Γωγώ Πονηράκου, Περί ποίησης

Η φωτογραφία της Γωγώς Πονηράκου δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.discardedmagazine.com 

Έχετε σκεφτεί πως θα ‘τανε
η ποίηση αν τη διαβάζανε
με στόμφο και λαγνεία
στα στριπτιτζάδικα;
Αν αφορούσε παραπάνω
από πολλούς κι αν
ξεχυνότανε ορμητικά σε
καταγώγια και σκοτεινά
ανάκτορα;
Αν γινόταν παντιέρα
και κυριαρχούσε αντί για
τις λέξεις προκάτ των ειδήσεων;
Αν οι λέξεις οι ποιητικές τρύπωναν και
πονούσαν στιγμιαία σαν αφύπνιση
αντί για τα άρθρα του συντάγματος και το
πάτερ ημών;
Αν γινόταν τύμβος στον
πεζόδρομο της Γλάδστωνος
να μας θυμίζει τι σημαίνει
επιθανάτιος ρόγχος μέρα μεσημέρι
μπροστά στα μάτια όλων;
Έχετε σκεφτεί γιατί αξίζει
να παιδεύεσαι να βγάλεις
έναν ρημαδιασμένο στίχο
για τον έρωτα τον εικοστό
πρώτο αιώνα; Τον έρωτα
τον λυσιμελή και ακατάλυτο
που τώρα και πάντα μας παιδεύει;
Αν τίποτα από όλα αυτά
δεν σκεφτήκατε
τότε το νόημα ερρίφθη
στο κενό
με σάλτο μορτάλε.

Langston Hughes, Poet to bigot / Ποιητής προς φανατικό

I have done so little
For you,
And you have done so little
For me,
That we have good reason
Never to agree.

I, however
Have such meagre
Power,
Clutching at a
Moment,
While you control
An hour.

But your hour is
A stone.

My moment is
A flower.

Έχω κάνει τόσο λίγα
Για σένα,
Και έχεις κάνει τόσο λίγα
Για μένα,
Που έχουμε έναν καλό λόγο
Να μην συμφωνούμε ποτέ.

Εγώ, όμως,
Έχω τόσο μικρή
Δύναμη,
Αγκαλιάζοντας μια
Στιγμή,
Ενώ εσύ ελέγχεις
Μια ώρα.

Αλλά η ώρα σου είναι
Μια πέτρα.

Η στιγμή μου είναι
Ένα λουλούδι.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Mutalib Abdulla, Εικόνες του Θανάτου

Ο κόσμος ολόκληρος 
διέρχεται μέσα από εικόνες του θανάτου
Το λευκό χρώμα το φέρνει
Κόκκινο το ξαναπαίρνει
Ο κόσμος είναι μάταιος όσο η αναμονή
Στο μέγεθος της επιτυχίας της ζωής
Τις ιστορίες τις ξαναλέω
Ο θάνατος σαν ανεμοστρόβιλος προς το πρόσωπό μου ερχόταν,
Σαν το σκοτάδι η σκοτεινιά του κόσμου
Δεν ξέρω πώς να φωτίσω
όλες εκείνες τις ιστορίες
Όλοι εκείνοι οι ήχοι πού τελειώνουν
Ο κόσμος ήταν σκοτεινός
Από το λευκό χρώμα βυθίζομαι 
Από τις εικόνες του θανάτου Πέφτω

*Ο Mutalib Abdulla, διακεκριμένος Κούρδος συγγραφέας και μεταφραστής, γεννήθηκε το 1962 στην πόλη Ερμπίλ, την πρωτεύουσα της Περιφέρειας του Ιρακινού Κουρδιστάν. Μέχρι σήμερα, συνεχίζει να ζει και να δημιουργεί στην πόλη που τον γέννησε. Με ένα εντυπωσιακό έργο που περιλαμβάνει 33 δημοσιευμένα βιβλία, ο Αμπντουλά έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της κουρδικής λογοτεχνίας. Έχει λάβει πολλές τιμητικές διακρίσεις εντός του Κουρδιστάν και έχει βραβευτεί πολλές φορές για το έργο του.
**Μετάφραση από τα κουρδικά στα ελληνικά: Omed Qarani.

Ender Başkan, Two Hundred Million Musketeers

Melbourne book launch: 5 November at Readings Carlton (VIC)

Sydney book launch: 27 November at Better Read Than Dead (NSW)

The debut poetry collection by the winner of the 2021 Overland Judith Wright Poetry Prize, Two Hundred Million Musketeers by Ender Başkan explores the complexities of new parenthood and family life, and anxieties about the future his children will grow up in.

Ender Başkan’s debut poetry collection depicts the intensity of life as a parent of young children. It maps the shifting trains of thought which go with the experience of being a new parent, when one’s attention is drawn in many different directions – between child-rearing and house-keeping, domestic crises, the need to earn a living, and the responsibilities you have to the past as well as to the future, to your own parents and grandparents, as well as to your children. Work, friendships, social life and creative practice are all altered. The poet reflects on his own childhood, and his grandparents’ exile from their homeland in Turkey, to which he returns several times in the course of the book, with his own young family. But there is also an increased awareness of the future, not only to the world his children will grow up in, but to the kind of world that is being built right now, in homes, workplaces, and in social and political allegiances.

Perhaps most tellingly, since Ender Başkan is a poet, he is subsumed in the flood of language, as it emerges from the mouths of his youngsters, indeed from his own mouth, as he talks to them. Words and sounds and the effects of language come to the fore. The imagination of children lends its own wonder and surrealism to that of the poet. His writing is direct, playful, absurd, staunch and political. In these respects, Başkan follows in the footsteps of the previous generation of Australia’s poets of migrant background, all of them masters of language – Pi.O., Chris Mann, Antigone Kefala and above all the late Ania Walwicz, his close friend and mentor.

Ender Başkan is on a roll: behold the flows of this supercollider brain and heart, imparting particles (poetic lines) with immense energy, accelerating language into an extreme and vast sequence of intimacy – the vastness of work life, art life, and life life, and life, and life, held high.
Lucy Van

Ender is aware of all that looms around about him – yet anchored in the daily grind of family and the domestic environment, and his job, and a troubled heart and conscience, and the art and poetics of the complexity of language – he slides across the floor with a fabulous smile and presence.
π.O. (Pi.O.)

Ender Başkan is a Melbourne-based poet, novelist, small-press publisher and bookseller. The winner of the 2021 Overland Judith Wright Poetry Prize, his poems have been published in HEAT, Meanjin, Cordite, Unusual Work and Best of Australian Poems. He has also published a novel, A Portrait of Alice as a Young Man. He is the co-founder of Vre Books press, Agog poetry readings and Study experimental space. His debut poetry collection Two Hundred Million Musketeers will be published by Giramondo in November 2025.

´Ερμα Βασιλείου, Tο χάραμα

Tο χάραμα είναι χάραγμα
Στον ουρανό
Γραμμή
Από χρυσό μολύβι
Που σπέρνει φως στην κάθε αυγή

Μακραγαθό από
Σύννεφα
με σύννεφο
Περβάζι
Χλωρό
Χειμερινό φλουρί σαν το
Γλυκό πουλί
Στ´ αγιάζι

Η σκοτεινιά
ησυχασιά
Και σιωπηλή αγκάλη
Σκέπασμα στην
Ψυχρότητα
Του θέρους Πανοσέντονο
Και του καιρού
Η νιότη

Μαρία Πανούτσου, Το Άφατο

-Κι εγώ που γράφω αυτές τις γραμμές
είναι που έχω φύγει από καιρό
για το ανοίκειο.
Πως το σημείωμα αυτό βρέθηκε τυχαία
και το έφερε ο άνεμος σε σας.
Το ξέρω πως αφήνουμε σημάδια
και θα μας οδηγήσουν με ασφάλεια
στον λαβύρινθο της άλλης ζωής.
Μόνο που φοβάμαι
πως δεν αφήνουμε σημάδια
για την άλλη ζωή
αλλά για τούτη εδώ,
την απαράμιλλη πίκρα,
και τάχα πως αναζητούμε
προσποιούμενοι
ότι ζητάμε μια ευτυχία
φτιαγμένη στα μέτρα μας.

Όπως ξέρω
ότι θα μείνει από μένα
είναι φαγωμένες φωτογραφίες
και μερικοί στίχοι —
μα όχι αυτοί που θα ήθελα.
Και συνηθίζω στην ιδέα
πως δεν υπάρχω,
πως μια άλλη ύπαρξη,
μια γυναίκα,
που προσπαθώ να εξοικειωθώ μαζί της,
με βοηθά να τελειώσω
κάποιο ημιτελές δικό μου.
Πως είμαι τυχερή που ανακάλυψα αυτήν τη φίλη:
τον εαυτό μου κομματιασμένο
σάμπως ευτυχισμένο,
ικανοποιημένο,
κουρασμένο,
μεταμορφωμένο,
παραλλαγμένο,
συρρικνωμένο,
εκτονωμένο,
ψαλιδισμένο,
εναρμονισμένο,
με μόνο εφόδιο μια διάχυτη συγκίνηση
να διαπερνά τους ιστούς του σώματος.
Ξέρω πως θα θυμάμαι όλα όσα με μάγεψαν,
όλα όσα με έσπρωξαν να πάω παραπέρα,
και κυρίως τη μέθη της δημιουργίας,
το ξέχασμα του χρόνου,
την απόλυτη αφοσίωση.
Μην με ξυπνάτε.

Αντέχω τον πόνο — εξασκούμαι χρόνια σε αυτό.
Δεν αντέχω την αυτοθυσία, αλλά ακόμη κι αυτήν την παλεύω.
Μη μου πείτε όμως τη λέξη «τέλος»·
με δακρύζει αυτή η λέξη.
Και δεν φοβάμαι, όχι,
αλλά να κρατώ μια επιστολή
σταλμένη από άνθρωπο.
Κάτι θέλω να σας πω
μα δεν μου βγαίνει καθαρό.
Πάω προς τα πίσω λοιπόν,
από εκεί που ξεκίνησα,
σε μια μήτρα,
μέχρι να βρεθώ πάλι στη ροή της ηδονής.
Τόση εξάρτηση δεν αντέχεται.
Το δικό μου ταξίδι θα άρχιζε αλλιώς:
χωρίς πρόσωπο, χωρίς γραμμές σώματος,
μια ύλη από ανθρώπινα κατάλοιπα.
Όμως είμαι εδώ τώρα.
Χάνω σιγά σιγά ό,τι μου χάρισε η φύση.
Παρακολουθώ την απώλεια
και τη συντροφεύω με συρτά βήματα
χορού πυρρίχιου.
Δεν γυρνώ προς την ιστορία.
Δεν γυρνώ προς την επιστήμη.
Δεν γυρνώ προς τους ήρωες.
Δεν γυρνώ προς την εξουσία.
Δεν γυρνώ σε παντοδυναμίες.
Εγώ, ο κομματιασμένος στενολύπητος εαυτός.
Κομμάτια του κορμιού μου εξέχουν
από τον τύμβο της Αθηνάς.
Ίσως φταίει που ξέχασα
την Αρκτεία τελετή
με τα σφιχτά τα βήματα γύρω από τη λεκάνη,
ή τον χορό του θανάτου
με μόνη κίνηση την έκφραση του προσώπου
σε αναρώτηση.

Εμμέλεια με φώναζαν από κοντά και μακριά,
και εμμελώς με ύβρη
ξεπληρώνω τις χαρές μου
με αγνωσία, με αμνησία.

2025
© All rights reserved

Κ Ω Σ Τ Η Σ – ΜΠΛΕ ΑΛΦΑΒΗΤΟ

16 Οκτωβρίου – 15 Νοεμβρίου 2025

Εγκαίνια: Πέμπτη 16 Οκτωβρίου, 19.30

Η Roma Gallery παρουσιάζει την ατομική έκθεση Κ Ω Σ Τ Η Σ – ΜΠΛΕ ΑΛΦΑΒΗΤΟ. Η έκθεση, την οποία επιμελείται η ιστορικός τέχνης Άλια Τσαγκάρη, πραγματεύεται τη συγκρότηση ενός νέου οπτικού αλφαβήτου δομικών μορφών. Το αλφάβητο αυτό αρθρώνεται μέσα από μια σειρά φωτογραφικών αποτυπώσεων ηλεκτρικών εκφορτίσεων κεραυνών, τους οποίους ο καλλιτέχνης παράγει στο εργαστήριό του, αξιοποιώντας ένα τυπωμένο ηλεκτρονικό κύκλωμα δικής του επινόησης. Στο πλαίσιο αυτής της πρωτοποριακής διαδικασίας, η αμιγώς λευκή έκρηξη του κεραυνού μεταστοιχειώνεται σε βαθιές μπλε αύρες μέσω ενός κοίλου κατόπτρου Murano. Οι ηλεκτρικές εκκενώσεις αποτυπώνονται ως ριζωματικές μορφές και ηλεκτροφορητικές απολήξεις, συγκροτώντας έναν ιδιότυπο οπτικό κώδικα που υπερβαίνει τη γραμμικότητα της συμβατικής γραφής.

Η συστηματική διερεύνηση των μορφοπλαστικών ιδιοτήτων των κεραυνών αποτελεί, ήδη από το 1989, κεντρικό άξονα της καλλιτεχνικής εργασίας του Κωστή. Σ’ αυτήν, ο κεραυνός δεν αντιμετωπίζεται ως απλό φυσικό φαινόμενο προς καταγραφή, αλλά παράγεται από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, προσλαμβάνοντας ανθρώπινη διάσταση και συνδεόμενος άμεσα με την αισθητηριακή εμπειρία απέναντι στο ηλεκτρικό πεδίο, δηλαδή στην ίδια την ηλεκτρική φύση του σύμπαντος. Πρώτο έργο αυτής της ενότητας υπήρξε ο Λαβύρινθος ή Το Κενό μνημείο (1989), μία σύνθετη εγκατάσταση με διαφανείς καθρέφτες, πέτρινες κατασκευές, πανό διαδήλωσης και ηλεκτρονικό κεραυνό, η οποία παρουσιάστηκε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών με αφορμή τη διακοσιοστή επέτειο της Γαλλικής Επανάστασης. Το έργο αυτό αποτέλεσε πολυεπίπεδο σχόλιο πάνω στη ζωή και τον θάνατο, την παρουσία και την απουσία, εγκαινιάζοντας παράλληλα τη μακρόχρονη ενασχόληση του Κωστή με τον κεραυνό ως πρωταρχικό μέσο καλλιτεχνικής γραφής.

Αναλογιζόμενη τις εκθεσιακές μεταμορφώσεις του κεραυνού – από τον Λαβύρινθο έως το πρόσφατο έργο – η επιμελήτρια της έκθεσης Άλια Τσαγκάρη επισημαίνει: «Το Μπλε Αλφάβητο του Κωστή απαντά στο αίτημα των θεωρητικών της πρωτοπορίας του 20ού αιώνα για μία νέα «γραφή του φωτός», ενσωματώνοντας την τυχαιότητα και την εφήμερη χρονικότητα της ηλεκτρικής εκκένωσης σε έναν εξωγλωσσικό κώδικα επικοινωνίας. Ο ριζωματικός αυτός κώδικας, μέρος ενός ευρύτερου σώματος οπτικής ποίησης, ενεργοποιεί μία ρέουσα, πολυπολική και μη-γραμμική αισθητηριακή αντίληψη, τόσο του φαινομένου του κεραυνού όσο και της ίδιας της γραφής».

Η μετατροπή της ενέργειας σε μορφή και, εν συνεχεία, σε γραφή καθίσταται εφικτή χάρη σε μια παγκόσμια πρωτοπορία: το τυπωμένο ηλεκτρονικό κύκλωμα που σχεδίασε και υλοποίησε ο Κωστής, μέσω του οποίου παράγει ο ίδιος την ηλεκτρική εκκένωση. Με τον τρόπο αυτό, ο καλλιτέχνης δημιουργεί τον κεραυνό ex nihilo, εγγράφοντας την ηλεκτρική ενέργεια στο πεδίο της τέχνης ως συμπαγές και ολοκληρωμένο φαινόμενο. Αυτή η ηλεκτρισμένη εικονοποιία ριζωματικών μορφών συνιστά δομικό στοιχείο μιας νέας, αστραποβόλας γραφής· μιας αυθεντικής «γραφής του φωτός», η οποία υπερβαίνει την παραδοσιακή εικονογραφία της αστραπής και συγκροτεί το ιδιαίτερο αλφάβητο του Κωστή.

Η εικονογραφική και τεχνολογική σημασία της συμβολής του Κωστή αναδεικνύεται από την ένταξη έργων του σε θεσμικές συλλογές στην Ελλάδα (Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου) και στο εξωτερικό (Musée Electropolis, Μιλούζ), όπου συνυπάρχουν με έργα καλλιτεχνών όπως οι Raoul Dufy, Man Ray και Julio Le Parc. Η διεθνής απήχηση του έργου του επιβεβαιώνεται και από τη συμμετοχή του σε εκθέσεις σε καίρια μουσεία και ιδρύματα (π.χ. Espace Electra, Παρίσι· Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη), καθώς και από τη θεωρητική αναγνώρισή του από διακεκριμένους κριτικούς, μεταξύ των οποίων ο Pierre Restany.

Η έκθεση Κ Ω Σ Τ Η Σ – ΜΠΛΕ ΑΛΦΑΒΗΤΟ πλαισιώνεται από βίντεο κεραυνών σε αργή κίνηση, συνοδευόμενο από πρωτότυπη ηλεκτρονική μουσική σύνθεση του Κώστα Μαντζώρου. Παράλληλα, τεκμηριώνεται με έκδοση η οποία περιλαμβάνει κείμενα του ιστορικού τέχνης Jacques Donguy, της Δρ. Νεοελληνικής Φιλολογίας Μορφίας Μάλλη, καθώς και της ιστορικού τέχνης και επιμελήτριας της έκθεσης Άλιας Τσαγκάρη.
Η έκθεση τελεί υπό την αιγίδα του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών.

Ana Cristina Cesar, Ποιήματα

Ζήλια

Ζηλεύω αυτό το τσιγάρο που καπνίζεις
Τόσο αφηρημένα.

*

Πλάνο ταξιδιού

Αργά το βράδυ έβαλα όλο το σπίτι πίσω στη θέση του.
Έβαλα στην άκρη όλα τα χαρτιά που περίσσεψαν.
Επιβεβαιώνω στον εαυτό μου τη σταθερότητα των κλειδαριών.
Δεν σου ξαναείπα λέξη.
Από την κορυφή των βουνών της Petrópolis,
με ένα μυτερό καπέλο και ένα ποτιστήρι,
η Ελίζαμπεθ*
επιβεβαίωσε ξανά ότι «Το να χάνεις
είναι πιο εύκολο από όσο νομίζεις».
Έσκισα όλα τα χαρτιά που περίσσεψαν.
«Τα μάτια του αμαρτάνουν, αλλά το σώμα του
όχι», είπε η ακριβής, ταυτόχρονη μεταφράστρια,
και τα χέρια της έτρεμαν. «Είναι επικίνδυνος»,
γέλασε η Καρολίνα, ειδική στο φιλμ Kodak.
Η κάμερα ταξίδεψε σε χαμηλό υψόμετρο.
Η φωνή στα βουνά, άσβεστη
ήμερη φωτιά του πάθους, η φωνή
από τον καθρέφτη των ματιών μου,
που αρνείται κάθε ταξίδι,
και η βραχνή φωνή της ταχύτητας,
ήπια λίγο και από τα τρία
χωρίς να το καταλάβω
σαν κάποιον που ψάχνει για μια κλωστή.
Δεν σου ξαναείπα λέξη,
επαναλαμβάνω, τονίζω,
αργά το βράδυ,
ενώ ξεμπλέκω
χωρίς πολυτέλεια
με βελόνες
τις απόψεις που άκουσα σε μια ατελείωτη μέρα
που δεν μοιάζουν πια με το θολό φως εκείνης της
ίδιας ατελείωτης μέρας.

*Αναφορά στην ποιήτρια Ελίζαμπεθ Μπίσοπ.

*

Δόξα και πλούτος

Έγραψα το όνομά μου τόσες πολλές φορές
και τώρα γίνομαι θέμα εφημερίδας. Πόνοι στο σώμα—νευραλγική γραμμή που διαπερνά την
καρδιά. Οι γείτονες κάτω
παρακαλούν την άμεση απέλασή μου.
Δεν άκουσαν το φρενήρες πιάνο της βροχής
ούτε την πρώτη σωστή ιστορία τρόμου:
στο μουσείο της Μαντάμ Τισό, ο δολοφόνος σμίλευε
τα θύματα του σε κερί. Έγινε είδηση.
Οδηγώ το αυτοκίνητό μου. Κοιτάζω τον κόλπο στο βάθος,
στην ομίχλη των νέον, και σκέφτομαι την Χάια,
το Αμβούργο,το Ντόβερ,τις άγκυρες τις υψωμένες
στη Λισαβόνα. Δεν έφτασα στον νέο κόσμο.
Τίποτα δεν είναι εθνικό. Πέφτω, και στο πήδημα μου,
η ενοχλητική ενοχή πονάει: έχοντας κλέψει
το δικαίωμά σου να υποφέρεις. Έκλεψα τη
σιωπηλή σου φωνή, έπεσα στη θάλασσα,
παίρνω νερό. Δώσε μου τη βάρκα.

*

Τίποτα δεν κρύβει την τελειότητα της αγάπης…
Τίποτα δεν κρύβει την τελειότητα της αγάπης.
Ένα αυτοκίνητο με όπισθεν. Ανάμνηση του κινούμενου νερού. Φιλί.
Ιδιαίτερη γεύση του στόματός σου. Το τελευταίο τρένο που ανεβαίνει στον
παράδεισο.
Τεντώνω τα αυτιά μου.
Συσκευές που κάνουν μόνο ήχο καταλαμβάνουν τον κρυφό τόπο
της ευτυχίας.
Πρέπει να δέσω τον εαυτό μου στα πανιά με τα ίδια μου τα χέρια.
Να ρυμουλκήσω μια βάρκα.
Από εδώ, βαθιά στο καταφύγιο του δάσους, ακούω πράγματα που
δεν έχω ξανακούσει, πουλιά να κλαίνε.

*Η Άνα Κριστίνα Σεζάρ (Ana Cristina Cesar) ήταν ποιήτρια και μεταφράστρια που γεννήθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας το 1952. Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα ονόματα της Γενιάς του Μικρογράφου. Συνδέεται επίσης με το κίνημα της Περιθωριακής Ποίησης. Το 1969, σε ηλικία 17 ετών, ταξίδεψε στην Αγγλία για πρώτη φορά. Αργότερα, θα έλεγε ότι η μεγαλύτερη συνέπεια αυτής της εμπειρίας ήταν η απώλεια της πίστης της. Ολοκλήρωσε κλασικές σπουδές στη Σχολή Πρακτικών της Φιλοσοφικής Σχολής του Ρίο και αργότερα απέκτησε πτυχίο Λογοτεχνίας από το Καθολικό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο. Αποφοίτησε με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών από το Πανεπιστήμιο του Έσσεξ της Αγγλίας. Μετέφρασε, μεταξύ άλλων, έργα της Κάθριν Μάνσφιλντ και της Έμιλι Ντίκινσον. Ήταν τη δεκαετία του 1970 που άρχισε να αναπτύσσει το ποιητικό της έργο, κατά τη διάρκεια της τελευταίας βραζιλιάνικης στρατιωτικής δικτατορίας (1964-1985). Το 1983, στο τέλος ενός μαθήματος γυναικείας λογοτεχνίας στη Βραζιλία, εισήλθε σε βαθιά καταθλιπτική φάση. Αφού έκανε απόπειρα αυτοκτονίας στην παραλία, παρέμεινε σε ψυχιατρική κλινική για αρκετές εβδομάδες. Στις 29 Οκτωβρίου, επέστρεψε στο σπίτι των γονέων της στην Κοπακαμπάνα, όπου, σε ηλικία μόλις 31 ετών, αυτοκτόνησε πηδώντας από μια βεράντα παρουσία της οικογένειάς της. Δημοσίευσε τα έργα “Σκηνές του Απριλίου” (1978), “Πλήρης Αλληλογραφία” (1978), “Γάντια Σουέτ” (1980) και “Στα Πόδια Σου” (1982). Μετά θάνατον, εκδόθηκαν τα βιβλία “Αδημοσίευτα και Διασκορπισμένα” (1985), “Νέα Σέλετς” και “Ποιητική “(2015).


*Μετάφραση Στέλιος Καραγιάννης

Joseph Bovshover: Η ποίηση Yiddish, ο βρετανικός αναρχισμός και η Ρωσική Επανάσταση

Ο Joseph Bovshover στη Νέα Υόρκη το 1911

Το εξώφυλλο του «The Spur» τον Μάιο του 1920, σε εικονογράφηση του Henry Bernard

Mike Carey, CDA Student*

Έρχομαι σαν ένας φλεγόμενος κομήτης, σαν τον ήλιο όταν ξυπνά η αυγή.
Έρχομαι σαν μια θυελλώδης καταιγίδα, όταν σπάζουν οι κεραυνοί και οι αστραπές.
Έρχομαι σαν τη λάβα που ξεχύνεται από τα ισχυρά ηφαίστεια σε κίνηση.
Έρχομαι σαν την καταιγίδα από το βορρά που ξεσηκώνει και εξοργίζει τον ωκεανό.

Οδήγησα τους καταπιεσμένους και τυραννισμένους λαούς των προηγούμενων γενεών.
Τους βοήθησα να αποτινάξουν τη σκλαβιά και να κερδίσουν την πλήρη απελευθέρωσή τους.
Πορεύτηκα με το πνεύμα της προόδου και βοήθησα κάθε προσπάθειά της.
Και θα πορευτώ μαζί με τους λαούς, μέχρι να τους ελευθερώσω για πάντα.

Εσείς, άγιοι με τα σακίδια γεμάτα χρήματα, εσείς, στεφανωμένοι δολοφόνοι, χρισμένοι με διαμάχες και συγκρούσεις.
Έρχομαι να σας καταστρέψω, τους νόμους σας, τα ψέματά σας και τις ανόητες συμβάσεις σας.
Τις καρδιές σας που διψούν για αίμα, θα τις τρυπήσω μέχρι να σταματήσει η ζωή μέσα τους.
Τα στέμματα και τα σκήπτρα σας, τα μικρά χρυσά παιχνίδια σας, θα τα σπάσω σε κομμάτια.

Κρεμάστε με ή πυροβολήστε με, οι προσπάθειές σας είναι μάταιες – χάσιμο χρόνου,
δεν φοβάμαι ούτε τις φυλακές ούτε τα βασανιστήρια, ούτε τα ικριώματα, ούτε οτιδήποτε άλλο.
Θα ξανασηκωθώ από τη γη και θα καλύψω την επιφάνειά της με όπλα,
μέχρι να βυθιστείτε στους τάφους σας, μέχρι να τελειώσει η δύναμή σας για το κακό.

Αυτό το εκδικητικό ποίημα είναι απόσπασμα από το έργο «Επανάσταση» του Joseph Bovshover, που γράφτηκε πριν από τη Ρωσική Επανάσταση, αλλά μεταφράστηκε και εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1919 από το αρχικό του ιδίωμα Yiddish από τον Joseph Leftwich, για το βρετανικό αναρχοκομμουνιστικό περιοδικό The Spur. Είναι ένα ασυμβίβαστο ποίημα, που προειδοποιεί τις άρχουσες τάξεις και όλους τους πυλώνες της αριστοκρατικής και αστικής κοινωνίας.

*Από το “Gezamelṭe shriften: poezye un proza” (New York, 1911) 17104.a.3

Ο Joseph Bovshover (1873-1915) γεννήθηκε στο Lyubavichi («η πόλη της αδελφικής αγάπης») εντός της Ζώνης Διαμονής της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, μέρος των περιορισμένων εδαφών στα οποία επιτρεπόταν να ζουν οι Εβραίοι. Αρχικά έδρα του χασιδικού κινήματος Chabad, η εβραϊκή κοινότητα του Lyubavichi έπεσε θύμα της ναζιστικής εισβολής στη Σοβιετική Ένωση και σφαγιάστηκε τον Νοέμβριο του 1941.

Μισό αιώνα νωρίτερα, το 1891, λίγα μόλις χρόνια μετά από μια σειρά βίαιων αντιεβραϊκών πογκρόμ, ο Bovshover είχε μεταναστεύσει από αυτό που αποκαλούσε «τις καταπιεσμένες και μαστιγωμένες από τον Τσάρο χώρες» στη Νέα Υόρκη – και μετάνιωσε πικρά που αποχωρίστηκε τη μητέρα και τον πατέρα του για να ξεκινήσει μια νέα ζωή μακριά από τα πογκρόμ. Εντασσόμενος στο «χωνευτήρι» της εργατικής τάξης στις Ηνωμένες Πολιτείες, έγινε γνωστός αναρχοκομμουνιστής «ποιητής των εργοστασίων της εκμετάλλευσης» και αγκιτάτορας στο εργατικό κίνημα, δημοσιεύοντας σε Yiddish και αγγλικά με το ψευδώνυμο Basil Dahl. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Bovshover νοσηλεύτηκε για ψυχική ασθένεια πριν πεθάνει το 1915.

Μετά το θάνατό του, η συμβολή του Bovshover στην προλεταριακή ποίηση αναγνωρίστηκε ευρέως, και όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά την μπολσεβίκικη επανάσταση του 1917, η Ρωσία τον αναγνώρισε ως δικό της. Ο David Shneer έγραψε ότι «ανακηρύχθηκε άγιος… ως ιδρυτής της λογοτεχνικής ιστορίας των Εβραίων εργατών» από τον αναδυόμενο σοβιετικό Τύπο στα Yiddish. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 1918, η ποίησή του εμφανίστηκε σε τρεις από τις δώδεκα εκδόσεις της πρώτης εφημερίδας στα Yiddish στη Σοβιετική Ρωσία, «Varhayt» (Αλήθεια στα Γερμανικά). Ήταν φερέφωνο του ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος «Pravda» (που σήμαινε επίσης «Αλήθεια» στα ρωσικά) και τον Αύγουστο του 1918 ιδρύθηκε εκ νέου ως «Der Emes» (και πάλι «Αλήθεια» στα Yiddish). Αν και υποστηριζόταν από τον Λένιν, έκλεισε υπό τον Στάλιν στα τέλη της δεκαετίας του 1930, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης σοβιετικής εκστρατείας κατά της κουλτούρας των ΓίντιςYiddish.

Ο Bovshover σύντομα έγινε γνωστός και στη Βρετανία. Μια σειρά μεταφράσεων της ποίησής του δημοσιεύτηκαν στο The Spur τα χρόνια μετά τη Ρωσική Επανάσταση, συμπεριλαμβανομένων των παραπάνω αποσπασμάτων. Το The Spur ήταν ένα βρετανικό περιοδικό αναρχοκομμουνιστικής κατεύθυνσης που αντλούσε έμπνευση τόσο από τον Μιχαήλ Μπακούνιν όσο και από τον Καρλ Μαρξ. Σε αντίθεση με πολλές άλλες αναρχικές εκδόσεις, οι συντάκτες του υποστήριζαν το μπολσεβίκικο κόμμα του Λένιν μέχρι την εδραίωση του σοβιετικού κράτους στις αρχές της δεκαετίας του 1920.

Στην παραγωγή του «The Spur» συμμετείχε μια ομάδα… πολύχρωμων προσωπικοτήτων. Επιμελήθηκε από τον Guy Aldred, έναν επαναστάτη με έδρα τη Γλασκόβη, και τη Rose Witcop, μια Εβραία αναρχική και σεξουαλική μεταρρυθμίστρια που είχε μεταναστεύσει στη Βρετανία από το Κίεβο της Ουκρανίας, τότε μέρος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Τα χαρακτηριστικά καρτούν του περιοδικού ήταν του Henry Bernard. Ο Joseph Leftwich μετέφρασε την ποίηση του Bovshover για το «The Spur». Τον προσέλκυσε ο Bovshover ως σοσιαλιστής και παθιασμένος υποστηρικτής της εβραϊκής κουλτούρας. Ο Leftwich έγινε διάσημος ως ένα από τα «Whitechapel Boys», μια ονομασία που επινόησε για μια ομάδα εβραίων συγγραφέων και καλλιτεχνών στο East End του Λονδίνου πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η ποίηση του Bovshover συχνά μελοποιούνταν. Αν και το έργο του φαίνεται να έφτασε στον βρετανικό αναρχισμό στα τέλη της δεκαετίας του 1910 και στη δεκαετία του 1920 μέσω του σοβιετικού Τύπου στα Yiddish, πιο πρόσφατα ανακαλύφθηκε εκ νέου χάρη στις συνεισφορές του στο αμερικανικό βιβλίο εργατικών τραγουδιών από τον Σκωτσέζο μουσικό της λαϊκής μουσικής Dick Gaughan, που αναβίωσε ως μέρος της μουσικής επίθεσης του Gaughan στον θατσερισμό και την κλιμάκωση του Ψυχρού Πολέμου στη δεκαετία του 1980. Μπορείτε να ακούσετε τον Gaughan και την Judy Sweeney να ερμηνεύουν μια διαφορετική μετάφραση του «Revolution», με όλο το ριζοσπαστικό πάθος που απαιτεί ένα τέτοιο ποίημα, στο YouTube εδώ και υπάρχει μια ζωντανή εκδοχή μόνο από τον Gaughan εδώ.

Αναφορές/περισσότερες πληροφορίες:

«Joseph Bovshover: Poet of the Workers and the Sweatshops» στο http://yiddishkayt.org/view/joseph-bovshover/
«Yoysef (Joseph) Bovshover» στο http://yleksikon.blogspot.co.uk/2014/10/yoysef-joseph-bovshover.html
Joseph Bovshover, «Ένας Ρώσος Εβραίος θυμάται την ημέρα που έφυγε από το σπίτι του, περίπου 1896-1897» στο The Jew in the American World: A Source Book, επιμέλεια Jacob Rader Marcus (Ντιτρόιτ, 1996), σ. 353-4 YA.1998.a.1050.
Encyclopaedia Judaica στη διεύθυνση http://www.bjeindy.org/resources/library/encyclopediajudaica/
Dick Gaughan, «Σημειώσεις για το τραγούδι Different Kind of Love Song (1983)» στη διεύθυνση http://www.dickgaughan.co.uk/discography/dsc-love.html
Mark Shipway, Αντι-κοινοβουλευτικός κομμουνισμός: Το κίνημα για τα εργατικά συμβούλια στη Βρετανία, 1917-45 (Basingstoke, 1988) YC.1988.a.8404.
David Shneer, Το Yiddish και η δημιουργία της σοβιετικής εβραϊκής κουλτούρας: 1918-1930 (Κέιμπριτζ, 2004) YC.2006.a.10674.

*Η αγγλική εκδοχή του κειμένου βρίσκεται εδώ: https://blogs.bl.uk/european/2017/07/joseph-bovshover.html?fbclid=IwAR3H0jssmaESYjsbTZd17IAWv2oUn1gmgNBiuaQTRXT6cgHaJDC1m_kA4m0 Μετάφραση: Ούτε Θεός Ούτε Αφέντης

Το εξώφυλλο του «The Spur» τον Νοέμβριο του 1919, σε εικονογράφηση του Henry Bernard

Σχόλια «Για τον έρωτα», του Τσαρλς Μπουκόβσκι 

(γράφει ο Μιχάλης Κατσιγιάννης)

[Η έκδοση που ακολουθεί το κείμενο είναι η εξής: Μπουκόβσκι, Τσ. (2018). Για τον έρωτα (Γ. Λαμπράκος, Μτφρ., Ε. Παναγιωτου, Επιμ.). Εκδόσεις Πατάκη.]

Γνωστός για το ύφος του, τον τρόπο σκέψης και ζωής του, την κοσμοθεωρία του, τις θεματικές του και την ιδιαίτερη τεχνοτροπία του. Στην ανθολογία ποιημάτων ‘Για τον έρωτα’, όπου συγκεντρώνονται διάφορα ερωτικά ποιήματα (ή ποιήματα για τον έρωτα ή ποιήματα προερχόμενα από τον έρωτα) του λογοτέχνη, ο αναγνώστης μπορεί να θαυμάσει έναν ιδιόρρυθμο, ικανό και πολύπλοκο ποιητή.

Στα μακροσκελή, αφηγηματικά – και ως έναν βαθμό πεζά – ποιήματα του τόμου, διαβάζουμε το πώς ο ποιητής εννοεί τον έρωτα, την αγάπη, τη συνύπαρξη μεταξύ δύο συντρόφων, την προσμονή και την ανυπομονησία, αλλά και τη μελαγχολία, τη θλίψη, την απογοήτευση και τη μοναξιά μέσα από έναν φακό που μας αναγκάζει να τοποθετήσουμε το βλέμμα μας στην πρακτική θα λέγαμε του ερωτική συναισθήματος. Ποιήματα σπασμωδικά, αποκαλυπτικά και κρύφια που εξερευνούν τόσο τη σχέση γραφής και ζωής όσο και τη σχέση χαράς και απώλειας. Πρόκειται για μια διπλή διήγηση: της σύγκρουσης με τον εαυτό αλλά και της ικανοποίησης που φέρνει η πληρότητα.

Ο Μπουκόβσκι εξομολογεί τους έρωτές του, ορμώμενος από διάφορα μικρά και καθημερινά συμβάντα, από πράξεις και σκέψεις της στιγμής, δημιουργώντας συνδέσεις μεταξύ τους. Με τον τρόπο αυτό προσπαθεί να παρουσιάσει την ερωτική συνθήκη ως μία υλικότητα που όμως είναι σχεδόν αδύνατο να κρατηθεί και να κατανοηθεί πλήρως. Ο ποιητής μένει εκτός – με την έννοια της εκούσιας απόσυρσης – της ζωής, στέκεται έξω – και πίσω – από την εμπειρία και αφήνει το στίγμα αυτών να μιλήσει ενώ ο ίδιος χάνεται περιπλανώμενος στις αναμνήσεις και τα βιώματα. Τι κάνει δηλαδή ο ποιητής; Δίνει το λόγο στην εντύπωση της στιγμής, στη ροή των συναισθημάτων και των σκέψεων, αλλά και σε ό,τι απομένει τελικά και παρασέρνει τη διάθεση, μπερδεύει τα συμπεράσματα. Παραθέτω ενδεικτικά το ποίημα ‘Κοιμισμένη γυναίκα’ (σελ. 38-39):
 
Κοιμισμένη γυναίκα
 
Κάθομαι ανασηκωμένος στο κρεβάτι τη νύχτα και σ’ ακούω να ροχαλίζεις
Σε γνώρισα σ’ έναν σταθμό λεωφορείου
Και τώρα θαυμάζω την πλάτη σου
Ωχρόλευκη και διάστικτη με
Παιδικές φακίδες
Καθώς η λάμπα ελευθερώνει την άλυτη
Θλίψη του κόσμου
Πάνω στον ύπνο σου.
 
Δεν μπορώ να δω τα πόδια σου
Αλλά πρέπει να υποθέσω πως είναι
Τα πιο σαγηνευτικά πόδια.
 
Σε ποιον ανήκεις;
Είσαι πραγματική;
Σκέφτομαι λουλούδια, ζώα, πουλιά
Όλα μοιάζουν παραπάνω από καλά
Και τόσο εμφανώς
Πραγματικά.
 
Κι όμως δεν μπορείς παρά να είσαι μια
Γυναίκα. Καθένας από μας έχει επιλεγεί να είναι
Κάτι. Η αράχνη, ο μάγειρας.
Ο ελέφαντας. Θαρρείς ο καθένας από μας είναι
Ένας πίνακας που κρέμεται
Στον τοίχο κάποιας γκαλερί.
 
Και τώρα ο πίνακας γυρνά
Ανάσκελα, και πάνω από έναν καμπύλο αγκώνα
Μπορώ να δω 1/2 στόμα, ένα μάτι και
Σχεδόν μία μύτη.
Η υπόλοιπη είσαι κρυμμένη
Αθέατη
Μα ξέρω πως είσαι ένα
Σύγχρονο, ένα μοντέρνο ζωντανό
Έργο
Ίσως όχι αθάνατο
Αλλά έχουμε
Αγαπηθεί.
 
Σε παρακαλώ συνέχισε να
Ροχαλίζεις.
 
Η ποιητική μαεστρία του Τσαρλς Μπουκόβσκι είναι απολύτως εμφανής στην ανθολογία ‘Για τον έρωτα’. Η γραφή του μετακινεί συνεχώς τον αναγνώστη, δεν τον αφήνει να εγκατασταθεί, δεν του επιτρέπει να εμβαθύνει σε μια μεμονωμένη ποιητική θέαση. Πάντα υπάρχει κάποιο στοιχείο που παρεκκλίνει από την επικέντρωση στον στίχο-στόχο, αποσυντονίζει τη συχνά ευλαβική προσοχή στο κεντράρισμα. Τι εννοώ; O Μπουκόβσκι παρουσιάζει μία περίτεχνη λειτουργία όπου συμβαίνει το εξής: ο ποιητής ταξιδεύει τον αναγνώστη ανάμεσα στις διαστάσεις της ζωής και της σκέψης, δημιουργώντας έτσι ένα σύνθετο μείγμα – ετερόκλητων φαινομενικά – ποιητικών παραστάσεων.

Με άλλα λόγια, ο ποιητής παίζει με τον χωροχρόνο, με τα επίπεδα της λογικής και με τα στάδια του ψυχικού του κόσμου. Η γραφή του, ταυτόχρονα γενική και ειδική (συχνά στον υπερθετικό βαθμό), δεν είναι απλώς μια αποτύπωση – προσωπικών και μη – στιγμών, δεν πρόκειται δηλαδή απλώς για την εξιστόρηση ενός μυστήριου βιώματος. Ο ποιητής εκκινεί από διάφορες – σχεδόν πάντα συγκεκριμένες – αφετηρίες – που όμως, κατά την εξέλιξη του ποιήματος, χάνουν κάθε σαφήνεια – για να κατασκευάσει το ποιητικό του οικοδόμημα χωρίς να καταλήγει σε κοινότυπους τερματισμούς.

Στα ποιήματα του τόμου παρατηρούμε τον ποιητή να επιτελεί μια κυκλική πορεία, τα στοιχεία (/μέρη/ερεθίσματα/τμήματα) της οποίας προέρχονται από ποικίλα θέματα και συνυφαίνονται αριστοτεχνικά μεταξύ τους, δημιουργώντας ένα ποιητικό σύνολο εκθεμάτων που εκφράζει τη βαθιά διαλεκτική ποίησης και ζωής και μαρτυρά μεν τη θέαση του ποιητή περί του ερωτικού συναισθήματος αλλά εκτείνεται και πέραν αυτής. Παραθέτω ενδεικτικά το ποίημα ‘Στάση’ (σελ. 14-15):
 
Στάση
 
Κάνοντας έρωτα στον ήλιο, στον πρωινό ήλιο
Στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου
Πάνω απ’ το σοκάκι
Όπου οι φτωχοί σκαλίζουν για μπουκάλια̇
Κάνοντας έρωτα στον ήλιο,
Κάνοντας έρωτα πάνω σ’ ένα χαλί πιο κόκκινο
Απ’ το αίμα μας,
Κάνοντας έρωτα την ώρα που τ’ αγόρια πουλάνε πρωτοσέλιδα
Και Κάντιλακ,
Κάνοντας έρωτα πλάι σε μια φωτογραφία του Παρισιού
Κι ένα ανοιχτό πακέτο Τσέστερφιλντς,
Κάνοντας έρωτα την ώρα που άλλοι άντρες – καημένα
Κορόιδα –
Δουλεύουν.
 
Εκείνη τη στιγμή – σ’ αυτό το…
Ίσως πάνε χρόνια με τον τρόπο που μετράνε,
Μα στο μυαλό μου είναι μονάχα μία πρόταση –
Υπάρχουν τόσες μέρες
Όπου η ζωή σταματά και κάνει στην άκρη και κάθεται
Και περιμένει σαν το τρένο στις γραμμές.
Περνώ απ’ το ξενοδοχείο στις 8
Και στις 5̇ στα σοκάκια έχει γάτες
Και μπουκάλια και αλήτες,
Και κοιτάζω ψηλά στο παράθυρο και σκέφτομαι,
Δεν ξέρω πια πού είσαι,
Και συνεχίζω τον δρόμο μου κι αναρωτιέμαι πού
Πηγαίνει η ζωή
Όταν σταματά.
 
Τέλος, θα ήθελα να προσθέσω τούτο σχετικά με την ποιητική του Τσαρλς Μπουκόβσκι. Σε ολόκληρη την ανθολογία, ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με έναν πραγματικό ποιητή, συναντά έναν άνθρωπο που χειρίζεται την ποιητική τέχνη αποβάλλοντας απ’ αυτή κάθε είδους δήθεν ιερότητας, κάθε είδους δήθεν ηθικής (πρόθεσης και παρέμβασης) και, τέλος, κάθε είδους δήθεν ύφους κι έκφρασης. Με άλλα λόγια, ο αναγνώστης συνομιλεί με κάποιον που δεν ασπάζεται απλώς τον ποιητικό λόγο ούτε απλώς τον βιώνει, αλλά υπάρχει – λειτουργεί και δρα – εντός του. Ο Μπουκόβσκι φαίνεται να γνωρίζει ποιος είναι ο πραγματικός σκοπός της ποίησης: η αποδιοργάνωση της ψεύτικης και κατεστημένης πρακτικής, η κατασκευή άλλων αντιλήψεων και συμπεριφορών και προβολή άλλων μορφών και τρόπων δράσης. Γεγονός που ο αναγνώστης μπορεί να εξακριβώσει σε όλα τα ποιήματα της ανθολογίας και ίσως στο πιο φιλοσοφικό ποίημα αυτής, το μακροσκελές ‘Ένας ορισμός’ (σελ. 106-109). Παραθέτω ενδεικτικά μερικά απόσπασμα στίχων:
 
Αγάπη δεν είναι παρά οι προβολείς τη
Νύχτα που διασχίζουν την ομίχλη (σελ. 106).
 
Αγάπη είναι το τηλέφωνο που χτυπά
Και η ίδια φωνή ή άλλη
Φωνή μα ποτέ η σωστή
Φωνή (σελ. 107).
 
Αγάπη είναι η πιο άδεια
Πάπια (σελ. 108).
 
Αγάπη είναι μια γριά
Που τσιμπολογά μια φέτα ψωμί (σελ. 109)

*Δημοσιεύτηκε στο https://www.poiein.gr