Langston Hughes (1902-1967), Τραγούδι για να τραγουδιέται από μαύρο κορίτσι

Πέρα, μακριά κατά τον Ντίξι,
(πώς μου σπαράζεται η καρδιά)
κρεμάσανε ψηλά σε δέντρο
τον νιό, τον μαύρο αγαπημένο μου.

Πέρα, μακριά κατά τον Ντίξι,
(ψηλά στον αέρα τσακισμένο
ένα κορμί).
Πες μου, λευκέ Ιησού Χριστέ μου,
η προσευχή σε τι ωφελεί;

Πέρα, μακριά κατά τον Ντίξι
(πως μου σπαράζεται η καρδιά)
είναι γυμνή σκιά η αγάπη

σ’ ένα γυμνό, ροζιάρικο δεντρί.


*Aπό το βιβλίο “Νέγροι ποιητές”, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1966.

**Μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου.

Χ.Π. Σοφίας, Βαβυλώνα

Με επισκέπτεσαι συχνά μέσα στα ερείπια
της Βαβυλώνας
Κρατάς σφιχτά στα χέρια σου τη συνοδεία
των αστεριών
Με λέξεις υγρές που μου μιλούν όπως η θάλασσα
στο ακρογιάλι της
Στη σκοτεινή τραπεζαρία των επισκεπτών αφήνεις
επάνω ηλιοτρόπια πληγωμένα
Τι να σημαίνει το μοβ χρώμα στα χείλη σου;
Τι να σημαίνουν τα ασημένια καρφιά σου;
Και τα σκόρπια βότσαλα στην ιατρική σου τσάντα
που τα βρήκες;
Δεν υπήρξες ποτέ ταξιδιώτης μόνο μια δυο φορές
θυμάσαι ένα πρωί;
Όταν θέλησες να πετάξεις από την ταράτσα και δε
σε άφησαν τα χελιδόνια
Τις ζωγραφιές σου δεν τις πέταξα τις έχω κρατήσει
για τα απογεύματα που τα δένδρα κρυφομιλούν
Με επισκέπτεσαι συχνά μέσα στα ερείπια
της Βαβυλώνας
Φοράς ένα καπέλο με φτερά νεκρού παγονιού
και μυρίζεις λιβάνι
Έρχεσαι μόνος με αυτό τον άγνωστο ίσκιο
που κάθε φορά λιγοψυχάει όταν με συναντάει
Δε σε γνωρίζω δε με γνωρίζεις και όμως έχουμε
το ίδιο σημάδι στο μέτωπο όπως οι εχθροί
Ξέρω είχαμε κάποτε συναντηθεί σε εκείνο το λόφο
έξω από την πόλη που δεν υπάρχει πια
Σε θυμάμαι με θυμάσαι ήμουν αυτός που
προτίμησα να βγάλω τα μάτια μου για να μη βγάλω
τα δικά σου
Είμαι ο τυφλός της Βαβυλώνας με γνωρίζουν
όλοι εδώ πέρα
Πρέπει να φύγεις ξημέρωσε είσαι εχθρός και εδώ
δε σε γνωρίζει κανένας
Πρέπει να φύγεις πριν ξυπνήσουν τα πουλιά
και οι άνθρωποι πρέπει να φύγεις

*Από τη συλλογή “έαρ ραμφίζει”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2020.

Sreemanti Sengupta, Haiku

Sleepless

The Watchman’s
Wife
Cannot sleep

Shivarati

Bare moon
Milky women
Shiva gets a bath

Silence

Silence is was
A scream
Or will be

Love

Love me
Like the poem that’s
Never quite arrived

*

Άγρυπνη

Του Νυχτοφύλακα
Η γυναίκα
Δεν μπορεί να κοιμηθεί

Shivarati

Γυμνό φεγγάρι
Γαλακτώδεις γυναίκες
Η Shiva παίρνει ένα μπάνιο

Σιωπή

Σιωπή ήταν
Μια κραυγή
Ή θα είναι

Αγάπη

Αγάπα με
Όπως το ποίημα που
Δεν έφτασε ποτέ

*Από τη σειρά Free Poetry Series, Ragged Lion Press, London, UK, 2019. #2. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Οίκοι των Ατρειδών σε διαμερίσματα

Από ταράτσες αγγελιαφόροι λάμπουν φρυκτωρίες –– Έπεσαν Τροίες –– Διαμερισμάτων ειδοποιούνται Κλυταιμνήστρες –– Και φτάνουν καρακόλια που γουστάρουνε την έφοδο σε σπίτια –– Οίκοι των Ατρειδών στις τραγωδίες –– Οι μπάτσοι με ανά χείρας τις εισαγγελικές παραγγελίες αναγγέλλουν τις κατηγορίες –– Όσοι ανάβουν φλόγες προαυλισμού σε διαμερίσματα –– Κι αναπαριστούν τον αισχύλειο Αγαμέμνονα –– Παραπέμπονται πάραυτα σε σωφρονιστικά καταστήματα –– Ή με εξαγοράσιμη ποινή σε Τίρυνθες ––

*Από τη συλλογή “Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2016.

Α.Β., Η αγέλη νοσεί βαριά


Από τη δράση street με τους Steps, Φεβρουάριος 2021.

Η αγέλη νοσεί βαριά
Κινείται στο μαύρο
Το μαύρο του παρελθόντος αγιοποιείται
Τα ανοσιουργήματα
Η καθυπόταξη
Οι βασανισμοί
Οι τόποι
Ως πρώτο συνθετικό σύγκρισης
Αμβλύνονται
Εξαϋλώνονται
Αποφασίζουν και διατάσσουν
Εμβόλια
Πρόστιμα
Καθυπόταξη
Η δημοκρατία νοσεί βαριά
Κινείται στο μαύρο
Η Ιστορία νοσεί βαριά
Δεν απαντά
Άνοια
Οι νεκροί δεν έχουν φωνή
Μόνο αίμα ξερό
Σε τοίχους
Πληρώνουμε πρόστιμα
Για όσα δεν παλέψαμε
Νοσούμε βαριά
Αποδεχόμαστε
Την ήττα μας
Η άνοια της αγέλης

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Tο City

«Κουβαλάμε την αγιοσύνη και την παλιανθρωπιά, το μεγαλείο και την μικρότητά μας»
Λουκάς Αναγνωστόπουλος

Ποια εποχή μου πάει καλύτερα; Αν όχι τα χρόνια που φόραγες νυχτικό, με μια λάμπα ασετιλίνης στο κεφάλι να προσέχει τα οικονομικά εξάμηνα στον απόηχο κραιπάλης. Με οικονομίες στο ρεύμα, στις αγκαλιές και στους γκόμενους. Ποια εποχή πάει καλύτερα, αν όχι, τότε που οι γέροι βγαίναν με λερωμένη φανέλα να κάψουν τα ξερά απωθημένα του εφάπαξ ντάλα μεσημέρι. Ανεμοστρόβιλοι παρέσυραν το μένος παλιανθρώπων στο πατάρι της κακοήθειας. Τα ταμεία των επόμενων γενεών αδειάζουν άπατα. Καίγονταν κατάρες μαζί και το δάσος της μεγέθυνσης, για να επιζήσει απ’ το ολοκαύτωμα -ένα και μοναδικό- το δέντρο συρρίκνωσης.

Τότε, ήρθε η λιτότητα και οι διωγμοί της τρύπιας δεκάρας. Όσοι είχαν σπίτια τα πούλησαν για ένα παγκάκι άστεγο στην πλατεία Κάνιγγος και οδό Τζώρτζ. Όσοι δανείζονταν μία οκά γης, την κάψαν στάρι στο φεύγα ενοικίου. Τα οικόσιτα ζώα μεταναστέψαν σε προσφυγικές ροές. Η συναλλαγματική ροή πήγε περίπατο μαζί και τα πανάκριβα βαρέλια πετρελαίου. Ήρθε το μεγάλο σταγονόμετρο σε όλα. Η οικονομία στο ρεύμα, στις αγκαλιές, σε κακούς εραστές, όπως τους αποκαλούσε η γεροντοκόρη διευθυντού τραπέζης. Το «όλα βαίνουν χρυσά» του οικονομολόγου Λουκά, ήταν παραίσθηση ορτανσίας στο τσιμεντένιο κράσπεδο.

Του ζήταγαν μάλιστα να στρώσει την εποχή με πλακάκια οικονομετρίας, θρηνώντας τους λιγότερο νεκρούς μ’ ένα εκτροχιασμένο ισολογισμό. Ο Λουκάς άθελά του θα πλησίαζε κοντά στην ανάμνηση με τα πιο πνιγηρά γέλια να σχηματίζουν φανάρι μιας ισχυρής συνείδησης προδοσίας. Κι η κωφή παράσταση της πρόνοιας έληξε με την επίθεση στο πιο ειρηνικό σημείο του χάρτη. Ήταν το City, η αγορά συναλλάγματος του Λονδίνου. Κράτος εν κράτη ή παρακράτος με πατερίτσες από ανακυκλωμένα χαρτονομίσματα. Έκτοτε, οι εποχές μπερδεύουν τα ίδια τα άνθη.

Πότε είναι να ανθίσουν λάθη δεν ξέρουν να απαντήσουν χωρίς έναν μακρύ κατάλογο ισοτιμίας. Γελούν κυμαινόμενα αποκαλύπτοντας τα καπνισμένα δόντια του τραπεζίτη. Ένα χαλασμένο δόντι κρύβεται κάτω από μαξιλάρι νεκρού. Όταν αδικείται χωρίς καμία ευχή να πραγματοποιηθεί στα εγκόσμια, του κλείνουν τα μάτια για να χει να πληρώσει τον βαρκάρη με μία φαρμακερή σάπια δαγκωνιά στην παλάμη του κουπιού. Αφού ο φτωχός είχε προσευχηθεί πλειστάκις να επιστρέψει με σφραγίσματα στο στόμα της ζωής, για να αντικρύσει άφωνος τον θάνατο που τελικά εξαπατήθηκε…

*Το άρθρο και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://exitirion.wordpress.com/2021/11/24/kassandra-alogoskoyfi-prose/?fbclid=IwAR0tNtAezho4fJNIMQSovo7QsS696Ts3yy_PIKi798NvJG_mNuXkppzYDj4

Sandro Penna, Στο πεθαμένο νερό 

Φωτογραφία: Matt Artz/Unsplash

Μακριά στο παλιό προάστιο
δεν υπάρχει μελαγχολία.
Εκεί ζουν τα κουρέλια, μια ζωή ευγενική
χρυσωμένη απ’ τον ήλιο. Κι ας είναι έτσι.

Με χτύπησαν. Μόνο σ’ εσένα, νεαρέ
θα μπορούσα να πω ότι καμία, καμιά σημασία δεν έχει.
Αλλά το λέω σε μια αντανάκλαση φωτός
που μ’ ακολουθεί, μ’ ακολουθεί στο πεθαμένο νερό.

Υπάρχει ακόμα στον κόσμο ομορφιά;
Ω, δεν εννοώ τα ωραία χαρακτηριστικά.
Αλλά τον νεαρό εκείνο στο σταθμό γεμάτο από έξαψη
με τα μάτια στραμμένα σε μακρινές ακτές.

Βασανισμένος απ’ τη ζωή
ζω μέσα της μακάριος και διαλυμένος.
Τον πόνο της αγάπης μου αποδέχομαι
περισσότερο απ’ το να γιατρέψω την πληγή.

Μόνο του στην κλειστή λίμνη, χωρίς άνεμο
το καράβι μου ταξιδεύει, διαρκώς στο τώρα.
Ασάλευτα τα λουλούδια κάτω απ’ τις γέφυρες. Νιώθω
τη θλίψη μου να φουντώνει πάλι.

Χαρούμενο ήταν το σπίτι μου σήμερα.
Σκυλιά νεαρά και όμορφα το κατέλαβαν.
Τα έκαναν όλα άνω-κάτω
κι άφησαν πίσω τους την πιο όμορφη εικόνα.

Στη βαθιά νύχτα
σβήνουν τ’ αστέρια.
Θλίψη με πλημμυρίζει:
μια αγάπη για όμορφα πράγματα.

Ας πήγαινα κι εγώ σαν κουρελής. Ας ήμουν
κι εγώ είκοσι χρονών. Ας ήμουν
γλυκός όπως εσύ…

Η θάλασσα είναι όλη γαλανή.
Η θάλασσα είναι πέρα για πέρα ήρεμη.
Στην καρδιά, τώρα πια, είναι μια κραυγή
χαράς. Κι όλα είναι ήρεμα.

Η βενετσιάνικη πλατειούλα
παλιά και μελαγχολική, δέχεται
τη μυρωδιά της θάλασσας. Και πτήσεις
περιστεριών. Μα μένει
στη μνήμη –και μαγεύει
το φως– η πτήση
του νεαρού ποδηλάτη
που στρέφεται στον φίλο με πνοή
μελωδική: «Πας μόνος;»

Δεν βλέπεις ότι στη Ρώμη οι γάτοι 
κοιμούνται ανά δύο;

Μονότονη είναι η ζωή μου, όταν καίει
ένας ήρεμος ήλιος στις πράσινες γρίλιες.
Γίνεται βλέμμα ενδοτικό, τρυφερή ανώνυμη
αγάπη, ποίημα τεσσάρων στίχων.

*Μετάφραση: Σπύρος Θεριανός.
**Έκδοση “Ναρκοπέδιο”, στη σειρά των Οκτασέλιδων.

«Σύμπραξη χρόνου», από τους Χρήστο Νιάρο και Δημήτρη Τρωαδίτη και τις Εκδόσεις ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ 

Την τέταρτη κατά σειρά συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις μας και την πρώτη του Χρήστου Νιάρου, οι δύο εξ Αυστραλίας ορμώμενοι συγγραφείς δημιουργούν μια ποιητική σύμπραξη, μια Σύμπραξη Χρόνου, όπως άλλωστε μαρτυρά και ο ομώνυμος τίτλος. Όπου η έννοια «Χρόνος» παύει να προσδιορίζεται αντικειμενικά ως μετρήσιμη μονάδα, αλλά αντίθετα προσμετρείται και γίνεται αντιληπτός καθαρά υποκειμενικά, ανάλογα με την ψυχοσύνθεση του γράφοντος: η νύχτα, το δειλινό, ο χειμώνας, το καλοκαίρι, η ανάμνηση, η λήθη, τα χρόνια, οι χρονιές, η στιγμή, η συνέχεια, η διάρκεια, οι ημερομηνίες, η καθημερινότητα, το ημερολόγιο, το τετελεσμένο, τα εποχιακά φεγγάρια, το γρήγορο πέρασμα στο γκρίζο, οι αμείλικτοι λεπτοδείκτες, όλα είναι τα πρωτογενή υλικά τους για τη δημιουργία μιας «υπό συνεχή αίρεση» ποίησης. Με έναν παλμό και ένα σφυγμό που χτυπά δυνατά σε χρόνο Ενεστώτα ως προς τη στιχουργική, με στίχους που άλλοτε με τρόπο στακάτο και άλλοτε με χειμαρρώδη ροή μεταφέρουν μηνύματα και συναισθήματα στον παραλήπτη-αναγνώστη, τα ποιήματα των Τρωαδίτη και Νιάρου νοηματικά σεργιανάνε στο παρελθόν, στην ιστορία των πραγμάτων, σε αυτό που ήδη έχει συντελεστεί, για να «ψαρέψουν» απαντήσεις για το μέλλον ή μάλλον για το τι μέλλει γενέσθαι… Και καλώς ή κακώς ο μεν Τρωαδίτης φαίνεται καθ’ ομολογίαν του να δυσκολεύεται πολύ να ισορροπήσει «στον κοφτερό τεθλασμένο ιστό της ζήσης» του όταν αναζητά τα «πώς;» και τα «γιατί;» του, ο δε Νιάρος προτάσσοντας δεκάδες «δεν» στη διαδρομή του καταλήγει να συνειδητοποιεί πως η αναμέτρηση με τον χρόνο είναι αδυσώπητη και πως ο κάθε άνθρωπος εγκιβωτίζει μέσα του τόσα «ποτέ» όσα και «πάντα».

ISBN 978-960-303-280-9

ΣΕΛΙΔΕΣ: 50

ΤΙΜΗ: 8 ευρώ

Δείγμα γραφής:

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ

Δεν έβγαλα λόγο στην Πνύκα ούτε στη Βαρβάκειο

δεν είχα να προσθέσω ούτε να αγοράσω κάτι

δεν κοίταξα στα μάτια τα αγάλματα

δεν έφυγα σε ταξίδια που ονειρεύτηκα

δεν πέταξα ένα ξερό «τα πάντα ρει»

δεν άκουσα τη σιωπή στο λιμάνι

δεν έριξα ακόμη άγκυρα

δεν έστειλα μήνυμα

δεν το είπα

δεν το έκανα

δεν απουσιάζω

δεν κρατώ ημερολόγιο

δεν μοιάζει η κάθε νύχτα με την επόμενη

δεν αναρωτιέμαι πια

δεν έχω άλλο χρόνο, άλλωστε,

δεν είμαι ο ίδιος πια.

Χρήστος Νιάρος

… ΚΑΛΑ ΚΑΝΑΜΕ

Καλά κάναμε και φύγαμε

καλά κάναμε και μισέψαμε

καλά κάναμε και μοιράσαμε

τα υπάρχοντά μας

καλά κάναμε και δεν επιστρέψαμε

στις καιόμενες πόλεις

τα γεφύρια είχαν κοπεί πίσω μας

τα δάση είχαν γίνει στάχτη

κι οι εαυτοί μας χάθηκαν

με την έλευση του απόβραδου

τα ταξίδια μας ήταν νηστικά

και διψασμένα

δεν είχαμε νερό πια

δεν είχαμε τόπο να κουρνιάσουμε

δεν είχαμε καρδιά να νιώσουμε

καλά κάναμε και αποστατήσαμε.

Δημήτρης Τρωαδίτης

Ένα σημείο

Δέσποινα Αυγουστινάκη's avatarPoetry and short stories - Despina Avgoustinaki

Όταν θα δεις πραγματικά

Ο κόσμος άλλος

Όλα θαρρείς ενώνονται

Κι εκείνο το ψηφιδωτό

Γίνεται αυτόματα

Ένα σημείο μοναχά

Σημείο τέλους και Αρχής

ΤοΈνα

© Δέσποινα Αυγουστινάκη

English Version

When you will really see

The world will change

Everything in unity

And that colorful mosaic

turns automatically

To One little Dot

A Dot of End

A Dot of Beginning

The One

© Despina Avgoustinaki

View original post