Ανθή Η. Δρίλλια, Για τη γενιά των αντι-ποιητών (πρωτοχρονιάτικο)

στην Κ. Αγγελάκη Ρουκ

Κι είναι και κάτι ανθρωπάκια,

κι είναι και κάτι άνθρωποι σε ανάστημα γιγάντων

που περνούν όλη τους τη ζωή μέσα από γυάλινα μάτια 

χρώματος μπλε.

Που από ένα γύρισμα της τύχης

κάποιους τους βρήκαμε 50 χρόνων κρεμασμένους.

Κι άλλους τους είδαμε στα καφενεία τα Αιγινίτικα

80 χρόνων να περιγράφουν με τα μάτια τους

χρώματα — αναμνήσεις

πριν κρυφτούν στα μακάρια χώματα — μνήματα.

Μα είναι και κάτι άλλα παιδιά με μάτια πολύχρωμα 

και μια ρωγμή στο μάτι — γυαλί — καθρέφτη

να χάσκει σαν ένα όμικρον ξερνώντας μια θάλασσα. 

Που από ένα γύρισμα των καιρών

βρέθηκαν με το γυαλί — καθρέφτη — μαχαιριά 

μπηγμένο στο λαιμό, ετών 30 το πολύ

στους δρόμους της Αθήνας.

Tόσα χρόνια πέρασαν 

κι ακόμη το αίμα τους δίνει λίγο κόκκινο 

στο μπλε του Αιγαίου.

Κάθε καλοκαίρι που πίνεις την πορτοκαλάδα σου

και τρως γλυκό του κουταλιού δίπλα στον επαρχιακό δρόμο 

που στέκεται

σαν από θαύμα

δίπλα στην ακροθαλασσιά

που κατοικεί

σαν από ένστικτο

στη γωνιά αυτού του τόπου

στη γωνιά της ψυχής των 2020 αντι-ποιητών. 

Μετρημένα κουκιά.

22/1/2020

*Από τη συλλογή “Ankou,” Εκδόσεις Aμείλιχος, 2020.

Τάκης Σινόπουλος, Ο καιόμενος

Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.

Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν

στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του

μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.

Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;

Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.

Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.

Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές

άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Όροπέδιο”, τεύχος 19, Χειμώνας 2017.

2 ποιήματα | Χρήστος Γραβάνης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Ι.

Τί να είναι ελεύθερος άνθρωπος;
Να, ξέρω ’γω
αν υποθέσουμε ότι οι άνθρωποι
κοιμούνται με το θάνατο και ξυπνούν
με την ζωή
Η απόσταση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο:
να η ελευθερία τού.

ΙΙ.

Όσο υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που πεθαίνουν
στο καναπέ τους με ασφάλεια,
εγώ θα είμαι πάντα με ’κείνους τους θανάτους
στο βουνό
στη θάλασσα
στον δρόμο.

View original post

Μιχάλης Κατσαρός, Ξανθός όμορφος ο εχθρός του βασίλειου

Στις έξη και τριάντα στη Ρώμη

να μπαίνεις σαν έμπορας ή καμηλιέρης

μεταμορφωμένος σε συνοδό χρυσού

  και άσημο επισκέπτη –

κι όμως στον κόρφο σου να φέρνεις μυστικά

  γράμματα

του Δεκριανού –

κι αμέσως να διαδίδεται στις αγορές

μέσα στα ανάκτορα

      ότι κατέφθασε ένα πρόσωπο

               ν’ ανατινάξει την πόλη.

Ύστερα ν’ ανεβαίνεις τα αξιώματα

στους διαδρόμους να σε σταματούν έντρομα

  πρόσωπα

ο γραμματέας του αυτοκράτορος έμπιστα να ρωτά

να τερματίζεται η δεξίωσις

η φήμη να μεταφέρει το μπόι σου

να μεταφέρει τ’ άλογό σου –

ξανθός όμορφος ο εχθρός του βασίλειου

έχει χιτώνα πράσινο και κάτω το ξίφος

τα μάτια του αστραπές και συνωμοσία

περιπλανάται σε υγρές αυλές και μυστικά οπλοστάσια –

συγκάλεσε εκτάκτως Σύνοδο

κλείστε καλά τις εξώπορτες

ν’ ασφαλιστείτε.

Κι εσύ ήσυχα πάνω σε ξύλινα τραπέζια και

  καπηλιά

να προετοιμάζεις την ένδοξη παρουσία –

όμως – να εκφυλίζεσαι μετά σε αγοραίο ρήτορα

να κεραυνώνεις τα πλήθη με λόγους

να ξεχνάς τον προορισμό σου

να ξεχνάς τ’ άλογό σου

να προσπαθείς να φτάσεις με υπομνήματα

  τον αυτοκράτορα

να ζητάς πίστωση χρόνου

οι γραμματείς να σου απορρίπτουν

  την αίτηση –

Πώς γίνεται τόσο εσύ να ξεπέσεις;

Η ένδοξη Ρώμη σε περίμενε τόσους αιώνες

σε προφητείες έλεγε τον ερχομό σου

κι εσύ αφομοιώθηκες;

*Από τα “Μείζονα Ποιητικά”, εκδόσεις Τόπος.

Νίκος Καχτίτσης, Τέσσερα νεανικά ποιήματα

Αδιέξοδο

Ο σωσίας μου

συλλέκτης μεσαιωνικών κλειδιών

ζει κάπου αλλού,

στη Λιθουανία υποθέτω

ή πιθανόν στη Σαμαρκάνδη.

Και δέ θ’ αυτοκτονήσει

πριν ανταμώσουμε και πάλι

στο Εδιμβούργο.

***

Αδράνεια

Ο μολυβένιος ουρανός

μου σφεντονίζει ένα τρελό φεγγάρι

καταπρόσωπο,

κι η Γη

θρηνεί τα τέκνα της

που χάθηκαν

στα πορφυρά πεδία των μαχών.

Απόψε ο νους μου παέι

σ’ αυτούς που κάνουν το ταξίδι

Κορνουάλη – Σφαξ

Κι Αμβούργο – Άγνωστο.

***

Η συμφωνία της ομίχλης

Μ’ αρέσει η φιλία

της ομίχλης

μ’ όλο που νιώθω

ένα υγρό φορτίο

αηδίας

στο λαιμό μου

όταν της κουβεντιάζω

Μα σαν αποτραβιέμαι

με σιωπηλά φευγαλέα βήματα

μες στα ερείπια,

τότε υποφέρω αληθινά

και μ’ αγωνία την περιμένω

να’ ρθει πάλι

με νέα οράματα

καινούρια μουσική.

***

Ο άνθρωπος με το ψηλό καπέλο

Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία

ότι μια νύχτα καταθλιπτική

που θα πλανιέμαι ολομόναχος

σ’ έναν καταχνιασμένο δρόμο,

θα ξεπροβάλει κάποιο χέρι

απ’ το παράθυρο ενός μαύρου ταξί

και θα με πιστολίσει από μοιραίο

αναπόφευκτο λάθος.

Μα τέτοιο λάθος

θα’ ταν το πιο τέλειο

στη ζωή μου,

η τελευταία

κι εκλεκτότερη μου

εμπειρία.

*Nicholas Kachtitsis, Vulnerable Point 1949. 14 Poems of Youth, “Anthelion Press” . Μετάφραση:Γιώργος Δανιήλ.

**Από εδώ: http://www.cocosse-journal.org/2017/02/4-1949.html

Μίλτος Σαχτούρης, Ο φίλος μου Γιώργος Μακρής

Ο φίλος μου Γιώργος Μακρής άνοιξε ένα

                                    μικρό κατάστημα με ψιλικά

πελάτες του είναι όλοι όσοι σ’ αυτό τον κόσμο

                                                        τον βασάνισαν

πελάτες του δ ε ν ε ί ν α ι όσοι α υ τ ό ς βασάνισε·

δικάστηκε

κι έχει αθωωθεί.

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Σε πρώτο πλάνο

Ένας άντρας είναι μια ξερολιθιά

Περνά ο αγέρας τον χτυπά το σύννεφο τον πιάνει

Ένας άντρας έχει προνόμια μόνο στη βροχή

Γυμνός αστραποδέρνεται γυμνός σπαθοκοπιέται

Και πάει στα σκοτεινά νερά ν’ αφήσει την ψυχή του

Ένας άντρας στο παράθυρο είναι μια ουτοπία

Μια φαντασία γυναικός θανατερή λαχτάρα

Για ταίριασμα για ηδονή για χωρισμό κι οδύνη

Ένας άντρας είναι μια αρχαία λύπη

Πάει στα φαράγγια να κρυφτεί στ’ αλώνια να παλέψει

Πάει στο βυζί της μάνας του να πιει γάλα και αίμα

Ένας άντρας είναι ένας σκοτωμένος κέρβερος

Μπροστά στις πύλες του Άδη

Από τη συλλογή Σαλκίμ (2001) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Κοινή χρήση:

*Το ποίημα και το βίντεο αναδημοσιεύονται από εδώ: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2009/09/14/maria-kentrou-agathopoulou-se-prwto-plano-μαρία-κέντρου-αγαθοπούλου-σε/

Το εκκρεμές

Δέσποινα Αυγουστινάκη's avatarPoetry and short stories - Despina Avgoustinaki

Είναι ο θυμός

η λύπη

κι η χαρά

η θλίψη

και ο πόνος

στιγμές

στο ίδιο εκκρεμές

που πάει

στ’ άσπρο τη μια

την άλλη πιάνει μαύρο

Κι εκεί κάπου στ’ ανάμεσα

αγγίζει ηρεμία.

Ένα ταξίδι

με στάση καμιά

 στο εκκρεμές του Νεύτωνα

Τα πάντα

στην ίδια, αέναη,

ρυθμική κίνηση

ώσπου να αποφασίσεις

να κατέβεις.

 

© Δέσποινα Αυγουστινάκη

English version

 

It is anger

sadness

and joy

sorrow

and pain

moments

on the same pendulum

that is going

towards white  in the first move

towards black in the second

And somewhere in between

it touches tranquility.

A nonstop trip

on Newton’s pendulum

Everything

in the same, perpetual,

rhythmic movement

until you decide

to disembark.

 

© Despina Avgoustinaki

View original post

Κατερίνα Φλωρά, Συγχώνευση

Photo: Patty Maher

Στων δακτύλων τα κενά μπήκαμε

-ή μάλλον-γλιστρήσαμε.

Δίχως της ροής τη δύναμη ν’ αντιληφθούμε

της εκλογής το εύλογο απωλέσαμε

Σα νομίσαμε ελεύθεροι πως είμαστε,

απλωθήκαμε αδιακρίτως, 

τον πρότερο βίο μας λησμονώντας.

Ίσως όχι. Πίσω από τη γλυκιά ομίχλη

ο αναστολές μας βασιλεύουν

του ήλιου τις αχτίνες αγνοώντας.

                *

Ανάμειξη στοιχείων, ετερόκλητων μορφών, 

που στο δρόμο χαθήκαν, 

μια ευθεία γραμμή ακολουθούσαν κι όμως.

Η πορεία όμορφα λαξεμένη, 

περίτεχνα προδιαγεγραμμένη

τους σαστισμένους διαβάτες υποδέχεται.

Οι πύλες σαν κλείσουν πίσω-κι αν δύνασαι-

μη γυρίσεις• 

στην ακτίνα σου είναι το μόνο που έχεις.

Τυχαίοι συνδυασμοί μιας επίπονης διαδρομής οι διαλογές σου.

Ελεύθερες, βαθιές, τελείες. 

Γιώργος Δάγλας, Η μάνα νύχτα

Πλησίασε να καταθέσει τον πενιχρό της οβολό

στα πέτρινα χέρια των αγνοούμενων.

Εν μέσω αρχαγγέλων κι ανταρτών.

Με φανταχτερό διάδημα και κόκκινο βελούδο.

Οπλισμένη.

Ξυπόλυτη και ξάγρυπνη.

Πλησίασε ευλαβικά η μάνα νύχτα

κρατώντας την ανάσα στην προσμονή

της έκρηξης.

Πλησίασε κι έβαλε το λαιμό της

κάτω απ’ το λεπίδι των γνωστικών.

“Ας έρθουν τώρα”. Είπε.

“Ας έρθουν οι υπάλληλοι. Ας έρθει η πουτάνα η

μέρα.

Από την Ιθάκη ας έρθουν. Κι από την Πέλλα.

Εγώ θα χωθώ, να κοιμηθώ λίγο, εδώ,

στις τσέπες των πουλημένων, των προδομένων,

των σακατεμένων απ’ αγάπη. Ας έρθουν”.

Απομακρύνθηκε. Άφησε πίσω τον τόπο του

κρανίου.

Του κρανίου που σήμαινε:

Έτσι θα δοθείς στην κοινωνία. Ούτε λογοτεχνικά

άλλοθι, ούτε έρωτες θα σε σώσουν. Όπως οι

πρωθύστεροι

και οι μετέπειτα θα συρθείς στη δίνη μου.

Στο προσωπικό μου κενό θ’ αφομοιωθείς.

Απομακρύνθηκε.

Πίσω,

Σαν κομμένη ουρά φιδιού, σφάδαζε το πάθος.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://orae-poetry.blogspot.com/2021/01/blog-post_9.html?spref=fb&fbclid=IwAR0YqgIOOB7VW1LecnQanweZUSkKO75mkZiBK9vZKeRm4g8IhaMX3qJgA94