Τι θέλω εγώ σ’ αυτό το θερμοκήπιο, σ’ αυτήν την πειθαρχία τής στερεομετρίας, με την μονοτονία ρυθμών, την ανυποληψία χειρισμών και έργο κατ’ ευφημισμόν. Γιατί να επιτρέπω απόβλητα τής μέρας, άχαρα πεπραγμένα, να υπονομεύουν της ψυχής τα επιλεγμένα. Τι γυρεύω εγώ με φωνή οξειδωμένη και γλώσσα ασύδοτη, να βρίσκομαι σε θερμοκρασία πήξεως ενώ είμαι της διαλύσεως;
*Από τη συλλογή «Τοπία ενδοχώρας», Εκδόσεις Ιδεόγραμμα, Ιανουάριος 2010.
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΧΕΓΚΕΛ σε σπίτι έζησε πάνω στη γέφυρα κάτω απ’ τα πόδια του έτρεχε το ποτάμι κάτω απ’ το στρώμα του ηχουοτ ο παφλασμός
πώς να μη θυμηθεί του Ηράκλειτου «τα πάντα ρει» πώς να μη δει την Ιστορία σαν τούτο το ορμητικό νερό που όσα κι αν συναντά εμπόδια στον τελικό της φτάνει πάντα προορισμό;
ΕΥΤΥΧΩΣ κι ενώ παλεύει ο ποιητής όλη νύχτα από τις ερωτικές στιχομυθίες των εραστών να φτιάξει στίχους αξιοπρεπείς, έξαφνα ξημερώνει
οι εραστές σηκώνονται απ’ τα κρεβάτια τους βουρτσίζουν τα δόντια τους χτενίζονται ντύνονται και πάνε στη δουλειά τους αφήνοντας το ποίημα ατελείωτο
ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ σκέψου για μια στιγμή στο μουσείο να ζωντάνευαν τ’ αγάλματα και να πάγωναν οι άνθρωποι
πόσο αδιάφοροι θα φάνταζαν οι επισκέπτες και οι υπάλληλοι του υπουργείου πολιτισμού στους ζωντανούς κούρους και στις κόρες στους ιδρωμένους δισκοβόλους και στους ολύμπιους θεούς του ουρανού;
Ένα μαραμένο πρόσωπο στο παράθυρο γερμένο. Αποταμίευσε σκληρά. Κλείστηκε στο σπίτι παίρνοντας μαζί του αντιπροσώπους απ’ όλα τα είδη. Περίμενε μια πλημμύρα από λέξεις. Αντ’ αυτού ελάμβανε πού και πού ένα λακωνικό τηλεφώνημα. Είχε μάλλον μια καρδιά βούτυρο κι ένα μάτι προβολέα. Στο τέλος έλιωσε το μάτι την καρδιά.
*Από τη συλλογή “Η άστεγη μέρα”, εκδόσεις Μελάνι, 2014.
Στη μέση της κάμαρας εκεί ακριβώς που έσταζε ο ουρανός χτυπώντας το χέρι στο γόνατο, είπε: ε, λοιπόν ναι, Νταγκ, ποντάρω στο σπασμένο δόντι του θεού. Και ξέρεις γιατί Νταγκ; Γιατί σκάρτεψαν πολλά οχτώ για να γίνει το πορτοκάλι οιωνός και τα μικρά μου μάτια μέλισσες.
Και δες τι βλέπω πίσω απ’ τη γκρίζα ζώνη της φωτιάς: πέρα απ’ το παντελόνι μου που καίγεται ιδού το πρόσωπό μου, ένας μπάσταρδος ψίθυρος που δεν κάνει άλλο από το να ζητάει χώμα κι ας είναι και ξερό.
Πάλεψα Νταγκ, με λύσσα, σου λέω, γύρεψα με τα μάτια τη γύρη του Κόσμου και σίγοκάηχα να μηρυκάζω το αλάτι των χειμώνων. Με στήθος επιούσιο κουράστηκα να αναπνέω ανάποδα, Νταγκ. Έρεψε η μηλιά μέσα στα βροχικά των κήπων μου κι ο θάνατος έχει διασχίσει πλήκτρα νερών για να ’ρθει φέγγαρος ορθάνοιχτος να με πετύχει.
Μέχρι ν’ ανάψεις μια ακτίνα θα γειτονέψουμε, Νταγκ θα φοράμε μαζί τρύπιες κάλτσες και τις ταμπέλες εκείνες, των σπασμένων ανθρώπων στην πατρίδα που δεν έχει όνομα.
*Από τη συλλογή “Χρονορυχείο”, εκδόσεις Θράκα, 2017.
Ο ορίζοντας πάντα χαμηλών προσδοκιών Τα έλατα μαχαίρια που δεν καρφώνονται ποτέ στο στήθος του ουρανού Τα χέρια μου φορούν ακόμη τα κίτρινα φθινόπωρα των αναζητήσεων ‘Εχω και μια επανάσταση σε εξέλιξη αλλά βαριέμαι να τη συνεχίσω
Η φωνή του κοτσυφιού Η ψαλμουδιά του ορθρινού σήμαντρου κι εκείνο το χελιδόνι το αναποφάσιστο ορίζουν τα βήματά μου
Στην παραλία η αμμουδιά τρώει τα πόδια μου Πάντα αδηφάγο την ήξερα κι όμως της τα έδωσα Ίσως βγάλω φτερά αν τελικά τα χάσω
Άλλωστε ο κόσμος τί θα ήταν δίχως κάποιες ψυχές ανάπηρες που τόλμησαν να πετάξουν με θράσος θάβοντας τις προβλέψιμες τετριμμένες επαναστάσεις;
*Από τη συλλογή “Πυρ εσώτερον”, εκδόσεις Κύμα, 2018.
Πατέρα ήθελα να σου στείλω ένα γράμμα μα δε σε πρόλαβα- ήθελα να σου πω πως φύλαξα όλα τ’ αποκόμματα που μου ‘γραφες. Συμβουλές, μίσος, αγάπη, οργή. Επειδή ήσουν ήρωας για μένα. Κατάφερες τη ζωή σου να την κάνεις ταινίες μου ’λεγες: Άμα πεθάνω εγώ, να δούμε τι θα κάνεις. Ο μοναδικός ινδιάνος μέσα στους καουμπόι. Εκείνος ο τελευταίος που κρατά γερά το τόξο του. Υπήρχαν γύρω του ρουφιάνοι και γλείφτες, προδότες. Επιλογή ζωής. Ανησυχούσε για μένα, δεν ήθελε να μένω στην Ελλάδα. Η Ελλάδα για μένα αρρώστια, πληγή αθεράπευτη. Α, πατέρα, το ξέρω πως δεν ήσουν όπως οι άλλοι πατεράδες. Ξυπνώ και κοιμάμαι κι ονειρεύομαι το κάτασπρο άλογό σου το καβαλάς και πετάς μέσα στα σύννεφα. Χρυσόσκονη ολόγυρά μου με προστατεύεις με την αγάπη σου διάφανη, κρυστάλλινη η αγάπη είναι αγάπη, δεν έχει άλλο όνομα.
*Από τη συλλογή “Η Αλίκη δε μένει πια εδώ”, εκδόσεις Καστανιώτη, 2014.
Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού
Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε Η βροντή της η γενιά μου που καταδιώχτηκε Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά Αποσπάσματα στα χέρια τους ήταν μαγνήτες Τρώγαν πικρό ψωμί καπνίζαν φημερίδες Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτή τη γη
Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν Άδικα προσπαθείτε δεν θα ξεριζωθούν ποτέ Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ Με σπασμένη φωνή που κλαίει\ Κάθε φορά στη θύμησή τους
Με τις λέξεις της Πυθίας ακολουθήσαμε τη μια πράξη μετά την άλλη, και μονάχα μία πράξη δε χωράει λέξη διφορούμενη. Η τελευταία που μας άφησε η Πυθία να τη μαντεύουμε ολομόναχοι˙ τώρα που ζήσαμε ολομόναχοι, αγαπήσαμε ολομόναχοι, προδοθήκαμε και μείναμε ολομόναχοι ως αυτή την ακροθαλασσιά, απέναντι στο πέτρινο πρόσωπο της σιωπής.
*Από τη συλλογή “Το πέτρινο πρόσωπο”, εκδ. Τομές 1979.