Vladimir Mayakovsky, Ο δειλός

Προσεκτικά
μαύροι και ξανθοί,
κρύβοντας τη ματιά τους,
κρύβοντας τα γούστα τους,
όλο στο πλάι,
στον ίσκιο,
παράμερα, –
κυκλοφορούν οι δειλοί
στη δοξασμένη
από ήρωες
χώρα.

Κάθε διευθυντής
για το δειλό
είναι κανόνι,
Ακόμα κι εμπρός σε πρόσωπα συγγενικά του
τα ματάκια ο δειλός χαμηλώνει
και τρυπώνει
στο γιακά του.

Κολλάει
στα χαρτάκια το μάτι,
με των ποδιών
σφιγμένους τους διαβήτες:
«Να μπορούσα να καταχωνιαστώ
πίσω από τη διαταγή…
Να μπορούσα να κρυφτώ
πίσω από την εντολή…»
Δεν μπορείς να καταλάβεις,
αν είναι άντρας
ή ψάρι –
λέξη τζάμπα
κανείς δεν μπορεί
να του πάρει.

Που να βάλει
σφραγίδα και υπογραφή!
«Μόνο να μη
μ’ εκλέξουν,
μόνο να μην
έχω την ευθύνη…».
Αυτί ένα μέτρο
-καθόλου πιο λίγο-
στους διευθυντές
ξωπίσω τρέχει,
τη γνώμη
τη δική τους
ν’ ακούσει,
και αύριο
πρώτος να την έχει.
Αν όμως
ο ανώτερος
γνώμη αλλάξει,
εκείνος
θ’ αφομοιώσει
τη γνώμη του ανωτέρου;
-Γνώμη είναι
δεν είναι γνώμη,
και δεν είναι φοβερό,
να τη χάσεις.–

Κλέψτε,
σφάξτε κοντά του,
δε θ’ ακούσει μήτε κλάμα,
μήτε θρήνο.
«Η δική μας δουλειά
είναι μικρή –
εγώ αυτός καθεαυτός
δεν είμαι και μεγάλος βουβός,
μα το στόμα μου είναι
γεμάτο
νερό,
σαν
νεροχύτης είμ’ εγώ».

Ο δειλός
τυλίγεται
με χαρτόνια
και χαρτιά.
«Πώς να το λύσω;!
Ας το κάνουν άλλοι.
Κι αν ξάφνου
κάνω γκάφα
μεγάλη;».

Μέρα τη μέρα
δένει λεπτά
των πιο παράξενων γάμων –
δένει
το λιοντάρι με τ’ αρνί
με τη γάτα
το ποντίκι συμφιλιώνει.
Όλη μέρα
την καρδούλα
ο τρόμος σκεπάζει,
αφορμές για πετάρισμα –
άπειρες.

Των λεωφορείων ο τροχός
τον τρομάζει
και οι ανώτεροι,
και η γυναίκα του,
και η γρίπη.
Το συνδικάτο,
Ο δήμος,
όσοι ζητούν δανεικά,
το νεκροταφείο,
η αστυνομία,
τα δάση,
τα σκυλιά,
ο καιρός,
το κουτσομπολιό,
ο χειμώνας
και οι πρότυπες δίκες.

Τρέμει
και ξαπλώνει ο πολίτης,
το τρέμουλο
τη νύχτα
τον τσακίζει…
Σύντροφε,
τι τρέμεις;
Τι,
συμβαίνει,
λοιπόν;
Στο ενυδρείο,
θέλεις,
να σε βάλω;
Η επανάσταση απαιτεί,
να υπάρχει
θάρρος,
θάρρος,
και άλλη μια φορά –
θ-ά-ρ-ρ-ο-ς.

*Μετάφραση: Χρήστος Τρικαλινός.

Κατερίνα Κούσουλα, Τρία ποιήματα

ΣΤΟ ΑΚΡΟΤΑΙΝΑΡΟ

Του ακροταινάρου σε περιμένει θάλασσα
φοβούνται οι ασφόδελοι τα τέλειά της ρίγη
του μαύρου πέλαγου πιο κίτρινοι
γίνονται τώρα ένα με το φως
το διαλυμένο τέθριππο
τις πύλες του θανάτου

(λιβάδι δίχως άνθη σκοτεινά
νερά, προετοιμάσου)

*

Η ΘΥΡΑ

κρούει την θύραν – ο τρελός
φέρνει μια γλάστρα μ’ ανθισμένα χόρτα
κλεμμένη μοιάζει άρα μαγική
μόνο για το κλειστό δωμάτιο στολίδι

τι ήρθε ετούτος ο τρελός να κρούσει
μιαν άσπρη θύρα από πολύν καιρό θαμμένη
κάτω από χώματα ευθύνης; μες
στα υπόγεια της ξένης σου ζωής;

*

ΑΛΛΗ ΖΩΗ

είχα θυμάμαι άλλη μια ζωή
σίγουρη σαν τη σιφονιέρα τη λευκή ωραία
κάθε απόγεμα μετά το φαγητό έτρεχα εκεί
Κοντά ένα πιάτο μανταρίνια κι ένα – το ίδιο πάντα
που δεν προλάβαινα να το διαβάσω –
τραύμα παιδικό

(Μέσα δεν ήταν όσο έξω σκοτεινά
κι ας το επικίνδυνο ισόγειο κι η σκάλα
για τα ψηλά ακατόρθωτη)

*Από τη συλλογή “θαυματουργή πλην έρημος”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2018.

Κωστής Ανθάς, από το “Επί γης ειρήνη”

Φορτωθήκαμε κατά την άλλη την αυγή
τα άψεκτα του πολέμου βάθρα.
Μας καλωσόριζαν τα μελαγχολικά κιόσκια
του πεδινού ήλιου
με τ’ ασκιά φουσκωμένα να κρατάν γερά
της ανεμοθάλασσας την αύρα.
Και μεις παγαίναμε το τραγούδι μας
Κατάμεσα στο λιοπύρι!…
Κάποιος φώναξε:
“Ας γυρίσουμε ν΄ αντλήσουμε νερό,
να θυμηθούμε, πως θα διψάσει
εκεί που τ’ ανεβάζουμε!…
Ας ακουμπήσουμε και τούτο το φορτίο
Σ’ ένα αστέρι!…
Η αυγή δεν τελειώνει ποτέ
στο δικό μας ουρανό!…
Κάποιαν άλλη ας προσμένουμε νά ‘ρθει
στο ωραίο μακρυνό μας ταξίδι”.
Όλοι φωνάξαμε,
Μα δεν ακούστηκε κανενός η φωνή.
Όλες, σαν μια υπόκωφη ρεματιάς αντιλαλιά,
μέχρι να φαινόταν η άλλη αυγή.
Καταλάβαμε πως είχαμε φορτωμένο
Κι από εναν κρυφό Αυγερινό…

*“Επί γης ειρήνη”, έκδοση “Δίπτυχο”, Αθήνα 1983.

Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Έξι μικρά πεζά ποιήματα

το επιλήσμον φως

Κι ας φαινόμαστε περισσότερο εκτεθειμένοι στο επιλήσμον φως. Μάτια αφού δεν θα έχουμε να αντιληφθούμε την έκθεση ιδίοις όμμασι

το εννοιοδοτικό σκοτάδι

Και να πάψει να επιβιώνει το φως, δεν θα πάψει ως υπόσταση. Θα δύναται τότε να οριστεί ισχυρά μέσω της άρνησής του. Έτσι θα το σκέφτομαι πλέον: ως ένα ισχυρό κενό που μαχαιρώνει το σκοτάδι μας.

ένας Ροβεσπιέρος

Συνέβησαν κι άλλες επαναστάσεις πλην της Γαλλικής. Θέμα παιδείας τι και ποιον αφήνεις να σε βασιλεύσει. Ότι θα βασιλεύεσαι, πάντως, είναι γεγονός.

αυτοαναφορά

Για χρόνια γερνά η ζωή σου πριν καν γεράσει μέσα σ’ εκείνο το ζαρωμένο ποντίκι που υπήρξε ο φόβος σου να υπάρξεις.

η άυπνη γαρδένια

Ώσπου κάποτε κι οι ψαλιδιές στομώνουν από την υπερβολική βλάστηση’ είναι τότε που ο έρωτας φοράει την άυπνη γαρδένια του.

η δίψα

Κι είτε από έρωτα από απόγνωση κορυφώνεται η δίψα σου ενώ υποκρίνεται την κοίτη.

*Από τη συλλογή ”γενόσημα”, ΑΩ Εκδόσεις, Ιούλιος 2021.

Γιώργος Κοζίας, To μικρό κέρδος

Ὁ Βασιλιάς Δαυίδ εἶχε ἕνα δακτυλίδι πού ἔγραφε:
«Ὅλα θά περάσουν». Στό ἑβραϊκό παζάρι
δέν τ’ ἀγόραζε κανείς, ἀπελπισμένος τ’ ἀντάλλαξε
μέ σκουριασμένο στέμμα. Βγῆκε στούς δρόμους
τῆς Ἱερουσαλήμ τρικλίζοντας, πλῆθος τόν ἀκολουθοῦσαν
ἄτιμοι οἱ πονηροί Ἀβεσσαλώμ τραγουδώντας:
—Καιρός τοῦ σπείρειν! Καιρός τοῦ θερίζειν!
Στήν παρέλαση τῶν βασιλιάδων στόν Κάτω Κόσμο
μαζὶ με τον Λεοντόκαρδο, τόν Αὔγουστο, τόν Πολώνιο,
τούς τέσσερεις ρηγάδες τῆς τράπουλας, δέν τόν περιγελοῦν.
Οἱ δίκαιοι παραγιοί, ὅταν περνᾶ ἀπ’ τά παντοπωλεῖα τοῦ Ἅδη,
μετανιωμένοι τόν ὑποδέχονται, τοῦ προσφέρουν
τό ψάρι τῆς χίμαιρας, τό τελευταῖο πικρό ψωμί:
—Μικρό τό Κέρδος! Μικρό τό Κέρδος!

*Από τη συλλογή «41ος Παράλληλος», εκδ. Στιγμή, 2012.

Σαμσών Ρακάς, από το “Αμπερλουδαχαμίν – ένα εγχειρίδιο μοναξιάς”

αν και τελείως άνυδρα
τα χρόνια κύλησαν ποταμηδόν

προσπάθησα να κάνω φίλους στο γυμνάσιο
όμως δε φόραγα ολ σταρ
κι έτσι δε με καλούσανε σε πάρτυ

προσπάθησα να ξανακοιμηθώ
με τρία αναμμένα πορτατίφ τριγύρω
όμως τα μάτια μου δεν ξανασφράγισαν

προσπάθησα και να σπουδάσω
έχω πια ξεχάσει τι

και να ερωτευτώ το ΄χα σκοπό
όμως μ’ αγγίζανε και τίποτε δε θύμισε το άγγιγμά σου

το άγγιγμά σου πώς να το διηγηθώ

σα να με άγγιζε σωτήρια
μια παλάμη πλατανόφυλλο υγρό
όταν με έσερναν δουλέμποροι
μέσα στην έρημο

σα να με έσωζε γυάλινη φτερούγα
τότε που πετροβολούσαν οι πιστοί
στη Μέση Ανατοή

σα να με τύλιγε η σελίδα
που ‘χε πάνω της γραφτεί
κήποι και ποιήματα ποτιστικά πλημμύρα
όχι καρδιά μου τόση ευτυχία

“Αμπερλουδαχαμίν – ένα εγχειρίδιο μοναξιάς”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Νοέμβρης 2016.

Μπρν. Σ. Μαρ, Ποιήματα

και μ’ ένα ρίγος
φόβος μας κατέληξε
εκείνη της η γύμνια
ενδεικτικό του καθαρμού
καθώς επίσης και της απαίσιας καμπούρας μας
Να κουβαλάμε λέει τα όρη τους
δεν μας ζητήσανε
κι αυτοί να κουβαλάνε τα δικά μας
το απαιτήσαμε
σ’ όλους αυτούς
που τα ζήτησαν όλα χωρίς να δώσουν τίποτα
καλή τύχη εκεί πέρα κάτω στο διάβολο

είμαι καχύποπτος προς τους αλλιγάτορες
φιλοσοφώ καπνίζοντας εκστατικούς παράλογους
Πώς με βαράει το απόφθεγμα
“χτυπήθηκα πολύ απ’ τη ζωή μου”
Αν την έχετε δει παράλογα – που λένε…
ε θα πληρώσετε

Αναλαμβάνονται γενικοί καθαρισμοί
και συντήρηση συνεργείων
υπό ειδικευμένων Χτιρίων
— κι Αστέρια ενοικιάζονται.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα”, εκδ. Αλκή, Αθήνα 1988. Ο Μπρν Σ. Μαρ, ήταν ο Δημήτρης Μπουρίκας (1963-1985).

Γιάννης Δάλλας, Δύο ποιήματα

ΑΝΑΔΕΛΦΕ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

Μη μου αναιρείς τη μαγική τεχνοδομή
την πρόσοψη και την πλοκή της έμπνευσης

Μη πιάνεσαι απ’ τη γλώσσα μην τραβάς
των φράσεων την περιβολή ξηλώνοντας
το υφάδι και το στρίφωμα του λογισμού
την εγκεφαλική ραφή του λόγου, φτάνοντας
στη ρίζα της σιωπής και του ψελλίσματος

Μ’ έγδυσες και δεν ένιωσες το σκίρτημα;
Δεν σε διαπέρασε η ενέργεια που εκλύθηκε
δεν σου είπε τίποτε η γυμνή ποιητική μου
ανάδελφέ μου ανόμοιε ανυποψίαστε
καννίβαλε αναγνώστη;

*

Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ

Εγώ δεν φοβάμαι τ’ αστέρια
είπ’ ο Λουκάς
να έν’ αστέρι που τ’ αγκάλιασα
χωρίς να καώ
ώρες το κοίταζα μες στα μάτια
και δεν τυφλώθηκα
μου άνοιξε τότε τα φυλλοκάρδια
και μπαίνοντας
είδα πλατείες και γαλάζιες στοές
και στο βάθος τους
προτομές από σπάνιους λίθους
και κρύσταλλα
Που οι δικές μας σκέφτηκα Που
εκεί κάτω
από πρόστυχα μέταλλα αστέρι μου
και χαλκεία
τ’ αστέρι γέλασε με τη σκέψη μου
κι ύστερα
άναψε μια λυχνία πολλών μεγαβάτ
ή τι λέω
έγινε κομήτης και με προβόδησε
ως εδώ
εδώ που τόσοι φίλοι ακροβολισμένοι
συνέχιζαν
ακόμη συνέχιζαν τη χαμένη μάχη
πετροβολώντας
τα δικά τους αδέσποτα αστέρια
και εκείνα
σφυρίζαν γύρω τους σαν εξωγήινοι
ή αστρίτες

Μίμης Χριστοφιλάκης, Δύο ποιήματα

ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ

Θεματοφύλακας
αρχέγονης θρησκείας
ο Ταΰγετος,
Οι ελαιώνες του
που αντηχούν τραγούδια
χωμάτινης αρμονίας
κι εμείς ημιτελείς
στ’ ασύμμετρα οικοδομικά
της Αθήνας,
με τη νοσταλγία μας
σ’ επίπεδο πείνας

*

ΜΙΑ ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ ΜΕ ΡΙΜΑ

Πώς να τολμήσω
να σε συναντήσω
παλαιά μου πρωτεύουσα;
Με χέρια
που δε μπορούν πια
ν’ αγκαλιάσουν
και με μάτια
σκεπασμένα μόνιμα
από μωβ ομίχλη.
Δεν θέλω να θυμηθώ.
Θέλω μόνο να περάσω,
να σε δω στο παράθυρο
και να σου φωνάξω
πως οι ανεμώνες
μαραίνονται μόνες.

*Από τη συλλογή “UBI BENE, IBI PATRIA – Οι Κροκεές, η μάνα μου”, Εκδόσεις “Ιδεόγραμμα”, Αθήνα 2010.