Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

_MG_7547

Πηγαίναμε να κατακτήσουμε τον κόσμο- εγώ, ένας στρατιώτης

  απ’ τον μεγάλο πόλεμο κι ο κόμης ντε Λωτρεαμόν. Το τρένο έτρεχε

με ιλιγγιώδη ταχύτητα .Ήταν ένα σχέδιο παράτολμο- κάποτε

θα σας εξηγήσω. Νύχτα. Οι φωταγωγημένες πόλεις περνούσαν

έξω απ’ τα παράθυρα σαν αναμμένα κουρέλια κυνηγημένα απ’

τον άνεμο. Ο κόμης φορούσε έναν μανδύα φαρδύ για να σκεπάζει

τον αιώνα του κι έναν λαιμοδέτη ανάστατο σα μια εξέγερση.Ο

στρατιώτης τραυματισμένος παραμιλούσε κ’ ίσως τ’ ασυνάρτητα

λόγια του να εξηγούσαν τ’ όνειρο μιας εποχής. Ύστερα άρχισε

να χιονίζει, κρυώναμε όπως στην προϊστορία «Ραχήλ!» ψιθύρισε

ο στρατιώτης. Τι ήθελε να πει; Ο κόμης έσκυψε πάνω του. «Η

συμπόνια είναι το μόνο ελαφρυντικό  στο έγκλημα να υπάρχουμε»

είπε.

Γι αυτό σας λέω: όταν ακούτε ένα τρένο να σφυρίζει τη νύχτα,

σηκωθείτε κι αγρυπνήσετε.

                                                    Ίσως να μην ξαναϊδωθούμε.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου.

 

View original post

Μίλτος Σαχτούρης, Lynne

Θυμάστε τότε πού έγραφα για τα δαιμονισμένα
πορτοκάλια;

στον Πόρο
βρέθηκε
η Lynne
ένα κορίτσι
από την γηραιά Αλβιόνα
όμως ξαφνικά έκλεισε το μπαρ
βλέπω όνειρα φριχτά
στον Πόρο
μπαρ και μπαράκια
και τα κουμπαράκια.
Αν δεν βρει αλλού δουλειά
η Lynne
θα γυρίσει πίσω
στα ζώα και τα θηρία της
και την αγαπώ
Lynne, Lynne,
πώς έτσι αναποδογύρισε ό κόσμος
Πόρος, θερμοκρασία 43°
κάτι το πρωτοφανές!

και τότε καληνύχτα σας.

*Από τη συλλογή «Καταβύθιση» (1990).

Γρηγόρης Σακαλής, Μπορούμε

Είπες, “δεν μπορώ άλλο
κουράστηκα
δεν έχω δύναμη”
μπορείς
μπορούμε τα πάντα
ούτε που φανταζόμαστε
τι δυνάμεις
κρύβουμε μέσα μας
μπορείς
μπορούμε
να φέρουμε
τα πάνω – κάτω
να φτιάξουμε τη ζωή μας
όπως πραγματικά
μας αξίζει
μόνο μακριά από ρήτορες
και μάγους της φυλής
δεν έχουμε ανάγκη
λογάδες και μεσολαβητές
μπορούμε μόνοι μας
να κάνουμε τον αγώνα μας
και να αποδώσει καρπούς
όχι ψίχουλα κι ελεημοσύνες
από δήθεν φιλάνθρωπους
και προνομιούχους.

Βύρων Λεοντάρης, Εν γη αλμυρά – V

Φωτογραφία: Κυριάκος Σιφιλτζόγλου

Λοιπόν, μπροστά μας έχουμε θανάτους
πέσαμε σε κακούς καιρούς και μέρες οργισμένες
χάνουμε τους δικούς μας και μας χάνουν
τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος

Αλλιώς θαρρούσαμε το τέλος∙
σκοπός που εκπληρώνεται ή (το ίδιο) ματαιώνεται
σκορπιός που μπήγει το κεντρί του στο κεφάλι του
Δεν είχαμε υποψιαστεί τη φρίκη μιας συνέχειας
(πως γίνεται να ’χει συνέχεια το τέλος;)
Αλλιώς, καταπώς φαίνεται, το τέλος έχει μόνο αρχή
και πώς να το περάσουμε μη φτάνοντας ποτέ και πουθενά

Ήξεραν οι παληοί και προνοούσαν
να ’ναι ελαφρό το χώμα τους
φύλαγαν πάντα ένα λευκό σεντόνι στο σεντούκι
συγύριζαν το μέσα τους, στόλιζαν τις ψυχές τους
ήξεραν να μοιρολογούν
εξοικειώνονταν με τους νεκρούς τα ’λεγαν μεταξύ τους
στ’ όνειρό τους
κι έπαιρναν απ’ το χέρι τους το αντίδωρο του αγνώστου
κάθε που τους ξεπροβοδίζανε στου ξύπνου το κατώφλι

Κι εμείς τώρα δεν ξέρουμε ούτε πού ’ναι πεταμένα τα κόκκαλα
της μάνας μας…
Έχουμε αποκοπεί από τους πεθαμένους
δεν ακούγεται πια η φωνή τους μέσα στη φωνή μας
δεν ξέρουμε να κλάψουμε
πώς να φερθούμε μπρος στο θάνατο και τι να πούμε

Στα ουράνια βάραθρα γκρεμοτσακίζονται τα λόγια μας
άδεια χελωνοκαύκαλα

Λεωνίδας Καζάσης, Προλογίζοντας τέσσερα κείμενα

Artwork: Paul Delvaux

Αίσθηση παντάνασσα! Μανία θηλυκή!
σε μονή να βρεθώ Ιβηρική, που,
στηθόδεσμα, νταντέλες απλώνουν,
έγερσης χρώμα έμμηνο ρέοντας!

*

Κόμες αιωρούνται ξέπλεκες,
χείλη διαστέλλονται,
αιμάτινο χρώμα,
γλώσσες σαλιώνουν
θηλές μαστών που αναριγούν,
καλλίπυγες θωπευτικά τα σκέλη αναμειγνύουν.
Η αίσθηση απαγγέλει θηλυκά την αποθέωσή της,
ο πλάστης πνέει στην Σαπφώ την θεία αποστολή της.

*

Αφού η Γαλάτεια τέλειωνε
με τα πλατιά σου χείλη,
με τα ακροδάχτυλα που ηδύπαθα κεντούν,
τους γλουτούς σου παραδίδει ανοίγοντας,
στα χείλη τα δικά μου που ριγούν.

Εισδύοντας στον κόρφο σου Βασιλική,
των κραδασμών σου ιαχές δαμάζω,
την βασανιστική σου ηδονική
ταπείνωση θαυμάζω.

*

Ευεπίδεκτα μάτια,
μελίφρονα κορμιά παθογόνα,
Αμφιτρίτη και Γλαύκη μαλάζονται,
της αλλότητας κίνητρα μόνα.

Τρυφηλότητα άφθορη,
αβάσταγη των οίκων ανία,
Μαρία των αγγέλων σπασμοί,
συνουσία θεία!

*

Λή
Τα σκέλη σου ορθάνοιχτα,
αχόρταγα ρουφούν
την ρώμη την αρσενική,
την φλόγα της συλφίδος,
που κάθυγρα τα χείλη της,
τα χείλη σου που πάλλονται φιλούν.

Αγλάϊσμα των γυναικών!
Της ηδονής ιέρεια!
Γητεύτρα εσύ των στεναγμών,
σε ήθη ελευθέρια!

Vall Grey, Μαρτυρία

Ήταν όμορφα, εκεί έξω
ερωτευόμασταν,
αντλούσαμε
το μεδούλι της ζωής

Ήταν όμορφα, εκεί έξω
ζούσαμε την ιαχή της λάμψης

Όμως ποιος μετανιώνει εκεί χάμω,
ποιος σέρνει την πίσσα του εφιάλτη;
*

Εμείς εκπνέουμε μιαν άλλη φύση
Την απαράλλαχτη
ταυτότητα
Το αίνιγμα των χρόνων,
των αιώνων

Σαν από θέατρο, οι γελωτοποιοί
αγκομαχούν καθώς γελούν,
να διχάσουν τον θεατή

Κι εκείνος μόνος, σαν από όνειρο
χαμογελά στους ξένους
πορφυρούς
που από αίμα γλέντησαν την ζωή
και στο αίμα θα πλαγιάσουν,
ατρόμητοι

Κι εγώ στο τέλος παρακολουθώ
με ανάσα, βαθιά
ακολουθώ το πνεύμα
στην λήθη
αναμένω την ευφορία
*

Την στιγμή της παύσης

Εκεί στην στίξη απομένω∙

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://vallgrey.com/2021/03/25/martiria/

ΟΙ ΤΑΦΟΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ

nefelor's avatarnefelor

Τα φωτοκύτταρα αρνιόντουσαν πεισματικά ν’ανοίξουν τις πόρτες.

Τη μόνη μέρα που πήγα στο μαγαζί της ζωής μου για να καταναλώσω.

Ήθελα πίσω τα χρόνια

αυτά που χάρισα βλέποντας τηλεόραση.

Τις αποφάσεις που άλλαξα για χάρη της μετριότητάς μου.

Πληρώνω όσο όσο.

Να πάρω πίσω φράσεις που ξεστόμισα

και σκούριασαν σε αυτιά ξένα

στις ηλίθιες συζητήσεις με μπάσταρδους

μόνο και μόνο

για να μην συγκρουστώ μαζί τους.

Τι ξόδεμα.

Βλέπεις δεν καταλάβαινα πως κανείς μεγαλώνει με το όχι.

Με την αγία άρνηση.

”ΚΛΕΙΣΤΟΝ” το μαγαζί λοιπόν.

Στο δρόμο της επιστροφής

ένα σχισμένο αλουμινόχαρτο σοκολάτας

πέρασε κάτω από τον βηματισμό μου.

Βιαζόταν για τη χωματερή.

Στο σπίτι όλα είχαν αναχωρήσει

βιβλία ,φλυτζάνια ,καπνικά και ακτινογραφίες

και με το στανιό λογιστής και λελογισμένος

σκυφτός παντού

παντού σκυφτός

μαζώχτρα στις θυρίδες και στα κιβώτια

τ’αυριανά κτερίσματα.

Αργά το βράδυ προσευχόμουν για αιώνια ζωή.

Πες μου τώρα Μυρτώ

ποια τέχνη

ποια αρχαιολογική σκαπάνη να γυρέψω

View original post 37 more words

Μετανάστες..

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

 

Για τον όρο μετανάστες

Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν:
«Μετανάστες».
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ‘ναι, μα εξορία.
Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά
στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ’ ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν’ απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ’ απ’ όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ’ εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ’ τα στρατόπεδα τους. Εμείς
οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο…

View original post 102 more words

2 ποιήματα | Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Εκκοκκιστήρια A’

Βέροια, Ελασσόνα, Δράμα – πόλεις που αγάπησα, κλειστές
ανάμεσα σε υψώματα ή σε μικρούς καταυλισμούς
σπίτια που ανοίγονται κρυφά στον κάμπο

Σας γνώρισα τα δειλινά μέσα σ’ αυλές μοναστηριών
ή σε κρεβάτια παμπάλαια όπου έζησα πρόσκαιρα
με ανθρώπους που άφησαν κάποια σημάδια, λίγα κόκαλα
θητεία παράξενη, όλο αθωότητα, γεμάτη πίστη

Πίστη σε τι, ούτε ο ανθυπολοχαγός δεν έμεινε
ούτε όσοι φόρεσαν το ράσο κι αποκλείστηκαν
ένα παιδί αγαπήθηκε για να ξενιτευτεί
άνθρωποι που αγκάλιασα μες στους σταθμούς, άνθρωποι μόνοι

Πόλεις κλειστές σαν περιβόλια, που με ζήσατε
εκκοκκιστήρια μιας σοδειάς, βλέπω τι έχετε δώσει.

***

Η ποίηση δε μας αλλάζει

Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει

Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη

Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση
κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη

View original post

Ovida Delect, Au block 4 / Στο Μπλοκ 4

Sous l’étoile trop pure
Du grand ciel froid
La toile de la tente
Au vent qui tourmente
Claque – et c’est la voile
Des galères d’autrefois.
Oppressés, compressés
Les prisonniers s’irritent
Des toux rocailleuses
Et des voix pleureuses
Des mourants qui s’agitent.
Le projecteur est dur
La sentinelle boit
Je ferme mes gerçures
Et mes lèvres sans joie.
Le projecteur est dur
La sentinelle boit
J’étire mes jointures
Et fais craquer le bois.

Κάτω από το πεντακάθαρο αστέρι
Του μεγάλου ψυχρού ουρανού
Το πανί της σκηνής
Στον άνεμο, που βασανίζει
Χτυπάει – και είναι το πανί
Στις παλιές γαλέρες.
Καταπιεσμένοι, συμπιεσμένοι
Οι κρατούμενοι θυμώνουν
Βραχνός βήχας
Και φωνές πένθους
Ετοιμοθάνατοι που αναστατώνονται.
Ο προβολέας είναι σκληρός
Η φρουρός πίνει
Κλείνω τις σχισμές μου
Και τα χείλη μου χωρίς χαρά.
Ο προβολέας είναι σκληρός
Η φρουρός πίνει
Τεντώνω τις αρθρώσεις μου
Και σπάω το ξύλο.

*Από το “Neuengamme” (1945). Μετάφραση: Αλεξάνδρα Β.