Μοιρασμένη στα δύο ανάμεσα στο αγκυροβολημένο σώμα και στον πόθο που απέπλευσε
*
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Για λόγους προστασίας του ποιητή το ποίημα έχει πολλά περιθώρια ελιγμών ανύποπτες για τον εχθρό δυνατότητες ξεγλιστρήματος κρυφά χαρτιά, αχρησιμοποίητους άσους Το ποίημα έχει, για τις ανάγκες της μάχης πολλές εξόδους κινδύνου, υπόγεια καταφύγια διασκορπισμένους σταθμούς ανεφοδιασμού χώρους ανασυντάξεως, εφεδρείες Μα την ώρα που τα πάντα για εκείνον έχουν κριθεί το ποίημα προσφέρει αυτοπροστασία στον εαυτό του προδίδοντας τον ποιητή.
*Από τη συλλογή “Έλικας φανταστικού ελικοπτέρου”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Ιούνιος 2010.
Στο ποίημά του Άνθρωπος που μεταφέρει πράγμα ο Γουάλας Στήβενς βλέπει το ποίημα σαν μια αντίσταση στην ευφυΐα.
Ναι, θα μπορούσε να είναι έτσι, ένας ποιητής μπορεί να κάνει ό,τι θέλει με το ποίημα. να αντισταθεί στη βαρύτητα (κυρίως έζησα αντιστεκόμενος, έγραψε ο διάσημος ποιητής της Σερβίας S.R.). Η ζωή αντιστέκεται στον θάνατο, η σιωπή αντιστέκεται στην ομιλία, ένα ποίημα περιφρονεί το μη-είναι, αρνείται το παράλογο, την ύπαρξη, που είναι στριμωγμένη ανάμεσα στα δυο αυτά σημεία.
Όχι, το ποίημα δεν αποτελεί αντίσταση στην ευφυΐα, αν και τα σοφά συμπεράσματα του Γουάλας Στήβενς πρέπει να τα σεβόμαστε. Η μορφή του είναι η ουσία, γιατί θέλει να υπάρξει, να μιλήσει μέσα από τη φόρμα, να την εξηγήσει, να επιβιώσει, να δώσει νέα ζωή στον συγγραφέα, Να εξημερώσει τα πάντα.
Ακόμη και οι φριχτές σκέψεις που γίνονται για λίγο πραγματικές, καθώς μεταμορφώνονται σε ποίημα φωτίζονται, ημερεύουν στοιχισμένες στη σειρά των στίχων. Όπως το αιώνιο ακίνητο νερό.
*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Οι στίχοι είναι. Ο χρυσός κανόνας του εφήμερου – Βαλκάνιοι ποιητές”, εκδόσεις Ρώμη 2020. Μετάφραση από τα αγγλικά Κλεοπάτρα Λυμπέρη.
Ω Μούσα! ρούσα ξανθομαλλούσα πανώρια ασκημούλα και πεταχτούλα Για τα σε! κ’ οι παρόλες μου, και τα λιλιά μου — κι ούλα!
*
ALLEGRO CON FALSO
Είμαι Βαλκάνιος Άγριος Τυραννοανασκολοπιστής άναντάν παπαντάν Για αίμα ψοφάω’ και σεξ (ψοφάω σου λέω γι’ αυτό ζω)
Εγώ — κόκκορας! μέσ’ στ’ άγρια χαράματα ξυπνάω, να τραγουδήσω
Εγώ — κόκκορας! τη μέρα 2, 3 βολές το χαρέμι μου κανονίζω
Άμα πίνω πίνω για να μεθύσω μόνο
Στο λαιμό μου το ξουράφι του βάνει ό μπαρμπέρης Χ ρ ρ ρ ά τ ς ! καί μου την ανάβει Πεθαίνω! όμως πεθαίνω γελώντας
(Σκουλίκια — τα τρώγω! δε με τρώνε… )
*
Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
Α΄ Ησυχία παρακαλώ Ό μακαρίτης απεχθανότανε το θόρυβο
Όσοι θέτε να λέγεστε φίλοι μου το μνημούρι ποτίστε ρακί / ή κονιάκ και καθίστε ‘δώ μαζί μου λιγάκι να πιούμε και να κλάψουμε παρέα.
Β΄ «Δε χρειάζομαι ταφόπετρα…» Μπ. Μπρεχτ
ούτε ‘γώ… αλλά αν χρειάζεστε εσείς για μένα μου φτάνει έμένανε τούτ’ ή γραφή:
*
«ΕΝΘΑΔΕ ΣΑΠΙΖΕΙ ΕΝ ΕΙΡΗΝΗ Ο ΜΑΕΣΤΡΟΣ»
στο νεκροταφείο πιο καλά στην άκρη θάφτε με έτσι όπως έζησα κι ακόμα πιο καλά στην άκρη εδώ του δρόμου σ’ ένα σταυροδρόμι σ’ ένα τρίστρατο … έξω από ‘να γύφτικο σκυλάδικο του διεθνούς
(μεθυσμένοι οι γύφτοι όντας βγαίνουν το μνημείο να ποτίζουν) … τέτοιο μνημούρι, μάλιστα, θα μας τιμούσε όλους.
Αν η αγάπη συνώνυμη δεν είναι με τη συγχώρεση ο εγωισμός φορά τα καλά του.
*
ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΑΥΓΟ
Αμυδρό μειδίαμα στο μισόφωτο χαράζει γλυκά το κέλυφος της νύχτας στο τέλειο σχήμα του αυγού της ζωής
αχνά τα χρώματα και η φωνή νότα χαμηλή της πρώτης αχτίδας· αργόσυρτο ξεμούδιασμα πρωινού.
Ας περιμένουν λίγο η εγερτήρια σάλπιγγα και τ’ άλογα ανυπόμονα στον στάβλο με τα καινούργια πέταλα και τη χαίτη χτενισμένη.
Αποζητά τις στιγμές της η γέννηση πριν τον αγώνα.
*
ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΝΩΕ
Οι ιδέες ριπές μαστιγώνουν τον νου. Οι λέξεις χαλάζι. Πλημμυρίδα οι νεόφερτες προσδοκίες.
Πνίγεται η σκέψη στα κύματα των λογισμών και εσύ ακόμη αναζητάς την κιβωτό σου.
*
Η ΣΚΙΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ ΣΟΥ
Πολιορκημένος αμήχανα αντικρίζεις την πύλη της εξόδου. Αναποφάσιστος δίχως επίγνωση πως οι περιπλανήσεις μέσα στα τείχη θα αναλώνουν την ορμή και των ερώτων οι κορφές τα οχυρά θα έχουν για σκιά τους.
*
ΤΟ ΑΚΗΡΥΧΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ
Στους μοντέρνους καιρούς ακόμη και στον πόλεμο τα πρότυπα αλλάζουν.
Ν’ύχτα γεμάτη ραβδώσεις τα δέντρα που λάμπουν απ’ τις επιθυμίες με τις ρίζες αγγίζοντας την αυγή καθώς την ταξιδεύουν από τη δροσερή καρδιά των βουνών τα υπόγεια νερά. Ό’νειρα πλαγιασμένα στο ένα πλευρό κι ο αγέρας περπατώντας στα αιωνόβια χρώματα. Το βαθύ πράσινο το βαθύ γαλανό το βαθύτερο πέλαγο.
Τώρα μπορώ να υποθέσω πως ξεκίνησες απ’ τη μνήμη ένα θολό μωβ κάποτε.
*Από τη συλλογή «Ο Ξεναγός και η Νύχτα», Έκδοση Κείμενα, Αθήνα, Νοέμβρης 1981.
Υπάρχει κάτι που μοιάζει με πηγή, σαν άλυκο, βαθύ, σκούρο πολύ, ποτάμι, που δε το μπορείς μέσα ΄κει να ξεπλυθείς, να κάνεις ευχή και να του ρίξεις κέρμα. Ή να το προσπεράσεις…” Λένε πως είναι σα μια ανοιχτή πληγή, που τρέχει, νύχτα, νύχτα πίσσα, κατράμι, και δε το μπορείς από αυτή να γιατρευτείς, με μια ραφή και μπάλωμα στο δέρμα. Ή να την ξεγελάσεις…”
«Στην τροχιά του φθινοπώρου, με την ανάσα του ακίνητου ελέφαντα Στο ταξίδι της άσπρης φάλαινας Στην παραφορά της αδιαφορίας των θηρίων της Αρένας που λαίμαργα εξακολουθούν το Μεγάλο Φαγοπότι, εκεί, ο άνεμος τραβά χαμηλά, όπου ξυπνάει τη θάλασσα κύματα μικρά ξεκινούνε απαλά να χαϊδέψουν τον ακοίμητο βράχο σμιλεμένο στο Χρόνο
Καλπάζει μακριά το άγριο άλογο. Ατίθασα τινάζει τη χαίτη του. Εμείς, στα βαθύσκια δάση, στην ατράνταχτη σιγή, τη λες και βαθιά ανάσα στην γαλήνη που σφυρίζει το τραγούδι της βροχής»…
Σεπτέμβριος 2021
*
Μια φορά ακόμα στη λίμνη (ΙΙ)
Στη λίμνη με τις αυταπάτες, ραμφίζουν oι δρυοκολάπτες Τα κολιμπρί αδιάκοπα πετούνε, οι χαμαιλέοντες τα έντομα αρπάζουν, των θεατών το βλέμμα διασκεδάζουν
Με υπομονή ραμφίζουν οι δρυοκολάπτες. Στα δέντρα ισορροπούν με μαεστρία. Με δυνατό κεφάλι ταχύτατα σκαλίζουν, τη φλούδα της ουσίας
Το πλήθος ξένοιαστο χορεύει, στις όχθες με τ’ αμίλητο νερό
Περίμενε. Όχι ν΄ ακούσει αναλύσεις κι επιχειρήματα επαϊόντων, αλλά ν’ αφουγκραστεί το βουητό που επλησίαζε και απειλούσε.
Πάει καιρός απ’ την απόφαση να αποβάλει την εξάρτηση της Λογικής, να αψηφά τους μύδρους της δοκησισοφίας τους. Μόνον η παρατήρηση των άλλων, των παρακατιανών τον ενδιέφερε σε τούτο το μεϊντάνι. Όχι πια η απόπειρα για εξήγηση των συμβαινόντων, μα κείνο το ανεπαίσθητο παιχνίδι των βλεφάρων, η απορία που καθότανε στην άκρη του ματιού ή το σαρδόνιο σπάσιμο του χείλους.
Αυτά μονάχα θα κατέγραψε από εδώ και μπρος. Την καθημερινότητα ενός συνηθισμένου και χωρίς εξάρσεις βίου.
*Από τη συλλογή «12 Μικρά Ποιήματα απαντοχής σε μικρόψυχους καιρούς», Εκδόσεις ΑΩ, Απρίλιος 2013.