Sibilla Aleramo, Γυμνή στον ήλιο

Γυμνή στον ήλιο
για σένα που με ζωγραφίζεις ακίνητη
τα στήθη μονάχα δίνουν τον ρυθμό
της ζωής που πάλλεται στην καρδιά.
Σαν τον ουρανό της αυγής
είναι για σένα αυτή η φωτεινή μορφή μου,
λιβάδι, νερό, μοναχικά πέταλα λουλουδιών,
κλαδιά αμπελιών σε γιορτή.
Και με θαυμάζεις και διάπυρα τα γλυκά σου δάχτυλα
τα οδηγείς πάνω στο τελάρο.
Γυμνή στον ήλιο κι ακίνητη,
θραύσμα της φύσης,
από σένα κυριευμένη, από σένα απορροφημένη ξανά,
είσαι εσύ που με αποθεώνεις
ή η δική μου θεότητα είναι που σε δημιουργεί,
καλλιτέχνη, τέχνη, πνεύμα;
Σιωπηλά τα στήθη αναπνέουν.

*Μετάφραση: Άννα Γρίβα.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Όψεις που πέφτουν

Όψεις που πέφτουν
Εικόνες που διαθλώνται
Περιτριγυρίζουν σαν εφιάλτες
Αλλά εσύ είσαι αλλού
Διαλέγεις τη μελαγχολία για βάλσαμο
Τη διατηρείς σαν φυλαχτό
Οι χαοτικοί περιορισμοί σε προσπερνούν

*Στην εικόνα της ανάρτησης Esteban Francés (1913-1976): Ο πίνακας με τις βεντάλιες (1946).

Νίκος Πριόβολος, Δύο ποιήματα

Βιβλιο-φιλικά

Ανά-γνωση.
Στ’ αντίκρυσμα \
διαδοχικών
ανθρώπινων όψεων.
Μορφών που προσπαθούσαν(,)
να δια-χειριστούν τις δικές τους ήττες.
Να τις εξανθρωπίσουν
[με πίκρα που δια-βρέχει τις λέξεις].

Όπως κι εκείνος.
Γέρος
εδώ και εικοσιτρία χρόνια.
Με μόνη περι-ουσία
το χρόνο.
Άπλετο χρόνο.
Χαμένο χρόνο.

Είχε κουραστεί
ν’ ανταποδίδει ματιές
καρφιά συμπάθειας
σ’ ηλικιωμένους εφήβους
[πρώην και νυν].
Για να ζήσει (σ)το σήμερα
να γίνει κομμάτι της αλήθειας τους.
Αν και σημασία
δεν έχει (τώρα) η διαδρομή.
Αλλά η αρχή και το τέλος.

Μια παρέα παιδιών.
Ζωντανές ζωγραφιές
(σ)το πρόσωπό τους,
επανέφερε μνήμες.

Παιδιά [όχι ράτσας]
σ’ ασφάλτινους καταυλισμούς
υπομνήσεις ελευθερίας,
ευφάνταστες πυρακτώσεις
από μάτια αστραφτερά
στη μοιρασιά του ονείρου.
Παιδιά
[όχι ερείπια].

Έφυγε.
Δεν άντεχε τόση ζωή.
Τόσα γαλάζια βλέμματα
πυκνώματα ουρανού.

*

Κηφισός

Κυριακή βράδυ
με πλωτά όνειρα.
Επιστρέφει στο σπίτι
από (παρα)ποτάμιους δρόμους
έμπλεος έρωτα.
Κάθε δεύτερη νύχτα
ποτίζει τις γλάστρες
μπαλκόνι που δε νοτίζει
τις λέξεις με κυνισμό.
Συνήθεια προσμονή
ευκαιρία για ημερήσια αυτοπροβολή
που δεν αρκείται σε ρόλους παρατηρητή.
Στην ηλικία του δεν ήταν ακόμη ανυπόφορη
η μυρωδιά ακριβών οραμάτων.

Ό,τι απέμεινε.
Ανταλλάσσει στιγμές
εξυψώνοντας όνειρα
θραύσματα παιδικής ηλικίας
[κατάλοιπο αθωότητας κάποτε θαλερής]·

Τόσης ζωής αφημένης στον 4ο όροφο
μ’ άσβεστη τη φλόγα της σάρκας.
Κάποιες στάλες ελπίδας
πάντα ανακουφίζουν.
Απόψε θ’ αποπλανήσει
τη λογική του.

Όταν ο καθένας «κτελεί ιδιοπεριστροφή
γύρω από τον άξονά του…
ποιο ηλεκτρόνιο δε θα λαχταρούσε
την αγκαλιά του πυρήνα;

*Από τη συλλογή “Συνήθεια του να ξύνεις τις πληγές σου”, Εκδόσεις bibliotheque, 2014.

Γιώργος Μπλάνας, Τρία ποιήματα

Ο ΚΟΤΣΥΦΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ


Τι όμορφα που είναι όταν ξυπνάς πριν ξημερώσει
κι ανοίγεις το παράθυρο και μπαίνει φτερουγίζοντας,
όλο φωτάκια και δροσιές, ο κότσυφας του σύμπαντος
και λέει: «Επιθυμώ τη δύναμή σου για να φέρω
σε πέρας το άγαλμα της μέρας».

Πραγματικά, καλλίπυγος κι εύζωνος και γλυκιά
η μέρα προμηνύεται και κάνει
χαρές βαθιά η καρδιά και παροτρύνει
το στήθος να συλλάβει στον αέρα
βέλη και δόρατα μεγάλων έργων.
Κρίμα!
Τρυπώνει ο ήλιος πεινασμένο ερπετό
στη βρώμικη φωλιά της πόλης και αρχίζει
να κομματιάζει τα ημερόπουλα: αίμα, σάρκα
μυρίζει και ο κότσυφας του σύμπαντος γυρίζει –
ποιος ξέρει πού. Πολύ φοβάμαι…

*


ΚΥΡΙΑΚΗ


Τα χέρια σου έχουν το άρωμα
κάποιων λουλουδιών, που είδα
σε μιαν αυλή στη νότια Γαλλία
και δεν έμαθα ποτέ τ’ όνομά τους.
Εκείνος ο ακανθόχοιρος,
που χάραζε το γοτθικό σκοτάδι,
τραβώντας για το σπίτι του,
σίγουρα θα ήξερε.
Αλλιώς, γιατί τόση σπουδή
μες στη μακάρια αργοπορία του;
Λοιπόν, θα τα λέω Κυριακή
τα λουλούδια και το άρωμα κι εσένα.

*


ΒΡΟΧΗ


Όταν έρχεται βροχή, τα χέρια σου
προσπαθούν να μου δείξουν κάτι φτερωτά.
Σωπαίνουν νευρικά, σαν σπουργίτια,
στις παλάμες μου* τα τρυφερά
νύχια τους ανοίγουν μικρές
αθέατες πηγές στα βαριά
σύννεφα των χεριών μου
και βρέχει, βρέχει.


*Από τη συλλογή “Ο κότσυφας του σύμπαντος και άλλα λυρικά πτηνά”, εκδόσεις Bibliotheque, 2021.

Γιώργος Κοζίας, Το τραγούδι της Σειρήνας

-Μ’ αρέσεις. Πάρε με στου κόσμου
το καράβι. Είμαι η Λίγεια. Η κόρη της Καλλιόπης.

Κωπηλατούσε από το εκτυφλωτικό φως
ως τη βαθειά σκιά. Κι εκείνη στάλαζε
στο στόμα του την ηδονή!

-Είμαι αθάνατη, γιατί όλοι οι θάνατοι χύνονται
μέσα μου. Είσαι ωραίος, νέος, με πλάνεψες
στο ανάκτορο των αιώνιων άμορφων νερών.

Ο Οίνοψ Πόντος φυσά την κοχύλα του.
Σε καλεί, λυγερή μου Λίγεια,
στις γιορτές της μακρινής καταιγίδας!

Θ’ αγαπηθούμε στις αποβάθρες των αναχωρήσεων
όταν δεν θα υπάρχει ανάμεσά μας θάλασσα.

*Από τη συλλογή “Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες”, εκδόσεις Στιγμή, 2007.

**Στην εικόνα της ανάρτησης Edward Armitage, Η Σειρήνα (1888).

Τάσος Π. Καραντής, Δύο ποιήματα

ΠΟΛΙΤΕΣ

Τρέχουμε
σε μια πολύβουη
πίστα θανάτου
κι ο ένας τον άλλον
βιαστικά προσπερνάμε
σ’ αυτό το πουλημένο ράλι
των ελπίδων.
Σε ροζ βιτρίνες
συνωστιζόμαστε
για να αγοράσουμε
πορνοκάμερες
και να αποθηκεύσουμε
αλλεπάλληλες ψηφιακές μέρες
στον υπολογιστή.
Με καλοψημένα τοξικά
μας ταΐζουν
κι όσοι στις εντολές τους
είμαστε νομοταγείς
παίρνουμε μπόνους παυσίπονα και ηρεμιστικά.
Κι όταν τη νύχτα ξεγλιστράμε
από την καθημερινή τους
εποπτεία
υποχρεωτικά συνδεόμαστε
με τον τηλεοπτικό φορτιστή μας
για να μην ξεμείνουμε
από νέους στόχους και πρέπει.

*

ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Φτιάχνουμε σπίτια
να χτίσουμε τον έρωτα
και να διαιωνίσουμε τη μιζέρια μας.
Φοράμε τίτλους
κρυβόμαστε σε στολές
χαιρετάμε σημαίες
και γυμνάζουμε το κορμί
με στρατιωτικές ασκήσεις.
Αδιέξοδους δρόμους ακολουθούμε
λατρεύοντας το τίποτα.
Νεκρές λέξεις μιλάμε
και ξερνάμε συνεχώς θάνατο
βάφοντας τον ουρανό
στο χρώμα του αίματος.
Έχουμε αντικαταστήσει με ριάλιτι
τα όνειρά μας
και πέφτουμε
ένας-ένας
στο πεζοδρόμιο
μ’ ένα σκοτωμένο χαμόγελο
στα χείλη.

*Από τη συλλογή “Υπήκοοι”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούλιος 2008.

Λεονάρδος Π. Χατζηανδρέου, Δύο ποιήματα

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ

Προαιώνιοι αντίπαλοι.
Ηχεί παράδοξη, ασυμβίβαστη
η συμφιλίωση.

Ζωή και θάνατος
στα μαρμαρένια αλώνια
σε μάχη προβλέψιμη
λύνουν τις διαφορές τους
στον απόηχο των πόνων της γέννας.

Κόκκινο στο κλαδί
το μήλο της γνώσης
σε αντίσταση μάταιη στο χρόνο καρποφορίας
στη μήτρα αναπαραγωγής του καταφεύγει.

Νομοταγής η εξέλιξη, πειθαρχημένη
στα βήματα της διαλεκτικής κίνησης
στην κρυφή αρμονία της αντίθεσης.

*

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ

Προς την έξοδο
δοκιμάζεται η απόφαση επιλογής.
Η εκτροπή στοιχείων από την αλληλουχία
χαρίζει διαδαλώδεις διαδρομές
καθώς η σκέψη απορημένη
αντικρίζει τη διασταύρωση.
Προσβλέπεις και στην εύνοια του ενστίκτου
για την υπόδειξη εξόδου
από τον λαβύρινθο.

*Από τη συλλογή “Βιαστική περιπλάνηση”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2019.

Γιάννης Καρπούζης, Παραμύθι του περιπλανώμενου

(Στο σημείο που ξεκίνησε το διάστημα να ραγίζει σκέφτηκαν όλοι μαζί, έναν αριθμό θερμικών μηχανών)

1
Θυμάσαι
οι πέτρες τόσο άτακτα ριγμένες στη γη
που σού ’λεγα μην κλαις
σήμερα μόνο σε παρακαλώ μην κλαις,
θυμάσαι;

2
Πλέοντας παράκτια
στη σκιά του κόσμου
περίμενες -όλοι περιμέναμε-
να ακουστούν έστω δυο λέξεις
μα η σιωπή έσκασε δίπλα στο αυτί
και στο ρήμαξε
το καημένο*
σήμερα που οι πανικοί πληθαίνουν,
ψιθυρίζω καμιά φορά άμα σε δω
«το για πάντα είναι πολύ βαριά κουβέντα»
και το οποίο θα πει
πως ανάβοντας τη γεννήτρια αστροστόλιστων
υψωμάτων
τρυπάει το αλεξίπτωτο
και τότε τσακίζεσαι πάνω στα βράχια
έστω και μ ένα Φωτοστέφανο (ήλεκτρου)
στο κεφάλι
έτσι μόνο παίρνουν πτήση
τα λόγια του μετεωρολόγου
ασκήσεις βαρομετρικών στην τρύπα του μήνα.

3
Ένας άλλος, ένας Νίκος
Έλληνας στο Παρίσι
πέταξε για λίγο
πάνω από την άσφαλτο
κι ας το γνώριζε ο άμοιρος
πως όταν σκάσουν οι λέξεις
θα σκάσει κι εκείνος.
Έτσι κι έγινε.

4
Τότε που ο Όντιν πλανήθηκε
στον κόσμο μας
από τη μακρινή στέπα μέχρι τα ελατοδάση
δίδαξε τους νέους,
να κόβουν τα νύχια
των γέρων
και των νεκρών.
Οι γίγαντες τους είπε μια μέρα,
Ράγκναροκ τη λένε τη μέρα,
θα κλέψουν όλα τα νύχια
από το σκοτάδι και θα
φτιάξουν ένα πολεμικό καράβι
που παρακάμπτει τους γαλαξίες
θα ξεφύγουν από τον πλανήτη τους
και θα επιτεθούν
Φωτιά και χιόνι θα απλωθούν στη Γη,
αδερφός θα κυνηγήσει αδερφό
η θάλασσα θα φτάσει ψηλά
στον ίδιο τον ουρανό
και οι νέοι τότε φοβήθηκαν
άκουσαν τον Όντιν τον περιπλανώμενο
κι έμαθαν πρώτοι αυτοί να χτίζουν καράβια
μέσα στους νεκρούς.

*Από τη συλλογή «Ο χάρτινος χρόνος τελείωσε», Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Δεκέμβριος 2019.

Σταύρος Σταμπόγλης, Ποιήματα

ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ

Η ψυχή μας έχει κάτσει πλάτη με τη θάλασσα
Ο ουρανός είναι πολλαπλάσιο
πρώην αθροισμάτων
Κι ο χώρος μας, ένας δρυμός από δωμάτια,
όπου ακόμη και η οδύνη χάνει
τις αιτίες της

ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΠΙΟΥ

Θα απαντηθούν οι απορίες, αλλά χωρίς
δάνεια από ερμηνευτικές διατάξεις
Δίχως παραμυθίες και συνταγές,
δίχως επικλήσεις θαυμάτων.
Ότι η ελπίδα γεννιέται,
δεν ανασύρεται

*Από τη συλλογή “Διαλεκτική βυθού”, Εκδ. Μανδραγόρας”, 2014.

ΒΑΘΟΣ ΟΠΤΙΚΗΣ

Το μάτι κομματιάζει την καμπύλη σ’ ευθύγραμμα τμήματα. Σχεδόν στίγμα προς στίγμα η ανασύσταση της εικόνας. Το χέρι μου συγγράφει σύμβολα καθώς μεταφέρω. Διάλογος κυματαγωγής κι ακολουθίες θυσίας. Τι είναι η θυσία, αν δεν είναι η ίδια η αλήθεια κάθε φορά. Κινητικότητα που πρέπει να εκφραστεί δίχως ενδοιασμούς μέλλοντος, δίχως άρνηση πεπραγμένων. Νόημα ελεύθερο σαν υδροφόρο σύννεφο. Μηχανή του ανέμου

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

Τα πελάγη, το ένα απ’ τ’ άλλο τρεις παλάμες γύμνια ο ωκεανός τους. Πέτρες χωραφάκια στην απεραντοσύνη η στεριά. Τα ποτάμια, αναρριχήσεις μόχθου μέχρι θυσίας, μέχρι σφάλματος, μέχρι την αδικία της ξηρασίας. Κι ανάμεσα οι κοστουμαρισμένες πολιτείες. Μπαχάρι το αποξηραμένο αίμα σωματοποιεί υποθέσεις πλημμυρίδας.
Τα νερά υπομένουν τη λήθη των επιχώσεων· τόπος να αποκαλυφθώ εκ νέου

*Από τη συλλογή “Διηγήσεις πόλεων”, Εκδ. Κέδρος”, 2016.

ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΑΟΡΑΤΗΣ ΡΗΤΙΝΗΣ

Η στεριά μου κατεβάζει τις μπόρες της με
χείμαρρους,
όταν έχει καιρούς δηλαδή, για να πούμε όλη
την αλήθεια,
το λάθος και το ψέμα να ποτίσουμε.
Κι ύστερα η ερυθρόμορφη καρποφορία των δρυμών
και
το κόκκινο κρασί των πεδίων, αιμορραγούν
στη θάλασσα ·
αυτόν τον αντιγραφέα τ’ ουρανού· κάποτε κάποτε
ορμώμενου από τη λογική της άλμης.
Και τότε, ναι τότε μόνο, τα χέρια σου, τα χέρια μου,
καθώς
βυθίζονται στην απεραντοσύνη της δίψας, η ζωή πατά
με επίγνωση τα πόδια της στη γη.
Αδελφοί εν fb, συνοδοιπόροι μου στο άυλο, βαδίζω
και τ’ ομολογώ: πλούσιος ειμί της έκπτωσης
στην εποχή.

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΔΙΑΛΟΓΟΥ

Το γνωρίζω αγαπητέ φίλε πως μοιάζω με σπιτικό
κατάκλειστο κάτω απ’ τον ήλιο του μεσημεριού.
Φήμες τοξικών εκπαιδεύσεων μ’ έχουν αλώσει.
Υποψίες δολιοφθοράς σχίζουν τα πρόσωπα
της νύχτας μου.
Κάτω απ’ τα πόδια νοιώθω αστραπιαίο ένα έδαφος
κι εγώ συνθλίβομαι στην ακινησία. Αν τολμούσα
ν’ ακονίσω το κέρατο, την ουρά να εξοπλίσω,
αλλά κατασβήνομαι στην αναπόφευκτη
εξέλιξη.
Με συγκρατεί και η πρόσοδος των επιχώσεων.
Ναι αυτό το σημείο της προόδου επιβάλλεται
προσώρας, όπου των οριζόντων το

ουσιώδες
ανάμεσα ασφυκτιά.

*Από τη συλλογή “Ατελές κολλάζ”, Εκδ. Κουκκίδα” 2020.

ΠΙΚΡΟΓΛΥΚΟ

Η αυτοϊκανοποίηση των εξατμίσεων· οι αδερφοφάδες
μέρες· αυτές η τέσσερις λέξεις κτίζουνε χρόνους
με λάσπη πένθους κι αγανάκτηση· κι αν θέλω
να φωνάξω με φιμώνει η εποποιία του φόβου
για το χείριστο· αυτή η πληγή.
Λίγο φαρμάκι επαρκεί να τρεμοσβήνει η οθόνη μου
και να φτωχύνει η λεμονιά, να ρημάξουνε οι νεραντζιές,
τα νυχτολούλουδα να πάρουν φως ·
να σβήσουν.
Χωρίς αρώματα πώς να πικρίσει το γλυκό
να το καλοσκαιρίσουμε κι εφέτος.
Αχ, περγαμόντο μου και νεραντζάκι, για μια φορά
ακόμη ας ανθίσουνε στα χείλη έρωτες ζαχαρωμένοι,
μελωμένοι · αχ περγαμόντο μου και
νεραντζάκι · το δροσερό νερό.

ΠΥΚΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ

Την αντέχουμε τη μέρα · γρανίτης· σύντριμμα όμως
κοφτερό κι άμμος γυαλί · λεπίδι οι σκιές ματώνουνε
το φως, ή λίγη στάχτη τίποτα. Και το τίποτα πνίγει
την πρόταση, συνθλίβει την πορεία.
Σμιλεύεται ο άνεμος στη γύμνια των φυλλοβόλων.
Ήχος ρολογιού σε δυο βήματα: πένθος-ναι, πένθος-όχι·
πένθος-ναι, πένθος-όχι. Όπου μοιάζουν άχνη
χρόνου οι παγετώνες στα οκτάωρα.
Το πεπερασμένο θα ζυμωθεί σε διαμαρτυρίες και
άλλους λαβύρινθους · το πείσμα της αγωνίας μας
σκαρφαλώνοντας, σκοντάφτοντας.
Αλλά η πόλη ερωτεύεται τον ποιητή έστω και
για ένα μονάχα λυπητερό τραγούδι· αρκεί να είναι
γινόμενο των πολλαπλασιασμών της.
Η πόλη· ό,τι μπορώ να ορίσω ως σμάρι συναφών
ελπίδων· κι εγώ εις μάτην προσπαθώ να βρω τις λέξεις
με το καλό το μέλι· να στάξω στα πικρότατα μια
τόση δα ομορφιά, παρηγοριές λυγμών,
γράφοντας-σβήνοντας.
“…Εφούσκωνε τ’ αέρι / λευκότατα πανιά, /
ωσάν το περιστέρι / που απλώνει τα φτερά…”

*Από τη συλλογή “τεθλασμένη πόλεως αφή”, Εκδ. Κουκκίδα”, 2021.

Yvan Goll, Ωδές στήν Κλαίρη

I
Βαθιά στ’ όνειρό σου κρέμεται το νέφος της βροχής
Οι καρποί της υπόσχεσης ωρίμασαν
Στο αράχνινο της παρουσίας σου υφάδι
Τ’ άστρα της νεκρανάστασης σαπίζουν

Σαν το ιερό κεφάλι της Αφροδίτης, το πανόμοιο δικό σου
Στη χλόη θα χορταριάσει, πάει καιρός
Που το φθινοπωριάτικο άγγιγμα το σκέπασε με πάχνη
Λήθη φτωχή κατοικία τυφλών

Κρατάω το κεφάλι σου με το κυρτό του μέτωπο
Όπου ο εγκέφαλός σου μες σε συνομιλίες από φωσφόρο
Μοιάζει σαν ένα ρόδο σαρκοφάγο

ΙΙ
Βάλε πάνω στ’ αυτί μου το ασημένιο κοχύλι του δικού σου αυτιού
Και μην πεις τίποτα: ακούω το κάθε τι που δεν ομολογείς
Κι ό,τι ποτέ δεν προαιστάνθηκες
Σκεπασμένη πυρκαγιά του πάθους

Μέσα σου βουΐζει ο μανιασμένος ωκεανός
Κραυγάζει μέσα σου ο Θεός με το σκοτεινό στόμα
Που είναι γεμάτο απειλή και κατηγόριες

‘Όταν στο πανηγύρι σου ένα κόκκινο βιολί ολολύζει
Φαντάζομαι πως εγώ σέρνω το δοξάρι
Όμως μονάχο τυ κραδαίνει το κορμί σου
Ό βιολιστής εγώ δεν ήμουν, όχι δεν ήμουν.

*Από την Ανθολογία Εγκόλπιο Ερωτικού Λόγου – Ανθολόγιο Ξένης Ερωτικής Ποίησης του 20ού Αιώνα, Εκφόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2000. Μετάφραση: Δημήτρης Παπαδίτσας.