Βίκυ Λιούκα, Αυταπόδεικτος χρόνος

Δοκιμασία αν(τ)οχών
Η αποσιώπηση της δυναμικής
Συνοδοιπόροι άμισθων καταναλωτών
(Κοιμάσαι ακόμα σε στάση εμβρυική;)
Μύγες: πολλές μύγες
Ασουλούπωτες κορμοστασιές ευφάνταστων ηρώων
Θεϊκή (;) παρέμβαση
Παρηγορητές της ομήγυρης
Στάσου να σου βγάλω μια αναμνηστική φωτογραφία: φόρεσε ένα ζευγάρι γυαλιά ή ένα καπέλο για να δείχνεις πιο σοβαρός
Η σοβαροφάνεια είναι η ασθένεια των πολλών
Οι επιβάτες – συνήθως – επιβιβάζονται στο τέλος
(Από ποιον προσπαθείς να ξεφύγεις;)
Άνοιξε ένα βιβλίο και κάνε πως διαβάζεις
Οι υπεκφυγές προκαλούν ταραχή στον ανθρώπινο οργανισμό
Κατηγορίες διαπιστώσεων (ή διαπιστωμένες κατηγορίες, ή κατηγορηματικές διαπιστώσεις;)
Γιατί αφήνεις να (σου) συμβαίνουν όλα αυτά;
Διασταυρώνουν τις ματιές τους αποφεύγοντας συστηματικά ο ένας τον άλλο
Κοιλιόδουλη όσφρηση
Καλλιεργητές μνημείων αναμασούν την άσπονδη μήτρα
Φερμουάρ στα χείλη, ηδονοβλεψίες, κασκαντέρ, αυθόρμητοι αναστεναγμοί, συμπαθητικοί εραστές, άχρωμοι επαναστάτες, κάθετες πτήσεις, ατυχείς προσφωνήσεις, συστηματικές ακυρώσεις, δραματουργοί, βασανιστές της υπομονής, εκτεθειμένοι υποστηρικτές του «όλα ή τίποτα», ένθερμοι εναγκαλισμοί, ζητιάνοι του έωλου, φύλακες και φυλακισμένοι, ανείπωτη συνήθεια, απαράμιλλη αντοχή, συλλογική αδιαφορία, παρακμιακή συνείδηση, αδιαφιλονίκητη ομοψυχία, παράλληλοι δρόμοι
Κοντά παντελόνια, κοντινή μέρα
Η μνήμη πάει κι έρχεται: σαν υαλοκαθαριστήρες σε βρώμικο παρμπρίζ
Ένας ξεχασμένος γκιώνης απαγγέλει τη μελαγχολία της νύχτας
Μια φωνή από το παρελθόν μας μάς προειδοποιεί (ή μας καθησυχάζει;)
Φιλιόμαστε σταυρωτά με την υπόσχεση να ιδωθούμε στα όνειρά μας
Δίνεις μια σπρωξιά στην ακολουθία χαρακτήρων παραχωρώντας τους το δικαίωμα της συντριβής
Με το λοστό της ηθικής σπας τη βιτρίνα της μιζέριας και της δήθεν ανιδιοτέλειας
Στο μακρινό μέλλον ο κύκλος της ζωής θα παρατείνεται (κι ο άνθρωπος ανήμπορος στο αναπηρικό του καρότσι θα αναζητά το λόγο που δεν θυμάται τα παιδικά του χρόνια)
Στο απόκεντρο της συμφοράς μοιράζουν φαγητό – για μεταξεταστέους – σε συσκευασία δώρου
Μια φωνή από το σήμερα μας εγκαταλείπει
Στο εναλλακτικό παρόν ο άνθρωπος θα συντομεύει τον χρόνο επιβίωσής του
Ακόμη σε τρομοκρατεί η θέα του ανέφικτου
Το κοινό πανηγυρίζει τη νίκη του σημειώνοντας στο ημερολόγιο την έναρξη της αβέβαιης πορείας του: κανείς δε θα θυμάται για ποιο λόγο – το κοινό – εγκαταλείφθηκε από την οντότητα της σκέψης και την ανάγνωση του προορισμού του
Ακόμη επιμένεις να αρνείσαι το χάος σαν τη μόνη αλήθεια
Η μνήμη πάει κι έρχεται: σαν σκύλος που ψάχνει το αφεντικό του
Με το λοστό της ηθικής σπας τη βιτρίνα της επικυρωμένης φιλανθρωπίας και της διαφημισμένης τύχης
Αναστάτωση προκάλεσε η αποκάλυψη πως ουσιαστικός προορισμός δεν υπάρχει
Στα πρακτικά της σύντομης ζωής μας θα καταγραφεί το αυταπόδεικτο ως έννοια μιας γλώσσας νεκρής
Στέκεις μπροστά στον καθρέφτη, ισιώνεις το καπέλο σου, και απαθανατίζεις τη στιγμή με το κλείσιμο του ματιού: χρόνος φιλάρεσκος τυλιγμένος γύρω από το λαιμό σου

http://vickyliouka.blogspot.com

*Artwork: Wilhelm Freddie (1909-1995) : Psychophotographic Phenomenon: The Fallen of the World War (1936)

Χρίστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Ροή κυττάρου

Αυτό το κύτταρο με την αναπνοή εισέδυσε
Συνάντησε τα δικά σου, ανατινάχτηκαν εντός σου
Από τότε, η ανηφόρα έκλινε απότομα
Η κατηφόρα έγινε κάθετη

Κι έγινες αράχνη,να βαδίζεις στους βράχους
Ανάποδα
Κι έγινες πέλμα ιαγουάρου μέσα στα δάση
Κι έγινες μια σπιθαμή σε φλόγα τρεμόσβηστη
Μετά, άναψες,
Όλο το σώμα πυρπολήθηκε
Σε μακρύ χειμώνα χιονιού
Κι ασταμάτητης βροχής

Απρίλιος 2021

*

Δεν ήλθε

Η μέρα, κάθε μέρα, είναι εδώ
και φύγανε οι μέρες
σε μικρά δωμάτια που καπνίζανε τσιγάρα, μερόνυχτα
ενώ, οι παρλάτες σηκώνουν σκόνη
και φράζουν την αναπνοή

«Δεν είμαστε σκιές»
Τραγουδούν οι σκιές της σκιάς
Στον κόσμο τον μέγα τον σοφό,που όλο γκρεμίζει
Σκοτώνει τα καλύτερα μουλάρια κι αδέσποτα σκυλιά
Πάμε κι απ’ αλλού, για να ’λθει

Μάης 2021

Jorge Palma, Η εργατική τάξη δεν πηγαίνει στον παράδεισο

Η εργατική τάξη δεν πηγαίνει στον παράδεισο –
ταξιδεύουν γεμίζοντας τα εντόσθια
ενός κεραυνού ή χειρότερα: μέσα στο χτύπημα
μιας αστραπής, λεπτό σώμα,
τολμηρό πρόσωπο, ή τόπλες.

Η εργατική τάξη πλέκει τις πληγές του ουρανού
στα εργαστήρια του χρόνου
καθώς και σε αργαλειούς, ονειρευόμενη,
ανάλογα με το ποιος διαβάζει αυτό και πού, ανάλογα με
το ποιος το ακούει, ποιος το καταλαβαίνει,
ποια θα μπορούσε να είναι η προσωπική τους σημαία
ή η σημαία της πατρίδας, ο βορράς
κάθε ατόμου, ολόκληρη η ζωή τους.

Ανάλογα με το ποιος το βλέπει, πώς φαίνεται.
Εδώ ή στην Κίνα η εργατική τάξη
δεν πηγαίνει στον παράδεισο: ταξιδεύουν με βασανιστήρια
γεμίζοντας τα εντόσθια ενός κεραυνού
στο εσωτερικό ενός κοτόπουλου
χάλια στο άφτερο αεράκι
που με ένα άηχο χτύπημα
εξατμίζεται στον αέρα
καθώς μια λάμψη αστραπής εξαερώνεται
στον βαρύ αέρα μιας καταιγίδας
και εξαφανίζεται
ανάμεσα στους παλιούς αργαλειούς
του ουρανού.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Φωτογραφία της ανάρτησης: Antonio Berni.

Ποίηση και πανδημία

Κωστής Τριαντάφυλλου, «μη άρτιος Μάρτιος» (Μανδραγόρας, 2020)

Κριτική από τον Δήμο Χλωπτσιούδη

Η πανδημία έφερε μία ανατροπή τόσο στις αξίες όσο και στον τρόπο που αντιμετωπίζεται η ίδια η ζωή. Από τις υπερβολές και τις συγκρίσεις με απολυταρχικά καθεστώτα (όπου τελικά μέσα από τη σύγκριση μειώνεται το κοινωνικό και πολιτικό αντίχτυπο του αυταρχισμού) μέχρι τις θεωρίες συνωμοσιών (που αποπροσανατολίζουν από τα βασικά πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα που εγείρει η διαχείριση της πανδημίας) η πολιτική προστασία της υγείας επέβαλε έναν διάλογο που αξίζει κάποια στιγμή να εξεταστεί με τη μέθοδο τη Μέθοδο της Ανάλυσης Λόγου (discourse analysis method).

Ως πρωτόγνωρη συνθήκη όμως αποτυπώνεται και στην ποιητική παραγωγή, προσφέροντας πλούσιο υλικό ιδεολογικών αναλύσεων. Η ποιητική συλλογή του Κωστή Τριαντάφυλλου, «μη άρτιος Μάρτιος» (Μανδραγόρας, 2020) αποτελεί μία ποιητική διαπραγμάτευση της κοινωνιολογίας της πρώτης καραντίνας του 2020. Ενδοκειμενικά καταγράφεται ως ελατήριο η πανδημία. Ωστόσο, ο δημιουργός ξεπερνώντας το επίκαιρο προβληματίζεται για τη βιοπολιτική. Ανατρέπει τη θεώρηση ότι υπέρ πάντων τίθεται η ασφάλεια, αφού ο άνθρωπος δεν είναι οντολογικά μόνο ζωή. Είναι και ο πολιτισμός του, οι σχέσεις του, η εργασία του. Ο Κωστής Τριανταφύλλου προχωρά σε μία ανατροπή του εξουσιαστικού λόγου για την πανδημία. Η ψυχολογία του περιορισμού και το αβέβαιο μέλλον, το περιβαλλοντικό αίτιο της πανδημίας, η ζωή στα μεγάλα αστικά κέντρα κατά την περίοδο της πανδημίας τίθενται ως βασικές θεματικές των συνθέσεων της συλλογής, ακυρώνοντας το αφήγημα ότι υπέρ πάντων τίθεται η υγεία. Το ποιητικό υποκείμενο, ως συλλογικό υποκείμενο, εκφράζει την απογοήτευση για την ανολοκλήρωτη άνοιξη, μία άνοιξη που δεν απόλαυσαν οι άνθρωποι.

Η διακειμενικότητα στην ποιητική του Τριαντάφυλλου εντείνει το ειρωνικό πλαίσιο της συλλογής. Σαν ένα υφαντό στη συλλογή ξεχωρίζουν διακείμενα από την ποιητική παράδοση και την πολιτική ρητορεία. Πολύ συχνά ενσωματώνει στη στιχουργική του δημοσιογραφικά συνθήματα ή θέσεις φορέων της εξουσίας για να τις ανατρέψει ιδεολογικά (όπως η έννοια της ατομικής ευθύνης). Η εφεύρεση ενός εσωτερικού εχθρού, τόσο με την προσωποποίηση του ιού (πόλεμος) όσο και των αρνητών να υπακούσουν στις εντολές (ανεύθυνοι πολίτες ή νέοι), αποτελεί μία πρακτική της γκραμσιανής ηγεμονίας προς τον ολοκληρωτισμό του αστικού κράτους. Η ποιητική ειρωνεία καλύπτει όλες τις συνθέσεις. Άλλοτε ανατρέποντας τον κυρίαρχο λόγο, άλλες φορές ως διακειμενική αναφορά και άλλοτε ως κοινωνική και πολιτική κριτική.

Η πανδημία αποτελεί ένα φαινόμενο εν εξελίξει. Και ακριβώς έτσι λειτουργεί και ο εξουσιαστικός λόγος που θεμελιώνεται στην διαχείρισή της. Ωστόσο, η ποιητική συλλογή του Τριανταφύλλου αποτυπώνει έναν σαφή προβληματισμό της πρώτης περιόδου, του σοκ που δέχτηκαν οι πολίτες και άνθρωποι της τέχνης ως κοινωνικές οντότητες. Ο ακροατής/αναγνώστης στοχάζεται για την πανδημία, τα αίτιά της και για την πολιτική της διαχείριση. Η συλλογή δίνει αφορμή για έναν ευρύτερο καλλιτεχνικό διάλογο, αποδομώντας τον εξουσιαστικό λόγο.

Η συλλογή του Κωστή Τριανταφύλλου αποτελεί μία εξαιρετική στιχουργημένη ανάλυση της πανδημίας. Ωστόσο, απουσιάζουν οι γλωσσικές εκείνες αναζητήσεις που απαιτούνται από την ποίηση, προκειμένου να αναστατώσει τη γλώσσα. Εκλείπει η ανοιχτή πρόσληψη, με το βλέμμα στο διαχρονικό. Μολονότι ο λόγος του Τριανταφύλλου συγκρούεται με τον κυρίαρχο λόγο (discourse), δεν συμπληρώνεται από κάποια αισθητική πρόταση. Η ανατροπή του εξουσιαστικού λόγου δεν έρχεται μέσα από την συμβατική γλώσσα και τη συμβατική αισθητική. Η ποίηση, που ιδεολογικά προάγει τον κριτικό λόγο, έχει ανάγκη από μία γλώσσα αντισυμβατική προκειμένου να ανατρέψει τον συμβατικό λόγο της εξουσίας. Η ποίηση δεν αρκεί να στοχάζεται ή να ασκεί κριτική. Οφείλει να ανατρέπει και αισθητικά τις κυρίαρχες δομές και γλωσσικά, φέρνοντας στο προσκήνιο ένα λόγο διαφορετικό, ξεπερνώντας τις κρατούσες γλωσσικές δομές.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.culturebook.gr/kritiki-parousiasi/poihsi-kai-pandimia-kritiki-apo-ton-dimo-chloptsioudi.html?fbclid=IwAR1sle2LsrkCfd5Br1tp0vbmQ4KejM1KndYE_eH7sySUJuKt5VoBc2Es50

Θοδωρής Βοριάς, Οἱ στίχοι εἶναι σφαῖρες (αποσπάσματα)

[α ́]
Μέσα μου πόλεμος,
οἱ ποταμοὶ δακρύων
καὶ ἡ ψυχὴ πάνω στ’ ἀμόνι
μέχρι νὰ μάθει
ν’ ἀντέχει στὸ σφυρί.

[β ́]
Τὴ μέρα μικραίνεις μὲς στὸ πλῆθος,
μαραίνεσαι καὶ χάνεσαι στὸ δρόμο
μὲ βλέμμα χαμηλό.
Τὴ νύχτα πυρώνει τὸ μολύβι-
ντύνεσαι μαχητής, ἀνήμερος ἀγέρας,
πού ’χει ραμμένη στὴ σημαία του
ὁλάκερη πατρίδα ἀπὸ ποιήματα.

[δ ́]
Κάποτε ἔγραφες ποιήματα
κι οὔτε θυμᾶσαι ποῦ τὰ ἔκρυψες.
Μὰ οἱ στίχοι εἶναι σφαῖρες,
τὶς ξεχνᾶς ὅταν γυρίσεις στὴ ρουτίνα
τῆς εἰρήνης·
ξεδιπλώνεις κάποιο ροῦχο
καὶ ξεφεύγουν στὸ πάτωμα,
κοιτάζεις τὴν καρδιά σου
καὶ καρφώνονται στὰ μάτια σου.
Τὶς νύχτες οἱ σφαῖρες τρυπώνουν στὰ ὄνειρά σου κι ὅταν δακρύζεις,
ὁπλίζει μέσα σου
τὸ ποίημα ἑτοιμοπόλεμο.

[ε ́]
Ρωτᾶς τί εἶναι τὰ αὐτοάνοσα.
Στίχοι εἶναι σκαλισμένοι στὸ κορμί,
ποιήματα ποὺ γράφτηκαν μιὰ νύχτα,
κακόβουλες ματιὲς, λέξεις μαχαίρια
κι ἀνεμοστρόβιλοι ψυχῆς…

ὅπως ἐκεῖνος ὁ βαρδάρης,
μισὸς βοριάς,
μισὸς ἀντάρτης
μὲ δρασκελιὲς κατέβηκε τὸ Σέιχ Σού.

Τὴ νύχτα μάζεψε ὅ,τι ἦταν νὰ μαζέψει
καὶ τὸ πρωὶ γυρεύαμε τὰ ὄνειρα
κάτω ἀπὸ τὰ σκόρπια φύλλα μας
καὶ τὰ σπασμένα μας κλαδιά.

[η ́]
Μὲ τὰ χρόνια κύρτωσαν τὰ κλαδιά μου·
φοβᾶμαι μὴν ἔρθει μιὰ μέρα
ποὺ θὰ τὰ φτάνουν πιά,
γιὰ νὰ κρεμάσουν
ἡττημένους στρατιῶτες.

Φοβᾶμαι τὰ γράμματα
στὶς τσέπες τῶν κρεμασμένων,
τὶς νύχτες οἱ λέξεις θὰ ὠρύονται,
θὰ ἀλυχτοῦν χαροκαμένες Ἐρινύες.

*Από τη συλλογή “Ανιλίνες”, έκδοση Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου *108 / 2021.

Sophia De Mello Breyner, Αυτοί οι άνθρωποι

Το πρόσωπο αυτών των ανθρώπων
Μερικές φορές φωτεινό
Και μερικές φορές άξεστο

Μου θυμίζει σκλάβους
Μου θυμίζει βασιλιάδες

Ξαναγεννά το γούστο μου
Πολεμώντας και πολεμώντας
Ενάντια στο Όρνιο και το φίδι
Το Γουρούνι και το γεράκι

Για τους ανθρώπους που έχουν
Το πρόσωπο σημαδεμένο
Για την υπομονή και την πείνα
Είναι άνθρωποι για τους οποίους
Μια κατεχόμενη χώρα
Γράφει τ’ όνομά τους

Και μπροστά σ’ αυτούς τους ανθρώπους
Αγνοημένους και καταπατημένους
Σαν αλεσμένη πέτρα
Και περισσότερο από την πέτρα
Ταπεινωμένους

Η γωνιά μου ανανεώνεται
Και επανεκκινεί την αναζήτηση
Από μια ελεύθερη χώρα
Για μια καθαρή ζωή
Και μια καλή στιγμή

*Απόδοση: ΔημήτρηςΤρωαδίτης.

**Στη φωτογραφία της ανάρτησης η ποιήτρια Sophia DeMello Breyner (Πόρτο 1919-Λισαβόνα 2004).

Λίνα Βαταντζή, Το ψιθύρισμα του δάσους

Υποθέτω ότι
η αόρατη πλευρά του φεγγαριού
είναι η σημαντικότερη.
Όσα δεν αντιλαμβανόμαστε
εκπέμπουν σε συχνότητες
ασύλληπτες.
Ο ασημένιος δίσκος της νύχτας
σύντομα αλλάζει
μαχαίρι κοφτερό γίνεται.
Σκοτάδι απλώνεται
όταν
λεπίδες τεμαχίζουν τα βιβλία.

Ή μήπως
το σκοτάδι προϋπήρχε.

Λουκία Πλυτά, Calcarea Carbonica

Την έπιασε η νύχτα
μπροστά στους μεντεσέδες
κλειδαμπαρωμένη
τρεις φορές
από τα κόκαλα
ως το ρευστό του αίματος.
αστροφώτιστες ροές
κόχλαζαν
της ζεστασιάς το καλωσόρισμα.

Τίποτα,
ανάσα αποσβολωμένη,
κατάσαρκα στα μάτια η τύφλα.

Σου το ‘χα πει, το θεριό ζηλεύει
τα στέρεα παλάτια
κι από τις αιωνόβιες παπαρούνες
το κόκκινο που αστράφτει.

Ψέμα,
από το στόμα του,
στης σβελτάδας το ξελίγωμα
τ’ αγκίστρι.

Κλείνει τη ράχη
προς τη μέση
σαν μάγκωμα χρόνου που στερεύει.

*Από τη συλλογή “Calcarea Carbonica (μεταξύ βούλησης και επιθυμίας)”, Εκδόσεις Κύμα, 2017.

Antonia Pozzi, Δύο ποιήματα

Η ΖΩΗ

Στο κατώφλι του φθινοπώρου
μέσα σ’ ένα ηλιοβασίλεμα
βουβό

ανακαλύπτοτας το κύμα του χρόνου
και τη μυστική σου
παραίτηση

όπως από κλαδί σε κλαδί
ανάλαφρα
πέφουν τα πουλιά
που πια τα φτερά τους δεν τα βαστάζουν.

18 Αυγούστου 1935

*

ΚΡΑΥΓΗ

Να μην έχεις έναν Θεό
να μην έχεις ένα μνήμα
να μην έχεις τίποτα ακλόνητο
παρά μόνο πράγματα ζωντανά που δραπετεύουν –
να υπάρχεις δίχως χθες
να υπάρχεις δίχως αύριο
και να τυφλώνεσαι μέσα στο τίποτα –
-βοήθεια-
για τη δυστυχία
που δεν εχει τέλος

10 Φεβρουαρίου 1932

*Από το βιβλίο “Antonia Pozzi Λέξεις”, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2013. Μετάφραση: Άννα Γρίβα.

Μαρία Αγγελοπούλου, Νομαίο- Γεννητικό

κορυφή Η
είναι Ο

Ακατάληπτος

Ανώτατος

Προϋπάρχων Ράμα

υιοί στο σύνολο
«σπέρμα κορμιού και ουσία δικιά του»
Σαντιμέντο ως πυρ καταλίσκων ευφροσύνη
σ’ Εκείνον απέφερε
Ο προβών κατά μόνας
δε συμπορεύεται της χαρισματούχου φύσεως
Ο επιθημών έρπει
Ο μη διαφυλάτων δεν είν’ άξιος να εισέλθει στα
του οίκου μου
έως πλήρους διαστρέβλωσης του νου

Αδιαλείπτως προσεύχεσθε ως η ανάσα αυτομάτως επιτελείται
ως ο ύπνος αυτοβούλως έρχεται και παρέρχεται
ανθρωπίνων σκέψεων νοθείας προστατευόμενοι

καταδότης των φρικωδέστατων μυστικών των Θεών

*Από τη συλλογή ”Ζάρυα”, εκδόσεις Γκοβόστης, 2019.