆ.
Στο μικρό του βασίλειο.
Ένα Σάββατο πῆγα στὸ περίπτερο νὰ ἀγοράσω τσιγάρα καὶ
καραμέλες γιὰ τὸν λαιμό.
Πιάσαμε τὴν κουβέντα.
«Τις Κυριακὲς πῶς τὶς περνᾶς;»
«Προετοιμάζομαι γιὰ τὸ φευγιόν, μοῦ ἀποκρίθηκε.
Γελάσαμε καὶ τὸν καληνύχτισα.
Χθὲς ἐπέστρεψα στὴν παλιά μου γειτονιά. Έξι χρόνια μετά.
Καθημερινή. Τὸ περίπτερο κλειστό.
Ρώτησα έναν γείτονα νὰ μάθω.
«Πάει ἕνας χρόνος κοντὰ τώρα. Μιὰ Δευτέρα δὲν ἄνοιξε. Αὐτὸ
ήταν.
«Ἔτσι ἁπλά;»
«Ἔτσι ἁπλά».Ἄργησε τὸ φευγιό του, μὰ τὰ κατάφερε.

*Από τη συλλογή «Η χαρτοπετσέτα», Εκδόσεις Κίχλη, 2020.

Θεόδωρος Μπασιάκος, δεν είναι αλήθεια…

Δεν είναι αλήθεια πως ο άνθρωπος βαστάει από τον απόπατο
Ένα μικρό μόνο μέρος της ανθρωπότητος βαστάει από τον απόπατο.
Οι άνθρωποι κατά βάσιν είναι
ωραίοι άνθρωποι
που βαστάνε απ’ τα σύγνεφα / βαστάνε απ’ τα Παρίσια / βαστάνε απ’ τους γκρεμνούς / βαστάνε απ’ τ’ αμείλικτα ερωτηματικά της ρετσίνας των ξηροσφυράδικων / απ’ τις φιλοφρονήσεις και τις προπόσεις / βαστάνε απ’ το καπέλο του θαυματοποιού με τα πουλιά / βαστάνε απ’ τα δειλινά / απ’ το γιασεμί κι’ απ’ τα λαϊκά κεντήματα / βαστάνε ιδίως απ’ τις «καλημέρες» / βαστάνε απ’ τα τυπογραφεία και τα βιβλιοδετεία / βαστάνε απ’ τις τροχιές των πεφτάστερων / βαστάνε απ’ τους ψιθύρους των λουλουδιών του Χλέμπνικωφ κι’ απ’ τη φλογέρα του Λογαρίδη / βαστάνε απ’ τ’ αποστακτήρια σπιτικής μολδαβέζικης βότκας / βαστάνε απ’ τα δαχτυλίδια του καπνού / απ’ τα φοιτητικά δωμάτια / βαστάνε απ’ τις περιοδείες των μπουλουκιών στα κατσάβραχα / βαστάνε απ’ τις ευφάνταστες παρλάτες των κομπογιαννιτών / βαστάνε απ’ το τόπι που παίζει κάποιο κοριτσάκι / βαστάνε απ’ τα σφυρίγματα του αλήτη / βαστάνε απ’ το φιλί του μερακλή / βαστάνε απ’ τ’ ανατολίτικα παζάρια κι’ απ’ τους αράπικους τεκέδες / απ’ την καπνιά και τις ομίχλες των σιδηροδρομικών σταθμών / απ’ τα τσίρκα των ψύλλων / βαστάνε απ’ το χαμόγελο / βαστάνε απ’ το γέλιο / βαστάνε απ’ τα κουδουνάκια της πρωϊνής σκουπιδιάρας κι’ απ’ τα πρώτα πρωϊνά πουλάκια / βαστάν επίσης απ’ τον κόκκορα που λαλεί μες στο σκοτάδι / βαστάνε απ’ τα όνειρα στα συντρίμμια των χθεσινών ονείρων
ωραίοι άνθρωποι
που βαστάνε απ’ τις πλάκες κείνες τις παλιές του γραμμοφώνου με τα παθητικά τανγκό και τα τσιγγάνικα εμβατήρια…
Όχι, λοιπόν, δεν είναι αλήθεια πως όλοι οι άνθρωποι βαστούν απ’ τον απόπατο.
Οι περισσότεροι άνθρωποι απλώς βαστάνε απ’ τον πίθηκο και πιστεύουν στο Θεό / άλλοι πάλι στον Κινγκ-Κονγκ…
(Μα κατά πώς λέει η Κατερίνα, σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος!)