Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τρία ποιήματα

Ο ΠΟΝΟΣ Ο ΠΑΛΙΟΣ
Αργόσυρτο σούρουπο
θολό
τσαλακωμένο
στον ίδιο τόπο
στο ίδιο σταυροδρόμι.

Πάλι μπροστά μου βλέπω να περνούν
ανάσες που ψάχνουν να κρυφτούν
λιμουζίνες
και τρόικες
παιδιά μ’ αυλάκια σκοτεινά στο μέτωπο
να κοιτούν
να φεύγουν τρομαγμένα

πουλιά γυρίζοντας για να πεθάνουν.

Άδειες στα σύννεφα παρτίδες στεναγμών
λέξεις βουβές
κομμάτια των νεκρών και των αγγέλων.

Πάλι με παίρνει ο πόνος ο παλιός
πάλι χτυπιέμαι
στο στοιχειωμένο μου ποτάμι.

ΦΟΡΤΩΜΕΝΑ ΚΑΡΒΟΥΝΟ ΚΑΙ ΛΥΠΕΣ
Μπορεί να βλέπεις ουράνια τόξα
να αιωρούνται πάνω από ποτάμια αστραποβόλα
κοιλάδες κάτω απ’ τον ήλιο να λαμποκοπούν
ή στο σούρουπο να τραγουδούν πουλιά

αίματα όμως κυλούν στα ρήγματα του εδάφους
απ’ τα χώματα διαρρέουν αναφιλητά
σκεπάζοντας τα οστά
κι όνειρα σπαράζουν κάτω απ’ τα μνήματα του κόσμου.

Πλοία ταξιδεύουν σκοτεινά
σε θάλασσες υπόγειες
χωρίς προορισμούς
φορτωμένα κάρβουνο και λύπες.

ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ
Ξυπνάς με φόβο το πρωί
συνηθισμένος πια.

Άλλη μια μέρα άρρωστη
ανεβαίνεις στην επιφάνεια
μια κιτρινίλα παλαβή να βρυχιέται
κουρέλια του κόσμου
καθένας με τη δική του καταδίκη

βγαίνεις στο δρόμο
παίρνεις το τραμ
φεύγεις
στην ίδια πάντα διαδρομή
μέσα στον ίδιο φόβο
χωρίς αίμα στις φλέβες

δίπλα στον εαυτό σου
που βλέπεις κάθε μέρα.

*Από τη συλλογή “Ρήγματα”, Εκδόσεις 24 γράμματα, 2021.

Νίκος Σφαμένος, Ποιήματα

Α.
Στον ξέγνοιαστο τόπο
που κάποτε κατοικούσαμε
τώρα
έχουν τη φωλιά τους
οι σαύρες
διανυκτερεύουν
γέροι παράξενοι ταξιδιώτες
δεν θ’ ακουστεί
ποτέ ξανά
γέλιο.
Τα σπίτια είδαν
τρομακτικές φωτιές
και ξέρεις
και ξέρω
πως ποτέ πια
δε θα δει
το χρώμα της αυγής.

ΜΑΝΑ
Κούμπωσε τη ζακέτα
σου παιδί μου
έρχεται χειμώνας βαρύς
και θα κρυώνεις.
Σου ‘χω ετοιμάσει κρασί,κουβέρτες
και δυο λευκά περιστέρια.
Άπλωσε τα χέρια σου
στη φλογίτσα που καίει
ακόμη
παιδί μου.
Κρυώνεις και θα ‘ναι βαρύς
ο χειμώνας που έρχεται.

*
Μπουσούλησα τον κρύο αυλό
μιας γριάς μάγισσας
δόθηκα σε σκοτεινές κοιλάδες
έπαιξα
έπαιξα
πήρα μιαν αγάπη και τη νανούρισα
πήρα μιαν αγάπη και τη λιθοβόλησα
έγραφα
έγραφα
ένα παιχνίδι χαμένο από καιρό
το ήξερα
όλοι οι γέροι του κόσμου το ήξεραν.
Πάρε κι εσύ μιαν αγάπη και νανούρισέ την
πάρε μιαν αγάπη και λιθοβόλησέ την
και γράψε
και γράψε
σ΄ ένα παιχνίδι χαμένο.

Langston Hughes (1902-1967), Τραγούδι για να τραγουδιέται από μαύρο κορίτσι

Πέρα, μακριά κατά τον Ντίξι,
(πώς μου σπαράζεται η καρδιά)
κρεμάσανε ψηλά σε δέντρο
τον νιό, τον μαύρο αγαπημένο μου.

Πέρα, μακριά κατά τον Ντίξι,
(ψηλά στον αέρα τσακισμένο
ένα κορμί).
Πες μου, λευκέ Ιησού Χριστέ μου,
η προσευχή σε τι ωφελεί;

Πέρα, μακριά κατά τον Ντίξι
(πως μου σπαράζεται η καρδιά)
είναι γυμνή σκιά η αγάπη

σ’ ένα γυμνό, ροζιάρικο δεντρί.


*Aπό το βιβλίο “Νέγροι ποιητές”, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1966.

**Μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου.

Χ.Π. Σοφίας, Βαβυλώνα

Με επισκέπτεσαι συχνά μέσα στα ερείπια
της Βαβυλώνας
Κρατάς σφιχτά στα χέρια σου τη συνοδεία
των αστεριών
Με λέξεις υγρές που μου μιλούν όπως η θάλασσα
στο ακρογιάλι της
Στη σκοτεινή τραπεζαρία των επισκεπτών αφήνεις
επάνω ηλιοτρόπια πληγωμένα
Τι να σημαίνει το μοβ χρώμα στα χείλη σου;
Τι να σημαίνουν τα ασημένια καρφιά σου;
Και τα σκόρπια βότσαλα στην ιατρική σου τσάντα
που τα βρήκες;
Δεν υπήρξες ποτέ ταξιδιώτης μόνο μια δυο φορές
θυμάσαι ένα πρωί;
Όταν θέλησες να πετάξεις από την ταράτσα και δε
σε άφησαν τα χελιδόνια
Τις ζωγραφιές σου δεν τις πέταξα τις έχω κρατήσει
για τα απογεύματα που τα δένδρα κρυφομιλούν
Με επισκέπτεσαι συχνά μέσα στα ερείπια
της Βαβυλώνας
Φοράς ένα καπέλο με φτερά νεκρού παγονιού
και μυρίζεις λιβάνι
Έρχεσαι μόνος με αυτό τον άγνωστο ίσκιο
που κάθε φορά λιγοψυχάει όταν με συναντάει
Δε σε γνωρίζω δε με γνωρίζεις και όμως έχουμε
το ίδιο σημάδι στο μέτωπο όπως οι εχθροί
Ξέρω είχαμε κάποτε συναντηθεί σε εκείνο το λόφο
έξω από την πόλη που δεν υπάρχει πια
Σε θυμάμαι με θυμάσαι ήμουν αυτός που
προτίμησα να βγάλω τα μάτια μου για να μη βγάλω
τα δικά σου
Είμαι ο τυφλός της Βαβυλώνας με γνωρίζουν
όλοι εδώ πέρα
Πρέπει να φύγεις ξημέρωσε είσαι εχθρός και εδώ
δε σε γνωρίζει κανένας
Πρέπει να φύγεις πριν ξυπνήσουν τα πουλιά
και οι άνθρωποι πρέπει να φύγεις

*Από τη συλλογή “έαρ ραμφίζει”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2020.

Sreemanti Sengupta, Haiku

Sleepless

The Watchman’s
Wife
Cannot sleep

Shivarati

Bare moon
Milky women
Shiva gets a bath

Silence

Silence is was
A scream
Or will be

Love

Love me
Like the poem that’s
Never quite arrived

*

Άγρυπνη

Του Νυχτοφύλακα
Η γυναίκα
Δεν μπορεί να κοιμηθεί

Shivarati

Γυμνό φεγγάρι
Γαλακτώδεις γυναίκες
Η Shiva παίρνει ένα μπάνιο

Σιωπή

Σιωπή ήταν
Μια κραυγή
Ή θα είναι

Αγάπη

Αγάπα με
Όπως το ποίημα που
Δεν έφτασε ποτέ

*Από τη σειρά Free Poetry Series, Ragged Lion Press, London, UK, 2019. #2. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Οίκοι των Ατρειδών σε διαμερίσματα

Από ταράτσες αγγελιαφόροι λάμπουν φρυκτωρίες –– Έπεσαν Τροίες –– Διαμερισμάτων ειδοποιούνται Κλυταιμνήστρες –– Και φτάνουν καρακόλια που γουστάρουνε την έφοδο σε σπίτια –– Οίκοι των Ατρειδών στις τραγωδίες –– Οι μπάτσοι με ανά χείρας τις εισαγγελικές παραγγελίες αναγγέλλουν τις κατηγορίες –– Όσοι ανάβουν φλόγες προαυλισμού σε διαμερίσματα –– Κι αναπαριστούν τον αισχύλειο Αγαμέμνονα –– Παραπέμπονται πάραυτα σε σωφρονιστικά καταστήματα –– Ή με εξαγοράσιμη ποινή σε Τίρυνθες ––

*Από τη συλλογή “Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2016.

Α.Β., Η αγέλη νοσεί βαριά


Από τη δράση street με τους Steps, Φεβρουάριος 2021.

Η αγέλη νοσεί βαριά
Κινείται στο μαύρο
Το μαύρο του παρελθόντος αγιοποιείται
Τα ανοσιουργήματα
Η καθυπόταξη
Οι βασανισμοί
Οι τόποι
Ως πρώτο συνθετικό σύγκρισης
Αμβλύνονται
Εξαϋλώνονται
Αποφασίζουν και διατάσσουν
Εμβόλια
Πρόστιμα
Καθυπόταξη
Η δημοκρατία νοσεί βαριά
Κινείται στο μαύρο
Η Ιστορία νοσεί βαριά
Δεν απαντά
Άνοια
Οι νεκροί δεν έχουν φωνή
Μόνο αίμα ξερό
Σε τοίχους
Πληρώνουμε πρόστιμα
Για όσα δεν παλέψαμε
Νοσούμε βαριά
Αποδεχόμαστε
Την ήττα μας
Η άνοια της αγέλης

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Tο City

«Κουβαλάμε την αγιοσύνη και την παλιανθρωπιά, το μεγαλείο και την μικρότητά μας»
Λουκάς Αναγνωστόπουλος

Ποια εποχή μου πάει καλύτερα; Αν όχι τα χρόνια που φόραγες νυχτικό, με μια λάμπα ασετιλίνης στο κεφάλι να προσέχει τα οικονομικά εξάμηνα στον απόηχο κραιπάλης. Με οικονομίες στο ρεύμα, στις αγκαλιές και στους γκόμενους. Ποια εποχή πάει καλύτερα, αν όχι, τότε που οι γέροι βγαίναν με λερωμένη φανέλα να κάψουν τα ξερά απωθημένα του εφάπαξ ντάλα μεσημέρι. Ανεμοστρόβιλοι παρέσυραν το μένος παλιανθρώπων στο πατάρι της κακοήθειας. Τα ταμεία των επόμενων γενεών αδειάζουν άπατα. Καίγονταν κατάρες μαζί και το δάσος της μεγέθυνσης, για να επιζήσει απ’ το ολοκαύτωμα -ένα και μοναδικό- το δέντρο συρρίκνωσης.

Τότε, ήρθε η λιτότητα και οι διωγμοί της τρύπιας δεκάρας. Όσοι είχαν σπίτια τα πούλησαν για ένα παγκάκι άστεγο στην πλατεία Κάνιγγος και οδό Τζώρτζ. Όσοι δανείζονταν μία οκά γης, την κάψαν στάρι στο φεύγα ενοικίου. Τα οικόσιτα ζώα μεταναστέψαν σε προσφυγικές ροές. Η συναλλαγματική ροή πήγε περίπατο μαζί και τα πανάκριβα βαρέλια πετρελαίου. Ήρθε το μεγάλο σταγονόμετρο σε όλα. Η οικονομία στο ρεύμα, στις αγκαλιές, σε κακούς εραστές, όπως τους αποκαλούσε η γεροντοκόρη διευθυντού τραπέζης. Το «όλα βαίνουν χρυσά» του οικονομολόγου Λουκά, ήταν παραίσθηση ορτανσίας στο τσιμεντένιο κράσπεδο.

Του ζήταγαν μάλιστα να στρώσει την εποχή με πλακάκια οικονομετρίας, θρηνώντας τους λιγότερο νεκρούς μ’ ένα εκτροχιασμένο ισολογισμό. Ο Λουκάς άθελά του θα πλησίαζε κοντά στην ανάμνηση με τα πιο πνιγηρά γέλια να σχηματίζουν φανάρι μιας ισχυρής συνείδησης προδοσίας. Κι η κωφή παράσταση της πρόνοιας έληξε με την επίθεση στο πιο ειρηνικό σημείο του χάρτη. Ήταν το City, η αγορά συναλλάγματος του Λονδίνου. Κράτος εν κράτη ή παρακράτος με πατερίτσες από ανακυκλωμένα χαρτονομίσματα. Έκτοτε, οι εποχές μπερδεύουν τα ίδια τα άνθη.

Πότε είναι να ανθίσουν λάθη δεν ξέρουν να απαντήσουν χωρίς έναν μακρύ κατάλογο ισοτιμίας. Γελούν κυμαινόμενα αποκαλύπτοντας τα καπνισμένα δόντια του τραπεζίτη. Ένα χαλασμένο δόντι κρύβεται κάτω από μαξιλάρι νεκρού. Όταν αδικείται χωρίς καμία ευχή να πραγματοποιηθεί στα εγκόσμια, του κλείνουν τα μάτια για να χει να πληρώσει τον βαρκάρη με μία φαρμακερή σάπια δαγκωνιά στην παλάμη του κουπιού. Αφού ο φτωχός είχε προσευχηθεί πλειστάκις να επιστρέψει με σφραγίσματα στο στόμα της ζωής, για να αντικρύσει άφωνος τον θάνατο που τελικά εξαπατήθηκε…

*Το άρθρο και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://exitirion.wordpress.com/2021/11/24/kassandra-alogoskoyfi-prose/?fbclid=IwAR0tNtAezho4fJNIMQSovo7QsS696Ts3yy_PIKi798NvJG_mNuXkppzYDj4

Sandro Penna, Στο πεθαμένο νερό 

Φωτογραφία: Matt Artz/Unsplash

Μακριά στο παλιό προάστιο
δεν υπάρχει μελαγχολία.
Εκεί ζουν τα κουρέλια, μια ζωή ευγενική
χρυσωμένη απ’ τον ήλιο. Κι ας είναι έτσι.

Με χτύπησαν. Μόνο σ’ εσένα, νεαρέ
θα μπορούσα να πω ότι καμία, καμιά σημασία δεν έχει.
Αλλά το λέω σε μια αντανάκλαση φωτός
που μ’ ακολουθεί, μ’ ακολουθεί στο πεθαμένο νερό.

Υπάρχει ακόμα στον κόσμο ομορφιά;
Ω, δεν εννοώ τα ωραία χαρακτηριστικά.
Αλλά τον νεαρό εκείνο στο σταθμό γεμάτο από έξαψη
με τα μάτια στραμμένα σε μακρινές ακτές.

Βασανισμένος απ’ τη ζωή
ζω μέσα της μακάριος και διαλυμένος.
Τον πόνο της αγάπης μου αποδέχομαι
περισσότερο απ’ το να γιατρέψω την πληγή.

Μόνο του στην κλειστή λίμνη, χωρίς άνεμο
το καράβι μου ταξιδεύει, διαρκώς στο τώρα.
Ασάλευτα τα λουλούδια κάτω απ’ τις γέφυρες. Νιώθω
τη θλίψη μου να φουντώνει πάλι.

Χαρούμενο ήταν το σπίτι μου σήμερα.
Σκυλιά νεαρά και όμορφα το κατέλαβαν.
Τα έκαναν όλα άνω-κάτω
κι άφησαν πίσω τους την πιο όμορφη εικόνα.

Στη βαθιά νύχτα
σβήνουν τ’ αστέρια.
Θλίψη με πλημμυρίζει:
μια αγάπη για όμορφα πράγματα.

Ας πήγαινα κι εγώ σαν κουρελής. Ας ήμουν
κι εγώ είκοσι χρονών. Ας ήμουν
γλυκός όπως εσύ…

Η θάλασσα είναι όλη γαλανή.
Η θάλασσα είναι πέρα για πέρα ήρεμη.
Στην καρδιά, τώρα πια, είναι μια κραυγή
χαράς. Κι όλα είναι ήρεμα.

Η βενετσιάνικη πλατειούλα
παλιά και μελαγχολική, δέχεται
τη μυρωδιά της θάλασσας. Και πτήσεις
περιστεριών. Μα μένει
στη μνήμη –και μαγεύει
το φως– η πτήση
του νεαρού ποδηλάτη
που στρέφεται στον φίλο με πνοή
μελωδική: «Πας μόνος;»

Δεν βλέπεις ότι στη Ρώμη οι γάτοι 
κοιμούνται ανά δύο;

Μονότονη είναι η ζωή μου, όταν καίει
ένας ήρεμος ήλιος στις πράσινες γρίλιες.
Γίνεται βλέμμα ενδοτικό, τρυφερή ανώνυμη
αγάπη, ποίημα τεσσάρων στίχων.

*Μετάφραση: Σπύρος Θεριανός.
**Έκδοση “Ναρκοπέδιο”, στη σειρά των Οκτασέλιδων.