Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, Η γοητεία του παλιού

Η απροσμέτρητη γοητεία του παλιού
ανάμνηση, βιβλίο, περιοδικό.
Η μυρωδιά, το σώμα του, το καρδιοχτύπι,
το κομπρεσέρ ανάβει της επιθυμίας και της νοσταλγίας.
Αγάπη ανεξαργύρωτη,
της φαντασίας αερόστατο.

Παλιά «χαρτάκια» (έτσι τα λέγαμε)
με ηθοποιούς και ποδοσφαιριστές
και με σημαίες κρατών
που από πίσω έγραφαν γλώσσα, πρωτεύουσα, προϊόντα κλπ.,
Τα «Ηρακλείδια» με τους άθλους του Ηρακλή,
μέσα σε μικρές σοκολάτες ΙΟΝ.
Και φυσικά τα θρυλικά «καραγκιοζάκια»,
με τις πολύχρωμες φιγούρες.
Όπως επίσης και «Γκαούρ-Ταρζάν»,
«Μικρός Σερίφης» και «Μικρός Καουμπόϊ».

Δράμα, 19 Νοεμβρίου 2023

Wislawa Szymborska, Δύο ποιήματα

Διαζύγιο

Για τα πιτσιρίκια το πρώτο τέλος του κόσμου.
Για τη γάτα ένας καινούργιος αφέντης.
Για την σκύλο μια καινούργια οικοδέσποινα.
Για τη σκάλα της επίπλωσης, γδούποι, ο δρόμος μου ή η λεωφόρος.
Για τους τοίχους άδεια τετράγωνα
όπου κάποτε είχαν κρεμάσει φωτογραφίες.
Για τους γείτονες νέα θέματα, ένα διάλειμμα στην πλήξη.
Για το αυτοκίνητο καλύτερα να υπήρχαν δύο.
Για τα μυθιστορήματα, τα ποιήματα – εντάξει, πάρε ό,τι θέλεις.
Χειρότερα με τις εγκυκλοπαίδειες και βινύλια,
για να μην αναφέρω τον οδηγό για τη σωστή χρήση τους
που αναμφίβολα στηρίζει δείκτες πάνω στα δύο ονόματα –
είναι ακόμα ενωμένα με τον σύνδεσμο “και”
ή τα διχάζει μια εποχή;

*

Η επόμενη μέρα – χωρίς εμάς

Το πρωινό αναμένεται ψυχρό και ομιχλώδες
Σύννεφα βροχής
θα μετακινηθούν απ’ τα δυτικά. Φτωχή ορατότητα.
Ολισθηρές οδικές αρτηρίες.

Βαθμηδόν καθώς προχωράει η μέρα
Μέτωπα με υψηλές πίεσις απ’ τα βόρεια
κάνουν πιθανή την τοπική λιακάδα.
Εξαιτίας των ανέμων ωστόσο, κατά διαστήματα
δυνατοί και θυελλώδεις,
μπορεί να μεταλλαχθεί σε καταιγίδες.

Τη νύχτα
χωρίς σύννεφα σ’ όλη τη χώρα,
μόνο στα νοτιοδυτικά
μια μικρή πιθανότητα επανάληψης.
Η θερμοκρασία θα πέσει απότομα
ενώ οι βαρομετρικές ενδείξεις δείχνουν άνοδο.

Η επόμενη μέρα
υπόσχεται να είναι λιόχαρη,
αν και εκείνοι που είναι ακόμα ζωντανοί
θα πρέπει να έχουν μαζί τους ομπρέλες.

*Από το βιβλίο “Βισουάβα Σιμπόρσκα – Εδώ – Ποιήματα (2005-2009) – Μια ανθολόγηση”, Β’ έκδοση, Εκδόσεις Σοκόλη 2021. Απόδοση-επιμέλεια: Βασίλης Καραβίτης.

Francis Picabia, Ποίημα

Artwork: Francis Picabia

Στις τσέπες της ζωής του
Η καρδιά του χόρτα τρυφερά
Αλλαξοπίστησες ώρες επιπλέον
Ιωδιούχο ποτάσσας καθολικής
Το στρατόπεδο πίσω
Ιστορία αδέξιων αληθειών
Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε
Οι γυναίκες βιζαβί
Πίκρα των ιδεών
Που στιγματίζουν το μοναδικό τέλος του ανθρώπου
Άσε με να σκεφτώ αναγνώστη τη μοίρα του
Ευτυχία δικιά σου βεβαιώνουν ποιος κλουβί δικό σου από κάγκελα τα
Σ’ ένα λαγούμι γαιάνθρακα
Στοχεύουν στις ιδιοκτησίες στενοχώραφων
Απογοητεύσεις θα εμποδίζατε ένα όνειρο γαλήνιο
Να ζει μ΄’ίσα σ’ ένα ακάματο χαμόγελο
Που το επικαλούνται σε ώρες μωρουδίστικες
Προς τι οι άυλοι ανατροπές
Να είναι καρνέ τσέπης
Που προστίθενται ακαταπαύστως
Για μια θρησκεία παρηγορητική
Όπως η ηθική του Χριστού
Εγωιστικό βασίλειο
Στο μουσείο του Λούβρου
Δρόμοι όταν γεράσω
Κουραστικολι όπωςένας σκύλος
Το καθημερινό μου βιβλίο καλό ανθρωπάκι
Στα μεγάλα βουλεβάρτα
Μακριά απ’ το Παρίσι
Θα είναι ο κόσμος λάθος επιτυχία
Ο Κάρολος Φλοκέ τα μάτια πεισματικά κλειστά
Μύγα η ομπρέλα παιδί
Και οι δικές σας σκέψεις
Είναι φλυαρίες καθημερινές αθλιότητες
Που χαμογελούν σε μανιακούς
Που αγαπάμε ευτυχία θράσος
Περί στομαχικού πόνου
Η πτήση των εφήμερων αεροπλάνο
Οδηγεί το όνειρο της υπομονής W.C.
Αγαπώ τους πιστούς της Σκηνής της κιβωτού
Που βουτούν σ’ ένα κύμα

*Από το βιβλίο “Φράνσις Πικάμπια – Μοναδικός ευνούχος”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2018. Μετάφραση: Ανδρέας Νεοφυτίδης.

Η ποιητική της ασθένειας ως βίωμα του ασθενούς: Η συμβολή της Χριστίνας Λιναρδάκη

Tου Δήμου Χλωπτσιούδη
 
ΣΚΠ, Χριστίνα Λιναρδάκη, Ενάντια, 2024
 
Η ποιητική της ασθένειας, ως υποείδος της ποίησης του ιδιωτικού ή αυτοβιογραφικής ποίησης, αποτελεί έναν χώρο όπου η σωματική και ψυχολογική εμπειρία της νόσου μετασχηματίζεται σε ποιητικό λόγο. Ενώ η ιατρική αφήγηση τείνει να αντικειμενοποιεί τον ασθενή, η λογοτεχνική προσέγγιση επιτρέπει την υποκειμενική ανασύνθεση της ασθένειας με έμφαση στο τραύμα μέσα από μια γλώσσα ωμή και ρεαλιστική. Όπως σημειώνει η Susan Sontag στην εισαγωγή του διάσημου Illness as Metaphor (1978) η ασθένεια είναι η νυχτερινή πλευρά της ζωής, μια επαχθής ιθαγένεια. Όλοι όσοι γεννιούνται έχουν διπλή υπηκοότητα, ζώντας στο βασίλειο της υγείας και το βασίλειο της νόσου. Αν και όλοι προτιμούμε να χρησιμοποιούμε μόνο το καλό διαβατήριο, αργά ή γρήγορα καθένας μας είναι υποχρεωμένος, τουλάχιστον για ένα διάστημα, να αυτοπροσδιορίζεται ως πολίτης του άλλου τόπου.

Στην ελληνική ποίηση το υποείδος υπηρέτησαν γυναίκες, καθώς η ασθένεια ως υποείδος της αυτοβιογραφικής ποίησης, προβάλλει αμήχανες στιγμές που εκθέτουν το ποιητικό υποκείμενο, είτε με έμφαση στην αναπηρία (Αγγελάκη-Ρουκ, Ειρήνη Παραδεισανού) είτε ως βίωμα του συγγενή που παρακολουθεί την εξέλιξη μιας ασθενείας (Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Αλεξάνδρα Μπακονίκα). Η επιλογή των ποιητριών να εκθέσουν τον εαυτό και το τραυματικό βίωμα, ωστόσο, έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τον ανδρικό εξουσιαστικό λόγο, που επιδιώκει να εκφράσει το κοινόν. Οι γυναίκες ιστορικά προβάλλοντας το ιδιωτικό, αναζήτησαν μία νέα εκφραστική επιλογή να απομακρυνθούν από την ανδρική αισθητική και να εκφράσουν το άτομο, προσπαθώντας να συνδέσουν το βίωμα των αναγνωστών/αναγνωστριών με το δικό τους ως μία κοινή εμπειρία.

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Χριστίνας Λιναρδάκη, ΣΚΠ (Ενάντια, 2024), εισάγει στα ελληνικά γράμματα το υποπεδίο της ποιητικής της ασθένειας ως βίωμα του ασθενούς, προσφέροντας μια σκληρή ματιά στην εξέλιξη της σκλήρυνσης κατά πλάκας, και αυτή είναι η η μία σημαντική προσφορά της Λιναρδάκη στην ελληνική ποίηση –η άλλη εστιάζει στην κριτική και τις μεταφράσεις της).

[…] Ο μυελός μου
ένα πεδίο μάχης
διάστικτο από λευκούς κύκλους
πάνω στο μαύρο της μαγνητικής […]

Η συλλογή δεν αποτελεί απλώς μια ποιητική καταγραφή, αλλά μια ριζοσπαστική επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο η χρόνια ασθένεια διαμορφώνει την ταυτότητα, τον χρόνο και τις σχέσεις του ποιητικού υποκειμένου. Οι συνθέσεις λειτουργούν ως ποιητικό ημερολόγιο αυτοαποκάλυψης και αποδοχής, και διατηρούν χαρακτηριστικά ιατρικής αφήγησης (medicine narratives) από τη σκοπιά του ασθενούς, θυμίζοντας τις συχνές αναφορές της Χαράς Χρηστάρα σε ψυχιάτρους και την ψυχαναλυτριά της.

Η συλλογή αποτελεί μια σημαντική συμβολή στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, καθώς προσεγγίζει το τραυματικό βίωμα όχι ως μεμονωμένη στιγματική εμπειρία, αλλά ως πολυδιάστατη διαδικασία σωματικών και ψυχολογικών εγγραφών. Η ποιητική έκφραση της Λιναρδάκη, βασισμένη στο αυτοβιογραφικό υλικό, αποκαλύπτει την οντολογική ευπάθεια της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα από ένα πρίσμα βαθύτατης ανθρωπιστικής ευσπλαχνίας. Ο ποιητικός λόγος δεν λειτουργεί μόνο ως κατανόησης εργαλείο, αλλά κυρίως ως μορφή ηθικής και υπαρξιακής αντίστασης έναντι της απώλειας σωματικού και ψυχικού ελέγχου. Η ποιητική πράξη δεν αποσκοπεί στη θεραπεία του τραύματος –κάτι που θα συνιστούσε μια απλοϊκή θεραπευτική ανάγνωση– αλλά στην ωμή εικονοποίησή του, μετατρέποντάς το από απρόσληπτο φαινόμενο σε διαχειρίσιμη εμπειρία.

Ο νοσοκομειακός χώρος μεταμορφώνεται ποιητικά σε τόπο φαινομενολογικής αναστοχής, όπου ο ποιητικός λόγος αποκτά την ιδιότητα του υπαρξιακού εργαλείου επιβίωσης. Σε μια εποχή ιατροκρατούμενων αφηγήσεων, όπου ο πόνος τείνει να υποβαθμίζεται είτε σε απρόσωπη στατιστική είτε σε κλινική περίπτωση, η ποιητική παρέμβαση της Λιναρδάκη υπενθυμίζει τον αναγκαίο ρόλο της Τέχνης να φωτίζει τις πιο ευάλωτες διαστάσεις της ανθρώπινης εμπειρίας. Μέσα από αυτό το πρίσμα, η συλλογή δεν περιορίζεται στην αυτοθεραπευτική αφήγηση, αλλά επεκτείνει τον διάλογο σχετικά με τις ηθικές και κοινωνικές προεκτάσεις των χρόνιων ασθενειών, θέτοντας ζητήματα που αφορούν τόσο την ιδιωτική όσο και τη συλλογική διάσταση του πόνου. Η ποιητική γραφή αποκτά πια χαρακτήρα παρέμβασης στη δημόσια σφαίρα, προκαλώντας τον αναγνώστη και την αναγνώστρια να αντιμετωπίσουν κριτικά τις επικρατούσες αναπαραστάσεις της ασθένειας και της αναπηρίας.

Η Λιναρδάκη, σε αντίθεση με δημιουργούς που ασχολούνται με την ασθένεια ως εξωτερικοί παρατηρητές (π.χ. συγγενείς ή ιατρικό προσωπικό), εστιάζει στην προσωπική σωματική εμπειρία, όπου το τραυματισμένο κορμί μετατρέπεται ταυτόχρονα σε θύμα και μάρτυρα, όπως στο «Ηλεκτρομυογράφημα»:

Στο πόδι ή αλλού στο σώμα
δεν ενοχλεί
στο πρόσωπο όμως
δεν είναι μόνο ο πόνος
είναι η φρίκη
του ακούσιου σπασμού που
[…]
σε μετατρέπει σε
σπασμένο είδωλο
αυτού που ήσουν πριν.

Βασικό χαρακτηριστικό στην ποιητική της ασθένειας είναι η αμεσότητα της γλώσσας. Αυτή η επιλογή φέρνει τον αναγνώστη και την αναγνώστρια πιο κοντά στο βιωματικό περιεχόμενο, καθώς το προσωπικό βίωμα της ποιήτριας συναντά τις εμπειρίες του κοινού.

Σε αντίθεση με άλλες ποιήτριες που ασχολούνται με την ασθένεια (όπως η Μπακονίκα και η Λουκίδου, που αναφέρονται τον καρκίνο, ή η Σιδηρά, που εστιάζει στην άνοια), η Λιναρδάκη δεν επικεντρώνεται μόνο στην απώλεια, αλλά και στην προσπάθεια της ασθενούς να αποδεχτεί τη νόσο:

[…]
το ένα πόδι έπαψε
ξαφνικά να λειτουργεί
μετατράπηκε σε
άσκοπη απόφυση που
απλά κρεμόταν
χρειάστηκα είκοσι λεπτά
για μια απόσταση
εκατό μόλις μέτρων
[…]

Στο πλαίσιο της εξομολογητικής ρητορικής η ποιήτρια εκθέτει άβολες στιγμές από την εξέλιξη της ασθένειας:
[…]έτυχε να κατέβω απ’ το μετρό επειδή βράχηκα
κι όμως μου πήρε πάνω από πέντε χρόνια
να συνειδητοποιήσω πως έχω πρόβλημα
δεν ξέρω πόσα μέχρι να το δεχτώ
«Ακράτεια»
ή άλλοτε δίνει έμφαση στα ιατρικά εργαλεία και τα φάρμακα:
Aubagio, Gilenya, Zeposia
Εξωτικές ονομασίες[…]
«Φάρμακα»
η νευρολόγος μου είναι φύση ρομαντική
πιστεύει πως τα φάρμακα
βρίσκεται η θεραπεία[…]
«Ιατρικός ρομαντισμός»
Μπλε και πράσινες πεταλούδες
χύμα
μέσα σε άσπρα κουτιά
[…]
που προορίζονται για ορούς.

«Πεταλούδες»

Ως μέρος της ποίησης της αγωνίας και του άγχους, η ποιητική της ασθένειας μάς επιτρέπει να στοχαστούμε και να συγκινηθούμε για το απρόβλεπτο του ανθρώπινου βίου, θυμίζοντας τη θέση του Σόλωνα και τη ματαιότητα των συλλογικών οραμάτων, όταν αδιαφορούμε για το ίδιο το άτομο. Το υποείδος αναδεικνύει τη ματαιότητα του αγώνα ενάντια στη φθορά, τον χρόνο, τη θνητότητα και τη νόσο. Οι σωματικές παθήσεις φέρνουν στην επιφάνεια μια έντονη αντίθεση συναισθημάτων, καθώς το σώμα παλεύει με την παρακμή: απογοήτευση και θυμός, αποστροφή και παραίτηση, απελπισία αλλά και ελπίδα.

Συχνή συνθήκη σε τέτοια ποιήματα είναι ο νοσοκομειακός χώρος ως ποιητικό σκηνικό, όπου ο τόπος και ο χώρος παραμορφώνονται υπό το βάρος της ασθένειας. «Στη νευρολογική κλινική» διαβάζουμε:

Οι θάλαμοι μιας νευρολογικής κλινικής
είναι κάπως πιο ανθρώπινοι
οι γιατροί σε εξετάζουν τακτικά
[…]
κάθε φορά με την ίδια αλληλουχία:
αντανακλαστικά
κίνηση ματιών
συγχρονισμοί
παραμάνες, διαπασών, σφυράκια και
δυνάμεις
Ένας επαναλαμβανόμενος αλγόριθμος […]

Οι νοσοκομειακοί χώροι δίνουν την ευκαιρία για την καταγραφή πολλών εικόνων, ως μια βουβή κραυγή απελπισίας και αγωνίας για τον εαυτό και τον άλλο:

Μάτια σφιγμένα δυνατά
μέσα στον μαγνητικό τομογράφο
η φωνή του τεχνικού ραγισμένη
μετά από μια αιωνιότητα
«τελειώσαμε» ανήγγειλε[…]
«Mediterranean Hospital»
Ένας νεαρός
περπατά με πι
δεν μπορεί να ισιώσει την πλάτη του
μιλά για το τελευταίο χειρουργείο του
για την αντλία κορτιζόνης στη σπονδυλική του στήλη
είναι μόλις δεκάξι

«Στον διάδρομο»

Η ασθένεια έχει ισχυρό έλεγχο στη φαντασία μας. Η ποιητική της ασθένειας έρχεται να μάς θυμίσει ότι παρά τις ιατρικές τεχνολογικές προόδους του 20ου αιώνα, ο άνθρωπος παραμένει αιχμάλωτος του σώματος και της αρρώστιας. Όταν η ανάπτυξη αντιβιοτικών για την καταπολέμηση των λοιμώξεων, η αυτονόητη δημόσια υγιεινή και τα εμβόλια για την πρόληψη επιδημιών δημιουργούν την αντίληψη ότι ζούμε σε μια σχεδόν μετα-ασθένειας εποχή, η ποιητική της ασθένειας μάς προσγειώνει στην τρωτότητα του σώματος και μάς θυμίζει ότι τελικά το άτομο δεν είναι άτρωτο και πως η υγεία του μπορεί να κλονιστεί ανά πάσα στιγμή. Η ασθένεια, με την αβεβαιότητα και τον πόνο που φέρνει, μας υπενθυμίζει την ανθρώπινη φύση και την ανάγκη για κατανόηση. Μέσα από την έκφραση του πόνου και της ευαλωτότητας (θυμικό), η ποιητική της ασθένειας αντιστέκεται στην απ-ανθρωπιά και την ψυχρή λογική (κυνισμός)· υποχρεώνει το άτομο να εκφράσει τα συναισθήματά του, δημιουργώντας έναν χώρο για την κατανόηση και την ενσυναίσθηση.

*Από το fractal art.gr

Mutalib Abdulla, Τρία ποιήματα

ΘΑΝΑΤΟΣ

Καιρό τώρα είμαι πολύ στενοχωρημένος
Πιάνομαι από ό,τι υπάρχει
Καταλήγω να απομακρύνομαι από τον εαυτό μου
Πουθενά δεν ανήκω, βηματίζω μέσα στα μοναστήρια Ψάχνω
κάποιον που δεν είναι εδώ 
Αλλά ακούω πίσω από τα μοναστήρια 
Με καλεί, τον ακολουθώ 
Απομακρύνομαι από τον κόσμο
Η ψυχή μου γίνεται καταρράκτης ιδρώτα 
Λένε πήγαινε στο νοσοκομείο 
Πέφτω κοντά στο νεκροταφείο

*

ΙΔΕ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Το όνομά μου αγνοώ
Μετά από ζωή στης φύσης την αγκαλιά, με καρδιά ανοιχτή, το όνομά μου αγνοώ
Με μάτια σφαλιστά, ο κόσμος μού άρπαξε την καρδιά
Η ψυχή μου λαχταρά τη φύση
Μα ξέρω, η ζωή είναι προφύλαξη από ό,τι ποθούμε
Η καρδιά μου απ’ τον κόσμο αποξενώθηκε, μακάρι να μην άνοιγα τα μάτια
Ο θάνατος, προϋπόθεση λύτρωσης απ’ τον πόνο
Όσα ζητάμε δεν είναι το να γίνουμε κόσμος
Ούτε όρος να γίνουμε φύση
Μα λύτρωση απ’ τη μοναξιά
Μακάρι να γινόμουν θάνατος, αντίθετος του κόσμου
Με καρδιά γεμάτη όνειρα, θα γύριζα στο κενό
Ίδε ο θάνατος, προϋπόθεση λύτρωσης απ’ την αμφιβολία
Μετά από ζωή στον κόσμο
Με της νύχτας τη φαντασία κατακτώ τη φύση
Πού είναι το σπίτι μας, αγνοώ
Το όνομά μου αγνοώ.

*

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΕΛΕΙ…

Δεν θέλω να βγω από τον πόλεμο του θανάτου
Μπρος στον καθρέφτη χτενίζω τα μαλλιά προς τα πάνω και λέω στον εαυτό μου
Τι θέλεις
Από τον πόλεμο της ηδονής που δεν ελέγχεται
Τη φαντασία που η ζωή λαχταρά
Την παράξενη επιθυμία που είναι ο θάνατος και
Ο άνθρωπος γερνά στην αναμονή
Τι θέλεις
Ρωτώ τον καθρέφτη
Δεν ρωτώ τον πόλεμο
Αυτή είναι η αληθινή επιθυμία
Η ζωή τη θέλει
Εγώ δεν τη θέλω
Κρατιέμαι μακριά από τον πόλεμο του θανάτου
Λύτρωση από τον κλειστό κύκλο της επιθυμίας
Που με την πρώτη ματιά φαίνεται πως η ζωή τη θέλει
Εγώ δεν τη θέλω
Ζητώ από τη γλώσσα να με προστατέψει από τον πόλεμο του θανάτου
Ζητώ από τον θάνατο να με προστατέψει από τον πόλεμο της γλώσσας
Ζητώ από τον πόλεμο να με προστατέψει από τον θάνατο της γλώσσας
Όλη αυτή η αυτοκαταστροφή
Αυτές οι επιθυμίες
Ένα κενό απύθμενο
Η φαντασία το θέλει
Ο άνθρωπος το προσμένει
Μπρος στον καθρέφτη χτενίζω τα μαλλιά προς τα πάνω και λέω στον εαυτό μου
Τι θέλεις
Μπρος στον καθρέφτη κλείνω τα μάτια και λέω
Ποιος είμαι εγώ που ο θάνατος επιθυμεί.

*Ο Mutalib Abdulla, ένας διακεκριμένος Κούρδος συγγραφέας και μεταφραστής, γεννήθηκε το 1962 στην πόλη Ερμπίλ, την πρωτεύουσα της Περιφέρειας του Ιρακινού Κουρδιστάν. Μέχρι σήμερα, συνεχίζει να ζει και να δημιουργεί στην πόλη που τον γέννησε. Με ένα εντυπωσιακό έργο που περιλαμβάνει 33 δημοσιευμένα βιβλία, ο Abdulla έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της κουρδικής λογοτεχνίας. Έχει λάβει πολλές τιμητικές διακρίσεις εντός του Κουρδιστάν και έχει βραβευτεί πολλές φορές για το έργο του.

**Μετάφραση από τα κουρδικά στα ελληνικά: Omed Qarani.

Μανώλης Αναγνωστάκης, Τέσσερα ποιήματα

ΑΝΑΜΟΝΗ

Πόσα χρόνια να γυρίσει…
Κι όμως η μυρουδιά της χυμένη παντού
Ξεχασμένη σ’ όλο το δωμάτιο στις πιο απίθανες γωνιές
Σάμπως να ζει ακόμη ανάμεσα μας!

Όμως πρέπει να γύρισε ύστερα από τόσα χρόνια
Αυτές τις ώρες την προσμένω κάθε βράδυ
Σχεδιάζοντας με το μολύβι κόκκινα στόματα απάνω στο χαρτί
Όπως και να ’τανε έπρεπε να τρίξει πάλι η πόρτα
Ας είναι κι απ’ τον άνεμο.

Ας είν’ με δυο ημικύκλια στεγνά πάνω στα χείλη
Στο μέτωπο κατάμαυρες ραβδώσεις
Φτάνει που θα ’ρθει μοναχά ύστερα από χρόνια
Μόνο που θα ’ρθει!…
Σχεδιάζοντας κόκκινα φλογερά στόματα απάνω στο χαρτί.

…Νόμισα πώς θα πνιγόμουνα!

*

ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ…

Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ’χουμε πια τι να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει. Πόσο είσαι όμορφη, μα δε βρίσκω άλλο τρόπο
να σ’ το πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να πούμε πώς κι εμείς ταξιδέψαμε,

Ο κόσμος ψάχνει σ’ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο τον έρωτα, μα δε βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
Απ’ την ’Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και στη Σαγκάη- είναι κάτι κι αυτό δεν
μπορείς να το αμφισβητήσεις.

Καπνίσαμε —θυμήσου— ατέλειωτα τσιγάρα συζητώντας ένα βράδυ
—Ξεχνώ πάνω σε τί— κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο μα τόσο ενδιαφέρον.

Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι εκεί θα ’ρθεις και θα με ζητήσεις
Δεν μπορεί, Θε μου, να φύγει κάνεις ποτέ μοναχός του.

……………………………………………….

Τον πρώτο Μάρτη, στον πόλεμο, γνώρισα έναν Εγγλέζο θερμαστή
Που μου διηγήθηκε ολόκληρη την ιστορία του Σάμ Ντέυλαν
«Είναι αργά» μου είπε κάποτε «θα ’πρεπε πια να πηγαίνουμε
Μα δεν είναι ανάγκη επιτέλους να κλαίτε τόσο πολύ για έναν άνθρωπο πού σκοτώθηκε.
Πέθανε στην αγκαλιά μου και ψιθύριζε ένα γυναικείο όνομα
Είναι πολύ γελοίο να πεθαίνεις και να ψιθυρίζεις ένα γυναικείο όνομα».
Το μούτρο του άσπριζε παράξενα. Ύστερα δεν τον ξαναείδα.

*

13.12.43

Θυμάσαι που σου ’λεγα: όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι.
Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δε θα θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε.
Ένα μαντήλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού
Κι έβρεχε αλήθεια πολύ κι ήτανε έρημοι οι δρόμοι
Με μια λεπτήν ακαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι οι άνθρωποι τόσο λησμονημένοι
–Γιατί μας άφησαν όλοι; Γιατί μας άφησαν όλοι; Κι έσφιγγα τα χέρια σου
Δεν είχε τίποτα τ’ αλλόκοτο η κραυγή μου.

… Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε
Μες στις πολύβοες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες
Με μιαν επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας
Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν
Ξεχνούσες τα δάκρυα, τη χαρά και τη μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκά πανιά π’ ανεμίζονται.
Ίσως δε μένει τίποτ’ άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε.
Μες στην ψυχή μου σκιρτά το εναγώνιο. Γιατί,
Ρουφώ τον αγέρα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης
Χτυπώ τους τοίχους της υγρής φυλακής μου και δεν προσμένω απάντηση
Κανείς δε θ’ αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου.

Κι εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται
Μια μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη σου και σβήνει
Κι ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου
Τη χαμένη μας άγνοια, τα χαμένα φτερά.

*

ΕΠΙΤΑΦΙΟΝ

Εδώ αναπαύεται
Η μόνη ανάπαυση της ζωής του
Η μόνη του στερνή ικανοποίηση
Να κείτεται μαζί με τους αφέντες του
Στην ίδια κρύα γη, στον ίδιο τόπο.

*Από τη συλλογή “Εποχές”, Θεσσαλονίκη 1945, ιδιωτική έκδοση.

Alejandra Pizarnik, Το κελί

Έξω υπάρχει ήλιος.
Δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν ήλιο
αλλά οι άνθρωποι τον κοιτούν
και ύστερα τραγουδούν.

Εγώ δεν ξέρω από ήλιο.
Εγώ ξέρω τη μελωδία του αγγέλου
και το φλογερό κήρυγμα
του τελευταίου ανέμου.
Ξέρω να ουρλιάζω το ξημέρωμα
όταν ο θάνατος υποβάλλεται γυμνός
στη σκιά μου.

Εγώ δακρύζω κάτω απ’ τ’ όνομά μου.
Εγώ κουνώ μαντίλια τη νύχτα και βάρκες
θλιμμένες από την αλήθεια
χορεύουν μαζί μου.
Εγώ κρύβω καρφιά
για να σταυρώσω τ’ άρρωστα όνειρά μου.

Έξω υπάρχει ήλιος.
Εγώ ντύνομαι με στάχτες.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή «Οι χαμένες περιπέτειες» [1958]. Εμείς το πήραμε από το βιβλίο «Alejandra Pizarnik, Ποιήματα», επιλογή-μετάφραση Στάθης Ιντζές, Εκδόσεις Ενύπνιο Θράκα, Αθήνα 2020.

Τάσος Πορφύρης, Πέντε ποιήματα

Ι. Σωσίβιο

Όταν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουμε το υπόγειο όπου
Αναπαύονταν σε ράφια τα παλιά σκονισμένα βιβλία
Έπρεπε να το απαλλάξουμε από τα χιλιάδες ανείπωτα
Λόγια που κάλυπταν σ’ ένα σεβαστό ύψος το πάτωμα
Αυτά που στήριζαν τα γραμμένα στα βιβλία και τα
Καμάρωναν γιατί κατόρθωσαν να γίνουν κάτι έστω
Συντροφιά για κάποιον που δεν έχει από κάπου να
Κρατηθεί και γραπώνεται απ’ τα φωνήεντα των
Λέξεων καθώς τον ταξιδεύουν στους αντίλαλους των
Κορυφογραμμών και στα ξυπνήματα των εύφορων κοιλάδων.

ΙΙ. Επιστροφή

Όταν ξαναφάνηκε το άγαλμα που ’χε εξαφανίσει η ομίχλη
Δεν ήταν το ίδιο το αγέρωχο ύφος μια ανάμνηση πες
Το τεντωμένο σε ευθεία χέρι γερμένο σ’ αποχαιρετισμό
Από τη ρευματική αρθρίτιδα που τον ταλαιπωρούσε με την
Υγρασία γέρασε και τ’ άλογό του δεν φουρμάζει δεν αδημονεί
Χτυπώντας τις οπλές του κανένας κίνδυνος να τον ρίξει κάτω
Οπότε η θέση των χελιδονιών στο πηλήκιο εξασφαλισμένη
Όταν γυρίζουν από τα θερμά κλίματα και ψάχνουν για
Τις περσινές φωλιές κάτω από τις σκεπές των ολίγων
Εναπομεινάντων ετοιμόρροπων προκλασσικών ποιημάτων.

ΙΙΙ. Σύρραξη

Κανονιοβολισμοί στο στερέωμα από αντιμαχόμενες στρατιές
Μαύρων σύννεφων αστραπές στα μήκη και τα πλάτη του
Κι αργότερα οι εφεδρείες για την οριστική διεκδίκηση
Του χώρου: το άγριο ποδοβολητό του ιππικού στους τσίγκους
Της σκεπής των σπιτιών κι ανάμεσα οξείς ήχοι από τα
Διασταυρούμενα ξίφη των αντιπάλων κι όσο κρατούσε
Η σύρραξη άφωνη άγρια χαρά στα στήθια κι όλα να
Χάνονται στη στέρνα κι όλα να μεταλλάσσονται σε δροσερό
Πόσιμο νερό για τους κοπιώντες και πεφορτισμένους.

IV. Κιβωτός

Το δάσος πλησιάζει το σπίτι χρόνο με το χρόνο
Δειλά-δειλά κάλυψε τον κήπο με τα οπωροφόρα
Αγρίεψαν κι αυτά οι καρποί τους σκληροί
Κατάλληλοι για τα δόντια του βοριά και το ράμφος
Της κίσσας η περγουλιά αγκάλιασε την καμινάδα
Απ’ όπου τα σταφύλια γνέφουν απελπισμένα για να
Σωθούν από τα κύματα της πράσινης θάλασσας
Για όσο παίρνει το μάτι το δάσος κατοικημένο
Από τους υπηκόους του κρυμμένους σε μυστικές σπηλιές
Στις εμπατές φρουροί πυκνές συστάδες δέντρων
Ελέγχουν τα πάντα μην ξαναρχίσει το παλιό
Παιχνίδι είναι της φαντασίας μου τα χτυπήματα στους
Ταρσανάδες ή βρίσκεται στα σκαριά η νέα κιβωτός;

V. «Σχεδόν μεσοπόλεμος»

Βαδίζει σκεφτικός ψιλοβαριέται
-το πεζοδρόμιο από βήματα υποφέρει-
Ψάχνει μια φράση “motto” να φοριέται
Στο ποίημα που τη λύτρωση θα φέρει
Βράδυ και βρέχει στη μικρή πλατεία
Σταγόνες -φωτοστέφανα- στα γύρω φώτα
Ένας περαστικός μια φιγούρα αστεία
-κι η μουσική καημός του Nino Rotta-
Τρέχει κρατώντας μια μικρή ομπρέλα
Το στήθος του σπαράζει από λυγμούς
Θα μπορούσε να κάνει κάποια τρέλα
Όμως τον κρατάει όμηρο μια εποχή
-σε δυσανάγνωστες ανάκατες σελίδες-
Και βρέχει «βρέχει μια παλιά κίτρινη βροχή»

*Από τη συλλογή “Οι μέσα μας πληγές”, Εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 2015.