Stéphen Moysan, So subversif / Τόσο ανατρεπτικό

Cris melancolie

La révolution
C’est quand l’extraordinaire
Devient quotidien.

Vive la Commune –
Si l’économie est malade
Qu’elle crève.

Nous ne voulons pas d’un monde
Ou la garantie de ne pas mourir de faim
Se paie par le risque de mourir d’ennui.

Επανάσταση
Είναι όταν το εξαιρετικό
Γίνεται καθημερινό.

Ζήτω η Κομμούνα-
Αν η οικονομία είναι άρρωστη
Αφήστε την να πεθάνει.

Δεν θέλουμε ένα κόσμο
Όπου η εγγύηση ότι δεν θα πεθάνουμε από πείνα
Πληρώνεται από τον κίνδυνο να πεθάνουμε από την πλήξη.

*

La France
J’adore le pays
Je déteste l’Etat.

Ras le viol
Un homme sur deux
Est une femme.

Allez faire
Le Mâle
Ailleurs.

Γαλλία
Λατρεύω τη χώρα
Μισώ το κράτος.

Ως εδώ με τον βιασμό
Ένας στους δύο άντρες
Μια γυναίκα.

Πηγαίνετε να κάνετε
Το αρσενικό
Αλλού.

*

Nous ne voulons pas
Une part du gâteau
Nous voulons la boulangerie.

Nous ne voulons pas
De plein emploi
Mais une vie bien remplie.

En fait
Nous voulons tout
Et nous prendrons le reste.

Δεν θέλουμε
Ένα κομμάτι της τούρτας
Θέλουμε το φούρνο.

Δεν θέλουμε
Πλήρη απασχόληση
Αλλά μια πολυάσχολη ζωή.

στην πραγματικότητα
Τα θέλουμε όλα
Και θα πάρουμε το υπόλοιπο.

*

Je ne veux pas
Suer comme un âne
Pour consommer comme un porc.

Le travail est à la vie
Ce que le pétrole est à la mer
Un naufrage.

Profonds traumatismes –
Les rêves de l’état
Sont nos cauchemars.

Δεν θέλω
Να ιδρώνω σαν γαϊδούρι
Να καταναλώνω σαν γουρούνι.

Η δουλειά είναι για τη ζωή
Ό,τι είναι το πετρέλαιο για τη θάλασσα
Ένα ναυάγιο.

Βαθιά τραύματα –
Τα όνειρα του κράτους
Είναι οι εφιάλτες μας.

*Μετάφραση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.

**Πηγή της εικόνας της ανάρτησης: https://www.eternels-eclairs.fr/cris-melancolie-poemes-poesie-stephen-moysan.php

Λαμπριάνα Οικονόμου, από τον “Καγκελάρη”

[κέρινο φως: νύχτα κοιμίζει πέτρα – όλα τ’ αγκά-
Θια: κόκκινα – πώς μοιάζουνε στον ξένο, πώς –
Χιόνι και παγανιά στο ρέμα:]

Χαράσσει αίμα η πλαγιά στο σβήσιμο του ήλιου
μόνο και θεοσκότεινο το μέγεθος της πλάσης

και στα ριζά βελανιδιάς καθίζω τη σκιά μου:
αυχένα στέρνο βροντερό πλάτη γερή και πόδια

σπαθί κραδαίνει θύμηση και λάμα τα ξεσκίζει
έτσι ανεμος να χαίρομαι σαν αποσβολωμένος

την ομορφιά της άνοιξης με σταυρωμένα χέρια
σαν σώμα οπαρασιτικό σε ρωμαλέο δέντρο

να του στερεύω δύναμη ώσπου να το εξαντλήσω
και αλλού να σέρνομαι έπειτα για να το παρασιτίζω

[ασβέστης άνοιξη και φως λεπίδι, δειλά η αυγή
απλώνεται στους φράχτες – και ο Σκοτεινός δεν
Τάζει του βλαστού:]

Πάνω που πάω να συνηθίσω
πετάγεται λερναίο φριχτό κεφάλι
[αυτήν τη μοχθηρία λέω επιστροφή].
και ούτε που μάχομαι άνυδρα
μάτια έως την κόγχη: μα-
κροδικός με το πλατάνι
που με γνωρίζει αμίλητο
θυμό μες στη σκιά
και σβήνονται τα νέα της ημέρας.

Παλιός είναι ο πλάτανος παλιά σκιά σκοτίζει
κουφάρι του μ’ εχθρεύεται, ζόφος του πήζει αίμα

βλέπω κλωνιά να σείονται και να αναμερίζουν
σπάζοντας νομοτέλεια του βέβαιου θανάτου

[post tenebras lux:]

Μετά αστραπές. Και σπεύδει ο κόσμος
να χωρέσει σκοτάδι στις παλάμες.
Κάποιος το κρύβει σε παγούρι, άλλος
κάτω από στρώμα. [Για την ιστορία:
Το φως είναι σαν το νερό].

Μερεύει ανθρώποη καρδιά και ρίχνει τα σκουτιά της
αντέχει ο κόσμος ερπετό: κάψα χιονιού πληγή του

[στάχυα:]

Άκου: λυγίζουν προσευχή, σκίζουν τα πόδια,
προσπερνάς, βλασταίνουν αίμα και –
[διακόπτει βίαια μια ύποπτη χημεία – καρποί
και άνυδρες φλέβες: συντρίμμια στα χέρια θεριστή].

[άγνωρη ησυχία σε έκταση, ώσπου στριγκλίζουν
φρένα – σύνορα πίσσα που καίγεται αίμα:]

Τροχός στα μάτια: Ντίσελντορφ –
και σάρκες του Εμίν [ο κόσμος λιώνει
επάνω μας γρανάζια], Ντίσελντορφ:
δώδεκα μάρκα σώμα μίσος,
Ντίσελντορφ: ασημένιο σκυλί
που παίζει κόκαλο
το χέρι μου.

*”Καγκελάρης”, Εκδόσεις Κοβάλτιο, Μάιος 2020.

e.e. cummings, Δύο ποιήματα

Photo: Corbis

xx.
μου ζήτησες να ’ρθώ: έβρεχε λίγο,
και η άνοιξη’ μια αδέξια λαμπρότητα του αέρα
έξοχα σκόνταφτε πάνω από την πλατεία,
μικροί γυρίνοι-ερωτευμένοι άνθρωποι αναδεύονταν

από βραδύγλωσσα μαργαριτάρια χτυπημένοι,
φύλλα που σείονταν
στη σειόμενη ευωδιά του καινούριου
—κι έπειτα. Άρεσε στα τρελά μου δάχτυλα το φόρεμά σου
….το φιλί σου, το φιλί σου ήταν ένα διακριτό εύθρυπτο

άνθος,
και η σάρκα τραγανή έφερε
του έρωτα το δόντι μου στα όρια. Έτσι ως την αυγή
έχοντας ο ένας τον άλλο υποσχεθήκαμε να ξεχάσουμε—

γιατί δεν απομένει τίποτα να μαντέψουμε:
τους φτηνούς έξυπνους μηρούς, τους ηλεκτρικούς κοινότοπους
μηρούς’ τα μαλλιά βλακωδώς ανεκτίμητα.

xxii
ολότελα έχω χάσει τα μυαλά μου και το διασκεδάζω ενδεχομένως εξαιτίας
.του δειλινού κι αν
ίσως ονει-ρικό Είναι(όχι-
εντελώς τα δέντρα ν’ αγκαλιάζουν με την έξαψη,
συνεκτικό φως
)μόνο για να εντοπίσω με
άκαμπτα αργά αλαλάζοντα μάτια πέρα από το
κούμπωμα των πραγμάτων τον άγρυπνο πρόθυμο μύθο
του σώματος,που παραδόξως θα κορδώσει
το οκνηρό ανεκτίμητο χαμόγελό μου,
ώσπου
αυτό το τόσο ασθενικό πελώριο άστρο(μήπως το
βλέπεις;)κι αυτό θα χορέψει επάνω στη γυμνή
και έσχατη σιωπή και το δειλό
(μόλις σ’ αγγίζω)και λάγνο φεγγάρι
θα βυθιστεί επιδέξια στον λόφο.

*Από το βιβλίο “λοιπόν ας φιληθούμε – ερωτικά ποιήματα” Εκδόσεις Πατάκη, 2η έκδοση, 2010. Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός – Γιάννης Δούκας.

Μάνια Μεζίτη, Τρία ποιήματα

[family outlet]
στο τέλος της μέρας
ήταν δύσκολα στο σπίτι
όταν περνούσε το τρένο
και προσπαθούσε να ισορροπήσει
στις πρόχειρες ράγες
που είχαμε στήσει στο πάτωμα
έκανε φασαρία δαιμονισμένη
εμείς το κοιτάζαμε νωχελικά απ’ τον καναπέ
συνήθως δεν το προλαβαίναμε
μισοκοιμόμασταν εκείνη την ώρα

[ευρεσιτεχνία]
πίστευα στα πλοία
του πατέρα
ταξίδευαν νοερά
σε κόσμους
από ειδικά υλικά
και αντοχή στο χρόνο

[προγονικό]
απόκρημνες πλαγιές
μαυροντυμένες
ο γιάννης με κολλαριστό πουκάμισο
κάπνιζε πατημένες γόπες
τα όπλα ησύχαζαν δίπλα στην πόρτα
η γιαγιά ετοίμασε τη μαγγανεία της
ψωμί με ζάχαρη και λάδι
ανάμεσα στα πόδια μας

*Από τη συλλογή “η μαύρη ανάμεσα”, εκδ. κύμα, 2018.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δύο ποιήματα

ΟΝΕΙΡΟ ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΤΗ

Και είπεν ο Θεός, συναχθήτω το ύδωρ το υποκάτω του ουρανού εις συναγωγήν μίαν, και οφθήτω η ξηρά. Και εγένετο ούτως.

Φοράς το κατάρτι στο μέτωπο
Ένα πρόσω ολοταχώς στοχεύει στα μάτια
Τρέχει το σούρουπο το αίμα να μαζέψει
Οι πειρατές προφυλαγμένοι στο γαλάζιο σου μανίκι

Ποτέ δεν παίρνω είδηση το παραμικρό
Κοιμάμαι πάντα μπρούμυτα
Με το ‘να άκρο σηκωμένο
Κι ύστερα το ψάρι κατάκοπο απ΄ το πρωί στο πόδι
Αδειάζει το νερό με τις χούφτες

ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Στην επαρχία ως συνήθως
κάπου μεταξύ Βενιζέλου δώδεκα και Σκρα γωνία
διασταυρώνονται οι σιωπές
όπως διασταυρώνονται κι οι παύσεις
έντεκα παρά τέταρτο
μ’ εκείνον τον κοκκινολαίμη
που ‘σπαγε το παιχνίδι της σιωπής
μόλις σώπαινε ο θόρυβος του αυτοκινήτου

Εσύ κοιτούσες ένα ανοιξιάτικο αστέρι
κι έγραφες ποιήματα
με βραδύτητα που πιθανόν
το χρώμα στο λαιμό του ξέβαφε
αποτελείωνες τη φράση σου συμβολικά
τεντώνοντας μπροστά τα πόδια
η γάτα τρόμαζε από τον γδούπο της πατημασιάς αφού
με τον καιρό σαφώς και είχε χάσει το ανάλαφρο
το βάδισμα των αιλουροειδών του δάσους
Κατόπιν εγώ γυρνούσα
Και βλέπαμε ειδήσεις
Καθώς έπαιζες νευρικά τα δάχτυλά σου
Δυο-τρεις σταγόνες αίμα έβρεχε.

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο Οικόπεδο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνιος 2017.

Κώστας Θ. Ριζάκης, Δύο ποιήματα

των ποιητών

είναι το πήλινο το στόμα της νεκρής
που αφηνιασμένο μάς μιλά
κι αφουγκραζόμαστε στίχους πολλούς τα βράδια

έτσι κλειδώνοντας το επέκεινα
στην πρώτη άδολη φύση του
σαν μέσα σε σκιά μισομαντεύουμε
από κατεβασμένο πίσω παραβάν

το μισερό το φως των ποιημάτων

γιατί ό,τι λάμπει εντός του κρύβει θάνατο
ό,τι πριν ειπωθεί φτάνει απ’ τα χαμένα

αλλ΄ επιστρέφουν σε ζωή ενσώματες οι λέξεις μας

ενώ η βροχή μεθυστικά ριπίζει πεπρωμένα!

*Από τη συλλογή “τα τελευταία ονόματα” 2010.

στον δρόμο

ω, να ο δρόμος π’ οδηγεί στο φως
τι κυκλικές στροφές τι σκόνη
κι όλος ανήφορος κοφτός
ολόκληρος
σαν εκκωφαντική μια τυμπανοκρουσία

ίσως κι ο έρωτας κάπως απλοϊκά
να δένει την καρδιά με ένα βέλος –
το αίμα σάλπιζε στη γκρίζ’ ανηφοριά
τα βήματα όμως σέρνονταν όλο και πιο βαριά

αγάπη αγάπη δύσβατη ερημιά –

(καλύτερα μη διαβάζεις το τέλος!)

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ‘Πόρφυρας”.

**Τα δυο αυτά ποιήματα προέρχονται από το βιβλίο “Κώστας Θ. Ριζάκης, χώμα με χώμα η μάχη”, Εκδόσεις Ρώμη, 2019.

Nikanor Parra, Όνειρα

Ονειρεύομαι μια καρέκλα κι ένα τραπέζι
Ονειρεύομαι πως πάω βόλτα με αυτοκίνητο
Ονειρεύομαι πως γυρίζω μια ταινία
Ονειρεύομαι ένα κοκτέιλ Μολότοφ
Ονειρεύομαι πως είμαι τουρίστας πρώτης θέσεως
Ονειρεύομαι πως είμαι καρφωμένος σ’ ένα σταυρό
Ονειρεύομαι πως τρώω κολιούς
Ονειρεύομαι πως περνάω ένα γεφύρι
Ονειρεύομαι μια φωτεινή άβυσσο
Ονειρεύομαι μια γυναίκα με μουστάκια
Ονειρεύομαι πως κατεβαίνω μια σκάλα
Ονειρεύομαι πως κουρδίζω μια πιανόλα
Ονειρεύομαι πως σπάνε τα γυαλιά μου
Ονειρεύομαι πως καρφώνω ένα κιβούρι
Ονειρεύομαι το πλανητικό σύστημα
Ονειρεύομαι ένα ξυραφάκι
Ονειρεύομαι πως παλεύω μ’ ένα σκύλο
Ονειρεύομαι πως σκοτώνω ένα φίδι.

Ονειρεύομαι πουλάκια που πετάνε
Ονειρεύομαι πως σέρνω ένα πτώμα
Ονειρεύομαι πως με πηγαίνουν στην κρεμάλα
Ονειρεύομαι ένα νέο κατακλυσμό
Ονειρεύομαι πως είμαι ένα γαϊδουράγκαθο.

Ονειρεύομαι επίσης πως πέφτουνε τα δόντια μου.

*Από το βιβλίο “Νικανόρ Πάρρα, Ποιήματα και Αντιποιήματα”, εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2002. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Διώνη Δημητριάδου, στέκομαι εδώ στα ριζά του λόφου

πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο
Alber Camus

στέκομαι εδώ στα ριζά του λόφου
και μετρώ αυτό το μάταιο
του Σίσυφου πανάρχαιο ταξίδι
ως την κορφή και πάλι, πίσω
και αυθαιρέτως εκτιμώ
πως δίκιο είχε ο παλαιός Εφέσιος
σαν ίδιο τον έβλεπε τον δρόμο πάνω ή κάτω

έτσι κι ο Σίσυφος της κάθε εποχής
σαν λίγο ατενίσει προς τα πάνω
όλα τα θέλει κι όλα τα ελπίζει
δεν ξέρω αν τότε είναι ευτυχής
ίσως ορθότερο να πω φέρελπις πως νιώθει

μα κι όταν συλλογιέται πάλι ξανά
το ανέβασμα στην κορυφή
καθώς κατηφορίζει αυτόν τον ίδιο δρόμο
για το παρά τη λογική επαναλαμβανόμενο
εγχείρημα
μάλλον θα νιώθει ευτυχής
σε τούτο το ατελείωτο παιχνίδι
ανάμεσα στον πόθο για ερμηνεία
και στην παραλογή σιωπή
ο Σίσυφος περιγελά την τάξη αυτού του κόσμου
με μιαν απλή εξίσωση
«οδός άνω κάτω μία και ωυτή» 1

1.Ηράκλειτος, Περί Φύσεως, fragmentum B 60, Diels-Kranz

Ζ. Δ. Αϊναλής, από την “Αστική Γεωγραφία”

Ενύπνιο

Αν μια στιγμή σταματήσεις να κατουρήσεις στην άκρη του δρόμου πίσω από το κατσιασμένο δεντράκι σαν τον κλέφτη γύρω γύρω κοιτάζοντας μέσα στην νύχτα του χειμώνα τότε πρόσεξε τον ήχο που έρχεται το διερχόμενο μηχανάκι πάνω τον άνθρωπο κόκκινη μάσκα στο πρόσωπο μίσχο στα χέρια φέρνει δώρο βίαιο θάνατο μεθυσμένη σιωπή τριγύρω ουρανός και το χιόνι που πέφτει πυκνό να σκεπάζει το πτώμα σου

Πολλές Φορές Μέσα Στη Νύχτα

Πολλές φορές μέσα στη νύχτα ακούς τους ήχους που περιμένεις ν’ ακούσεις αυτή βέβαια είναι μια κατάσταση εντελώς φανταστική σαν τις πληγές στο σώμα των δέντρων όμως από κάπου πρέπει να ξεκινάει κανείς τις νύχτες κραυγές ηδονής γνώριμοι ήχοι οι σούστες που τρίζουν άγνωστων κρεβατιών κάπου στο βάθος ανοίγει μια βρύση κάποιο σώμα με μαθηματική ακρίβεια διεισδύει στο νερό αυτή η πόλη δονείται τις νύχτες οι μόνες στιγμές που θα μπορούσε να ζει εναγκαλισμένα πτώματα ανεκπλήρωτων εραστών μετεωρίζονται στον αέρα στιγμές δανεικές τα φώτα διπλώνουν συζευγμένες αναπνοές όλην νύχτα σαρώνουν τα σκουπιδιάρικα τα σκουπίδια κι εκείνο το ασώματο νυχτικό που κάποτε βρήκα κρεμασμένο σε όμορα σύρματα ηλεκτροφόρα κρυφά το κράτησα γέρας παρηγοριά σιωπηλή συντροφιά να σφουγγίζω τις νύχτες έκνομα δάκρυα θύοντας σε μικρά ματοβαμμένα εδώλια μοναξιάς κάτω απ’ το μειδίαμα περιπαικτικό των αγγέλων

Απόφαση

Κι έτσι όπως δεν μπορούσε κανείς να εξαφανίσει τη θλίψη μου τίποτα είπα κι εγώ να εξαφανίσω για λίγο τον εαυτό μου έτσι τρύπωσα στην πρώτη κηδεία που βρέθηκε μπροστά μου στο πρώτο άδειο φέρετρο αθέατος στην πιο παράμερη γωνιά της πομπής εκατοντάδες άνθρωποι το μεσημέρι ένας ήλιος έκαιγε κατακόρυφα όσο με θάβανε ζωντανοί ζωντανό σε κάποιου άλλου τη θέση τώρα τόσα χρόνια νεκρός περιμένω στο τάφο μου κάποιο σύνθημα εναγώνια ακούγοντας τους χειμώνες μονότονη μουσική το ψίθυρο της βροχής

Ιστορία #1

Ήταν πια καταδικασμένος οι μέρες της χάριτος είχαν πλέον παρέλθει τελειωτικά που γυρεύαμε λίγο φως τους χειμώνες ελπίζοντας ακόμη με τ’ άλλα παιδιά και το κατάλαβε αμέσως με το που σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι του τουρτουρίζοντας απ’ την παγωνιά όχι που είχαν μεσολαβήσει τίποτε δραματικές μεταπτώσεις του κλίματος ή ανακατατάξεις της σύστασης των συστατικών του αιθέρος οι αστερισμοί λάμπαν τέτοια ώρα ξεψυχισμένα λάμπανε πάντως πάντα στην ίδια πανάρχαιη θέση που τους είχαν ορίσει η Άρκτος στην Άρκτο ο Υδροχόος στον Υδροχόο η Βερενίκη στη Βερενίκη διπλή το μόνο σημείο χειροπιαστό ήταν αυτό το πουλάκι που βρέθηκε στο μπαλκόνι του κρεμασμένο με σπασμένα φτερά είναι η πληρωμή μου που εγώ δεν ζητιάνεψα ποτές ήταν η εποχή της μεγάλης Υπερηφάνειας τότε παίρνανε με τα κάρα τα πτώματα σκασμένα και τα καίγανε άρον άρον στις χωματερές με τα πλαστικά μπουκαλάκια του νερού τάφοι ομαδικοί έπειτα ασβεστώματα κι άλλα ασβεστώματα ξανά και ξανά αιώνες ολόκληρους θάψανε τότε πολλούς κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο μια στιγμή να χωνέψει τη μοίρα του δεν μπορώ πλέον να περιφέρομαι μ’ αυτό το τσεκούρι μες την καρδιά το έβγαλε και το απόθεσε προσεκτικά στο γραφείο με τα υπόλοιπα αντικείμενα προσωπικά στυλό μολύβια χαρτιά έβγαλε ένα ένα τα ρούχα του μέχρι το τελευταίο γυμνός άνοιξε την πόρτα και βγήκε ανυπεράσπιστος στο εκτυφλωτικό φως του Δεκέμβρη ψυχρό κανείς μας δεν άκουσε έκτοτε να γίνεται λόγος γι αυτόν μονάχ’ ακουγόταν κάποτε ένα ράμφισμα παράξενο στο παράθυρο από κάποιο αθέατο πουλί κι εκείνο το μακρόσυρτο κλάμα παράπονο να ταράζει απ’ το φωταγωγό τις νύχτες την ησυχία μας

sine lege, το κάπνισμα σκοτώνει

τα τσιγάρα σας
διαχωρίζονται από όποιον νόμους θέτει

με γνώμονα αποκλειστικό των βιομήχανων την τσέπη

σε μαλακά και σε σκληρά
το ίδιο άλλωστε και τα πακέτα τους
βιομηχανία μαζική

εκλέπτυνσης της βαρβαρότητας
λείανσης της σκληράδας
και φοροαποφυγής των ευθυνών

τα σκληρά τσιγάρα εισβάλλουν μέσα σου
σε ξεγυμνώνουν
τα ρούχα σου πεταμένα στην καρέκλα
το μυαλό σου έκθετο στον υπέροχο τρόμο της ζωής
τα χέρια σου κρεμασμένα ζητούν βοήθεια
τα στερεμένα ποτάμια μοιάζουνε ξαφνικά να κυλάνε ανάποδα
κι εσύ ακίνητος απορείς πώς άραγε έφτασες μέχρι εδώ

τα μαλακά τσιγάρα σε χαιρετίζουν φιλικά
ύπουλα σου σφίγγουν τα πνευμόνια
πίσσα και νικοτίνη σου χαρίζουν με αφειδία

και μια συντροφιά που τάχα δε ζητάει ανταλλάγματα

ένας αναπτήρας στέκει εξάλλου πάντα κάπου εκεί κοντά

φίλος καρδιακός
και συ νομίζεις δήθεν

πως μόνος σου ξανά ποτέ δεν θα ‘σαι

έτσι και τα πακέτα σας

τα καυτά ζητήματα της τσέπης αφορούν

τα μαλακά πακέτα χωράνε παντού
στα δύσκολα και στα εύκολα
μια τόση δα τσέπη αποζητούν
στο βόλεμά σου σύντροφοι και πρωτεργάτες
κυκλοφορούν παντού μαζί σου και άλλο τίποτα δεν αποζητούν
μόνο ένα άγγιγμα δικό σου μέσα απ’ την τσέπη του μπουφάν
ίσα για να αισθανθούν κι αυτά πως κάπου υπάρχουν
κι ας στερηθήκανε όλες της ύπαρξής τους τις γωνίες
για να μονίμως άλλοι στέκονται στα πόδια τους
αγέρωχοι και όμορφοι
και σίγουροι για της ζωής τους τα σήματα καπνού

μα τα πακέτα τα σκληρά
γωνίες γεμάτα και σκληράδα
αρνούνται να συμβιβαστούν με μία τσέπη ενός μπουφάν
ρόλο πρωταγωνιστικό επί του τραπεζιού κατέχουν
κι αν θες στ’ αλήθεια το βράδυ σου μαζί τους να το μοιραστείς
πρέπει από τον εαυτό σου χώρο και χρόνο να δώσεις
θα σου χαρίσω δηλητήριο κι απόψε μα πρέπει από όλα τα άλλα εμένα να προτάξεις
μοιάζουν σαν να σου λένε

και η ταμπακέρα
όχι όχι κουβέντα απόψε για την ταμπακέρα
τρέμω να την ανοίξω
ξέρω πως από μέσα της του πόνου μου τα τέρατα

σταυροφόροι ετοιμοπόλεμοι θα δραπετεύσουν

και πως θα τρέξεις να την κλείσεις

πριν καν προλάβει η ελπίδα μου μια αναπνοή να πάρει

γι’ αυτό σου λέω άφησε την πανδώρα ήσυχη απόψε

ίσα το μύθο της να καταπιεί

και να επιστρέψει ύστερα βουβά

σε ένα κιτάπι εικονογραφημένο

εγώ θα σου μιλήσω μόνο για μύθους αντικαπνιστικούς
παραβολές αχρείαστες και άκακες
που δεν πληγώνουν δεν χαράζουν δεν σπαράζουν
και τα νερά αφήνουν απαλά νανουριστά να κυματίζουν
μόνο για παραμύθια με επιμύθια παιδικά θα σου μιλάω πια
κρατώντας άπασες τις γωνίες μου στρογγυλεμένες
χωρώντας μες στην τσέπη σου αβίαστα
ίσα για να με κουβαλάς σε μια εσοχή αθέατη
χωρίς να σου κοστίζω πια
χωρίς βάρος χωρίς πόνο χωρίς ερωτηματικά

δίχως ούτε να φαίνομαι
εδώ θα μείνω στριμωγμένη μαζί με τα θαυμαστικά μου
αποσιωπώντας με αυταπάρνηση της στίξης τα σημεία
ελπίζοντας κι εγώ σ’ ένα τσιγάρο κάποτε
που με καπνό βαρύ και αποπνικτικό
με θράσος την ατέρμονη νύχτα μου θα αναστατώσει
και δίχως του πόνου το αντάλλαγμα
την καινούρια μου ζωή
ανέπαφη από προπετάσματα καπνού
θα μου επιστρέψει

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://nullapoenasinelege.wordpress.com/2021/06/07/%cf%84%ce%bf-%ce%ba%ce%ac%cf%80%ce%bd%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%b1-%cf%83%ce%ba%ce%bf%cf%84%cf%8e%ce%bd%ce%b5%ce%b9/