Έφη Καλογεροπούλου, έχει καιρό απόψε 

έχει καιρό απόψε
κρατήσου γερά φώναξα
ρίχνω σκοινιά απόψε
άγκυρες κατεβάζω στα βαθιά
τη ζωή να δέσω
στρίβω τιμόνι στο κενό
τεχνάσματα αρνούμαι
κράτα γερά
στα ύφαλα χυμάω
τους βυθούς σαρκάζω
στο τίποτα γελάω
κράτα γερά
η νύχτα είναι στα ανοιχτά
παγωμένος ο αέρας
λογχίζει
μέχρι να ξημερώσει
μέχρι να ξημερώσει
καθρέφτες ρίχνω στο νερό
σκοτάδι έχασα να βρω
ψάχνω
κι αυτό πού όνομα δεν έχει
τρομαγμένο σπαρταρά
στην άκρη του καιρού

*Από τη συλλογή “σκεύη ταξιδίου”, εκδ. Ενδυμίων, 2007.

Δημήτρης Φιλελές, Αλλά…

Αντί καλάντων…

Φωταγωγήσαμε τους κεντρικούς δρόμους
αλλά οι άστεγοι ζουν στα σκοτεινά παράπλευρα σοκάκια
ανάψαμε τα λαμπιόνια του πλαστικού έλατου
αλλά έχουμε ακόμα πολύ σκοτάδι να διαβούμε
ντύσαμε πόρτες και παράθυρα με πολύχρωμες γιρλάντες
αλλά οι καρδιές μας είναι γυμνές σαν τα δέντρα του χειμώνα
ο στρουμπουλός καλοκάγαθος γέροντας πάλι μοιράζει δώρα
αλλά δεν του περισσεύει λίγο φαΐ για τα πεινασμένα παιδιά
οι τηλεοράσεις διαφημίζουν ζωή πασπαλισμένη με χρυσόσκονη
αλλά στα φτωχόσπιτα στάζει η θλίψη από το ταβάνι
ανταλλάσσουμε ευχές αγάπης και αισιοδοξίας για ευτυχές νέο έτος
αλλά κάθε χρόνο η δυστυχία απλώνει όλο και πιο μακριά τα πλοκάμια της
προσχεδιάζουμε με ανόητη ακρίβεια την εκπλήρωση μελλοντικών επιθυμιών
αλλά γινόμαστε άβουλοι θεατές της κατάρρευσης του πύργου με τα τραπουλόχαρτα
πιστεύουμε πως κρατάμε την τύχη σαν ταύρο από τα κέρατα
αλλά αποφεύγουμε να δούμε την οδύνη ελπίζοντας πως δεν θα μας αγγίξει
έχουμε χαρακτηριστεί ως καταναλωτές
αλλά είμαστε όλοι πρακτικά αναλώσιμοι
η σύγχρονη Βαβέλ μας βούλιαξε πάλι
μέσα σε στιγμή στο λιμάνι της Πάρου.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://dfphotosblog.wordpress.com/2021/12/31/αλλά/

Δημήτρης Τρωαδίτης, Θωριές στο τρεμάμενο ξάγναντο

θωριές στο τρεμάμενο ξάγναντο
η κόψη των ατελεύτητων πανδημιών
βάζει στο στόχαστρο
την άλλοτε ιριδίζουσα ύπαρξη

μπροστά στην όψη των μαχαιριών
εξακοντίζω βρισιές
κατά των σαλτιμπάγκων
του απαστράπτοντος τίποτα

Σαμσών Ρακάς, από τον “Ούτι”

Φώτο: Lovers_Night_by_Feebaum

οι τρελοί

γεννιούνται απ’ τις πέτρες 

που πετάχτηκαν ένα απόγευμα αφηρημένα 

από μια παρέα παιδιών 

καθώς αυτά συζήταγαν με πάθος 

να φτιάξουνε μια συμμορία 

και έτσι δεν κατάφεραν να κάνουν γκελ στη θάλασσα 

δεν γκελάρουν όλοι οι άνθρωποι 

να προσέχετε τις πέτρες που πετάτε 

 
*Από τη συλλογή “Ούτις”, εκδόσεις Υποκείμενο, 2017.

**Το ποίημα το πήραμε από εδώ (όπου μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα): https://poets.gr/el/poihtes/rakas-samson/851-oytis/2249-10

Λουκάς Αξελός, Δύο ποιήματα

ΨΗΜΕΝΟ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙ

Την είδε που έστριβε στην γωνία.
Μόλις είχαν φιληθεί
και αυτή βρήκε στα κρυφά
την ευκαιρία
να αγοράσει
ένα ψημένο καλαμπόκι
διευρύνοντας
με άμυλο και αλάτι
τον γευστικό της ορίζοντα.

*

ΟΛΑ ΚΑΠΟΤΕ

Όλα κάποτε,
ακόμα και τα καύσιμα της αγάπης,
όλα, τέλος πάντων,
τελειώνουν.
Σαν τα καράβια που βυθίζονται
χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη
να δικαιολογηθούν
που άφησαν ημιτελή
την ρότα προορισμού τους.

*Από τη συλλογή «Το Σθένος των Λέξεων», Εκδόσεις «Στοχαστής», 2021.

Χρίστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Το συνοφρύωμα

Η πλαστογραφία ήταν αψεγάδιαστη
Κανένα παραστράτημα μήτε αστοχία

Τραπήκαμε σε φιγούρες στενής κυκλοφορίας
χωρίς τερματικούς σταθμούς, ανοίκεια άγχη,
ή απελπισμένες διαδρομές

Αν και, στην υγρασία του φόβου,
στον αποχαιρετισμό της πρώτης μοίρας,
ανάμεσα στα δάση που εξαφανίζονται
η γοητεία μας χωλαίνει,
σέρνεται σχεδόν κι εκλιπαρεί

Στο τέρμα του δρόμου το σφρίγος μας εκλείπει,
Σ’αγκυλωμένα χαμόγελα, σ’εύρωστες αναμνήσεις.
Προοπτική ηλιόλουστη την κάθαρση δεν βρήκες,
Σαν πήγαινες και πιο βαθια, τ’αγκάθια σε γαντζώναν
Βουτιά στη βουτιά,δεν στεγνώνουμε,
Ξενιτευόμαστε στα μυτερά βουνά των βράχων

Καχεκτικοί υπαινιγμοί
στη γυαλάδα μιας εύθραυστης επαφής

Αύγουστος 2021

*

της εμπιστοσύνης

Εμπιστοσύνη χώθηκες στις θαλασσινές σπηλιές
Στ’άχναρα βαδίσματα
Εμπιστοσύνη στοργική, καλπάζει τ’ άλογό σου
μα, δίχως καβαλάρη

Βέλος σου γίνομαι κι ένα σπαθί στα χέρια εξαφανίζω
μες στα γαλάζια κύματα που αφρίζουν στ’ άγγιγμά σου.
Ξυπνάς ένα πρωί με τα κλειστά σου μάτια
κινείσαι ανάλαφρα σχεδόν, σε δρόμους και πλατείες
και στις γωνιές κρυφών οδών
χαζεύεις, τις συμπάσχουσες κυρίες
τους λόρδους της συμπόνοιας
μέχρι τ’ απομεσήμερο που κλείνουν οι παγίδες

το πρώτο πρώτο σου φιλί το σκέπασε η λήθη
το πρωτοδεύτερο φιλί, μες στης φυγής τη χάση
και μον’ το τρίτο το στερνό ξαπλώθηκε στα φρύδια
να παιχνιδίζει χαρωπά σε μέτωπου ρυτίδες

Είσαι κι εσύ άδεια αγκαλιά, στου κύματος την άκρη
στη συννεφένια λύπη σου βαριές ανάσες λιώνουν
τι ν’ απλωθείς και που, εσύ, τι να αποφύγεις;
εσύ είσαι άμαθη απ’ αυτά, εσύ πνοές χαρίζεις
την βγάζεις μ’ αγκομαχητά στων εραστών σου τη φωτιά
τραυλίζεις με αποκοτιά στο κέντρο της αμάχης
αργά βαδίζεις μοναχή, γεμίζεις το ασκί σου
που είναι τρύπιο κάτωθε μπαλώματα γεμάτο
είσαι καλή είσαι γλυκιά είσαι μαλαματένια
η γλυκοκόρη του βυθού που κατοικείς στις ξέρες

Φεύγεις καλή μου, έχε γειά, ξανά θ’ ανταμωθούμε
Στης αστραπής τα δειλινά στου κεραυνού τον χτύπο
και στων συννέφων τη δροσιά θα γείρουμε για ύπνο

Οκτώβριος 2021

*

άτιτλο

Η θάλασσα ξυπνάει
Σφυρίζει χαμηλά ο άνεμος
Θαλάσσιες ανεμώνες

Αύγουστος 2021

Mαρία Πανούτσου, Τρία ποιήματα για το τέλος του 2021

ύμνος

-πριν και πέρα από το σήμερα,
ως κάλεσμα,
μια μόνη ευχή,
ίσως μοναδική
περαστική,
προ προμυθεική

από τις πέτρες πιο πέτρινος
ένας καημός
αναχωρεί τελεσίδικα
μήπως είναι αυτός,
μήπως εκείνος,
μήπως εγώ ή εσύ..

σε μία πόλη γεμάτη ανθρώπους
ξετυλίγεται ένα γίγνεσθαι
στις σκάλες, στο οδόστρωμα,
στα υψώματα και στα χώματα,
στα ασανσέρ,
μουσικές ξεπηδούν
από παντού

κλυδωνίζονται επιλογές
και σκέψεις ολονύχτιες,
δεν επιθυμώ επιστροφή
μόνο η μνήμη
ως συνέχεια, ένα πείραμα στο υπαρκτό

κοιτώ τα χέρια μου, τα δάχτυλα
και παίζω ένα κομμάτι στο πιάνο,
που ακόμη αρνείται το σώμα να ξεχάσει,
τούτες οι γιορτές, δεν μοιάζουν
με καμιά άλλη,
μια σπιθαμή, από το τίποτα

καθώς γυροφέρνουν στο κεφάλι
εικόνες
αναζητούν έναν τοίχο για να υπάρξουν
έστω μια φευγαλέα υπενθύμιση
πριν εξαφανιστούν
έστω τοιχοκολλημένες

μονολογώ
αφού ο διάλογος απεκδύει
κάθε επαφή
και όμως, ο ήλιος μας ζεσταίνει
ο αέρας
γεμίζει τα πνευμόνια μας,
το χώμα,
μας στηρίζει στο περπάτημα
τα σύννεφα μας νανουρίζουν,
αιωνόβιοι ουρανοί και η βροχή
μας προμηθεύουν με χρώματα

ελάτε σταματήστε για λίγο τον βηματισμό
ας σταθούμε εδώ κάτω από τούτο το δένδρο
και ας ταξιδεύσουμε αιώνες πίσω
μήπως και βρούμε τον μίτο της Αριάδνης

ολοταχώς για μια πλεύση
σε ένα τόπο
άτοπο
άχρονο
αστόλιστο
αγεφύρωτο
ανέμελο
απαίδευτο
αδιάβαστο
ανοχύρωτο
άκλαυτο
άστεγο
αξόδευτο
ανόθευτο

με μια στάλα χαράς
παρέα με την γάτα μου
στολίζω τούτο το άσπρο χαρτί
με λίγα σκαλίσματα
πόσο να ζυγίζουν οι λέξεις,
μια στάλα από κάτι τι όμορφο,
και περιμένω,
με το duende στην καρδιά,
μια αναγέννηση,
γιατί πάντα θα υπάρχει αναγέννηση
για τον άνθρωπο-

*
Διαδρομή

λόγος
μια πηγή και δοχεία
με γάργαρο νερό για μια μέρα
ιχνηλαλασίες μικρής διαδρομής
ιεροτελεστία σε πράσινες εικόνες
αυτιά μεγεθυμένα σε φτερά
ακούουν τα φυλλώματα
νερό – πουλιά και η καρδιά
μιλάνε με συνθήματα –
όπως εγώ μιλούσα στον κορμό
δένδρο ψηλό
παιδί δικό μου φυτεμένο
τότε δεν γνώριζα τον φόβο
τον έμαθα στο στρίμωγμα
χωρίς αέρα χωρίς αιδώ
μια ύβρις που σαρώνει
 
επίλογος
 
…σαν να ψύχρανε
δέχομαι επισκέψεις μόνο στην κουζίνα
ασβεστωμένη- να θυμίζει
τον παράδεισο που σβήνει
ωσάν με κάδρο, υγρός πίνακας-
έξω και κάτω απ’ το υπόστεγο
μαδάει η φωλιά των χελιδονιών
κρύωσε ο καιρός …
 
*
Μνήμη


Α’ ΜΕΡΟΣ
 
Αρσινόη
 
αγαπημένες στιγμές της μάζωξης
στον κήπο με τα λεμονόδενδρα
αγουροξυπνημένος ο πατέρας
 
μια ξύλινη σκάλα με όμορφη καμπύλη
μας χώριζε από τον παράδεισο
 
μετρούσα τα σκαλιά καθώς κατέβαινα
Βαρώσι μου Αμμόχωστο
 
μια όμορφη κόρη ήσουν και σε ζήλεψαν
 
ένα κομμάτι γης με γύρω θάλασσα
 
μα άχρηστες οι προσευχές
αγροίκοι σε βατέψανε μικρή μου όμορφη
 
δεν ήταν όλοι ο μάρτυρας Μαρκαντώνιος
να θυσιάσουνε ζωές και πλούτη
 
ας ήταν να μην σε γνώριζα
ας ήταν να μην σε διάβαζα
ας ήταν να μην σε πόνεσα
να μη ήξερα το ένα και το άλλο
 
η ιστορία σου περίτρανα αντιλαλεί
κι εσύ ακόμη ζωντανή παλεύεις
εσύ,
απόηχος της Αρσινόης.
 
Β’ ΜΕΡΟΣ
 
Οχλαγωγία
 
Δίχως το Ίχνος, δίχως Ηθμό τι γυρεύουμε;
 Απαριθμώ μόνο ασέβειες.
Καταγράφω έλλειψη δικαιοσύνης.
Ξεχάσαμε τους άγραφους νόμους.
Με νομοθεσία ελλιπή.
Όλα έχουν υποβαθμιστεί.
Διάγουμε επικίνδυνη εποχή.
Με το μανδύα της ελευθερίας.
Μισανθρωπισμός.
 
Συγκρατώ και διώχνω μακριά ό,τι σάπιο.
Οι θεσμοί της κοινωνίας όχι μόνο νοσούν αλλά επιθυμούν και εμείς το ίδιο να νοσούμε.
Γονυπετώ με μια προσευχή στο στόμα, στην καρδιά.
 
Και οι φιλίες έγιναν σύννεφο
που περπατά στον ουρανό,
μικρές σταλαματιές  της βροχής
και ευχές για ένα αύριο,
τίποτα δεν μένει αχρωμάτιστο-
γλυπτό είναι στιβαρό,
που στηρίζει το χθες
 
κι οι κουκουβάγιες νουθετούν
καθώς μαζί στα μονοπάτια
κι οι νυχτερίδες
άλλαξαν σπίτι, ευτυχώς,
όλα στη θέση τους-
 
καθώς ταΐζω
ένα πληγωμένο περιστέρι
σκέπτομαι
πως όλα είναι σωστά βαλμένα.
 
Τέλος του 2021
Μαρία Πανούτσου

Χαρά Χρηστάρα, Ποιήματα 

Γύρω-τριγύρω σιωπή
μόνο το φτεροκόπημα της μνήμης μου
ακούω

*

Σφίγγω τα χείλη
τα βλέφαρα και τις παλάμες
στη φούχτα μιας ανάμνησης κρυμμένης

Πείθω τις κόρες, τους καρπούς,
το στόμα
για τους κινδύνους που παραμονεύουν

*

Κλειστή αποδοκιμασία

Κλειστή αποδοκιμασία
κρυφά βλέμματα
κι αγάπες

και υποκρισίες
και παιχνίδια

*

Κρυφές αναπνοές

Κρυφές αναπνοές
κρυμμένες αντιρρήσεις

κάτω από την άνοιξη
να κουφοβράζουνε

Για την αδυναμία μου
αναστενάζω

*

Τέλος της γιορτής

Και τώρα το τέλος της γιορτής
οι δρόμοι ξαναβρίσκουν το σκοτάδι
τα λίγα φώτα που απόμειναν
μοναχικά και ξεχασμένα

Επιστροφή στις γνώριμες συνήθειες
ο καπνός αλλάζει μυρωδιά
η μέρα μεγαλώνει
η πάλη ξαναρχίζει η καθημερινή
και πεταρίζει η καρδιά στο ξανασμίξιμο
σαν στη «Σονάτα των αποχαιρετισμών»

*

Παιχνίδι ατέλειωτο

Βουτάω πάλι στη σιωπή μου
η κάμψη των αισθήσεων
σταματά την κρίση
να νοιώσω ελεύθερη πασχίζω

παιχνίδι στήνει ατέλειωτο
η απουσία με την παρουσία
δεν μένει παρά να το ακολουθήσω

*

Παρακαμπτήριος

Η παρακαμπτήριος του πάθος
αλλάζει τα δεδομένα

Οι συναντήσεις των ψυχών αόρατες
Στρατιές πεινώντων και διψώντων
ψάλλουν σε αρχαίους ήχους

Ύμνος σε άγνωστο Θεό
οι παρεκκλίσεις μας

*

Πλήθος κινήσεις

Σελίδες
με λεκέδες αίμα

Πλήθος κινήσεις
δεν κατορθώνουν να διαπεράσουν
τη φλούδα που μας περιβάλλει
δήθεν για προστασία
δήθεν για ενότητα

Οι κόποι μας μοιάζουν χαμένοι
Πότε θα σηκωθούμε από τον ύπνο μας;

Οι γέροι μάντεις
λείπουν απ’ την εποχή μας

*

Ολόκληρη

Η μέρα ξεκίνησε παράξενα
Διαμελισμός

Φωνές, σχήματα, λέξεις,
πασχίζουν να ενώσουν τα κομμάτια
να ξαναδώσουν στην εικόνα μου το ολόκληρο
το βλέμμα να πετάξει στον ορίζοντα

καθρέφτης ο ήλιος
να φωτίσει
τη σκοτεινή μου περιοχή

*Η Χαρά Χρηστάρα (1957-2021) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο Παρίσι κοινωνιολογία, γλωσσολογία, εθνολογία και εθνομουσικολογία και ήταν κάτοχος διδακτορικού διπλώματος κοινωνικής ανθρωπολογίας από την E.H.E.S.S. Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες. Είχε εκδώσει δώδεκα ποιητικές συλλογές και τρεις συγκεντρωτικές εκδόσεις.

**Τα ποιήματα αυτά, όπως και η φωτογραφία της ανάρτησης, αναδημοσιεύονται από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2021/12/28/ποιήματα-χαρά-χρηστάρα/

Χρήστος Διαμαντής, Δύο ποιήματα – Εις μνήμην

Καμουφλάζ

Θα κρυφτώ
Πίσω από το δάχτυλό μου,
Στην καλύτερη κρυψώνα
Που μου ‘μάθαν στο σχολείο.

Θα παίξω
Κρυφτό μ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Πέντε – δέκα – δεκαπέντε…
Φτου – ξελευτερία στους φυλακισμένους.

Θα προσποιηθώ
Πως είμαι χαμαιλέων σε ανθρώπινες ζούγκλες·
Καμουφλάζ στην ερημιά
Μη τυχόν με δει κανείς.

*

Μάτια

Μάτια.
Δίδυμοι πλανήτες
Αναγκασμένοι να περιστρέφονται
Αδιάλειπτα.

Και οι κόρες,
Αποστακτήρια δακρύων
Που δουλεύουν
Ασταμάτητα.

Τα μάτια.
Έγχρωμη ανέμη
Που ξετυλίγει το νήμα
Φυγόκεντρης ψυχής.

Και κάθε βλέμμα,
Ένα βασίλειο
Που αρχίζει να πλάθει
Όραση αληθινή.

Γρηγόρης Σακαλής, Υδρόγειος

Θα είμαι γυμνός
θα φορέσω το ματωμένο
πουκάμισό σου
αυτό μόνο
θα περπατήσω
σε φλεγόμενους δρόμους
σε δρόμους
της ζωής και του θανάτου
θα υπερβώ
όλα τα πρέπει και τα όχι
με υπερφυσικές δυνάμεις
που θ΄ αποκτήσω απ΄ το επέκεινα
θα εξαφανίσω την αδικία
και την πίκρα
αγαπημένη μου
μόνο εσύ μπορείς
να με πληγώσεις
κι εγώ εσένα
σε μια πυρακτωμένη υδρόγειο.