Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Η Οδύσσεια του Αμίρ 

Με λένε Αμίρ.
Ανέμελος ζούσα
σε μια μικρή γειτονιά.
Είχα μια όμορφη οικογένεια
και φίλους καλούς.
Μέχρι που ήχησαν
πολέμου τύμπανα.
Με λένε Αμίρ.
Είδα το σπίτι μου σε ερείπια
κι έφυγα μακριά.
Το πλοίο της νέας μου ζωής
δεν είχε όνομα.
Με λένε Αμίρ
και ψάχνω λίγα ψίχουλα ζωής,
μα θέλουν πίσω να με στείλουν
με μια σπρωξιά να μπω ξανά
στην φρίκη του πολέμου.
Με λένε Αμίρ.
Η μητέρα μου χάθηκε στον πόλεμο
κι η αδερφή μου πνίγηκε στο Αιγαίο.

Γιώργος Κοζίας, Δύο ποιήματα

ΩΡΑΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΟΝ ΠΑΓΕΤΩΝΑ

Κι όλο πέφτει χιόνι, λουλούδια
της βυσσινιάς, σάβανα λευκά
για βασίλισσες, για παιδιά.

Άλλος παγώνει στην Κολιμά
κι άλλος φλέγεται κάτω
από τον Ήλιο του Σατανά.

Μες στις καρδούλες
δώδεκα μήνες βαρυχειμωνιά,
τα ρέστα, μικρό καλοκαιράκι.

Κι όλο πέφτει χιόνι
Στους κήπους στις αυλές,
νέα κορμιά
για τους εμπόρους,
μαύρα κορμιά για τον αφέντη.

Κυρίες, κύριοι
γδυθείτε, από το μέσα ψύχος
κανένα ρούχο δεν σας ζεσταίνει.

Κυλήστε ωραία έλκυθρα
Στην χιονοθύελλα της αγάπης μου.

*

ΚΑΡΦΙ ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΣΕΙΣ

Έρχεται στιγμή που είναι υψωμένο το λεπίδι
Λάμποντας από τα σωθικά ώς το κρανίο
Ευτυχισμένος ο θνητός
γυρίζει στον δημιουργό του

Κύριε, του λέει, κόψε κι άλλο από το σαράκι
Αφαίρεσε το σάπιο ξύλο
Μη λυπηθείς μάτια ωραία, χείλη αιρετικά
Κνήμες αγαλμάτων
Ναό του χυμένου αίματος μην υπολογίσεις
από την τάξη των επιπλωμένων.

Μάστορα θάνατε,
τί δύναται το σώμα μη ρωτήσεις.
Με μια πνοή καρφί να μην αφήσεις.

Ελαφρύ το κρεβατάκι της σάρκας, ξυλουργέ μου!

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιάν…”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2017.

Αιμόφιλος Τ. Ινφλουέντζας – Σεράτια Μαρκένσες, Τρία ποιήματα

LACANDONA

φύγε
να δούμε τι θα καταλάβεις

φύγε
χωρίς άγχος

έτσι κι αλλιώς
αποκλείεται να σε βγάλουν υπέρβαρη στο check-in
με τόσα κενά στις αποσκευές σου

“μέσα υπάρχει το όχι
έξω κοχλάζει το ναι”

Ν. Καρούζος

εσύ πάντως
χαμπάρι δεν πήρες

μέσα-έξω

Ο ΕΙΛΙΚΡΙΝΗΣ έΜΠΩΡ

οφείλει να το γνωρίζει
κάθε μελλοντικός αγοραστής
που τη βλέπει στη βιτρίνα
και δακρύζει

ο αισθητήρας της
δεν αντιλαμβάνεται
όλα τα χρώματα
εντελώς σωστά
(ιδίως τις αποχρώσεις του κόκκινου)

και το κλείστρο τηε
αργεί ν’ ανταποκριθεί
στις απότομες αλλαγές του φωτός

αν μιλάμε βέβαια για την canon fx2

*Από τη συλλογή “Είκοσι τέσσερα σονέτα – για την πολιτική διαχείριση της ερωτικής απελπισίας” (και είκοσι τέσσερις μηχανές για το ίδιο περίπου πράγμα), Θεσσαλονίκη 2006.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Ενοράσεις του καιρού μου

Κοινοποιώ τον οίκτο μου απόψε
γι’ αυτούς που αρνήθηκαν τον πλούτο των προγόνων τους
κι άρχισαν να διαλογίζονται πάνω από άψυχα κορμιά
στοιβάζοντας ενοχές
και τα κρυφά τους χάχανα
Κοινοποιώ τον εμετό που έκανα πάνω στο
πορφυρό ιμάτιο του ψηφιδωτού βασιλιά
πάνω στις κρυφές πανουργίες, τις αποπλανήσεις,
το μολυσμένο αίμα
Κοινοποιώ τη λύπη μπροστά στα άδεια βλέμματα
στα σώματα που δεν γρηγορούν
στα χέρια τα ξερά που δεν σφίγγουν
στην πρώτη χειραψία
Κοινοποιώ τη θλίψη του πολέμου
κι εκείνη την άχαρη ειρήνη
που δεν μου δίνει τίποτε να κοινοποιήσω
το διαλυμένο χέρι που εξέχει κάτω από το σεντόνι
τις απαγγελίες των χιμπατζήδων
μαζί με
τη δημοσίευση του φίλου μου που πήγε στην Αλάσκα
το κρασί που ήπια στα γενέθλια
το φόρεμα που φόρεσα στα γενέθλια
τον κρυφό μου πόθο
την άρνηση
τον βιασμό μου
Κοινοποιώ την ήττα μου απόψε
τη ρητή λέξη
τη μία
την ποίηση
που γράφω στα πλήκτρα χτυπώντας σαν
σεβαστιανό σόλο
Κοινοποιώ εμένα κι εσένα
το ψεύτικο φως που ρίχνει τις σκιές τους
στη σπηλιά μας
τις φωνές τους στ’ αυτιά μας
τα λόγια τους και τα δικά μας
τη ματαίωση κοινοποιώ
και την απελευθέρωση
από τα αόρατα δεσμά μου

Γιάννης Λειβαδάς, Άκρα

[Εκδοχή τρίτη]

Το αύριο είναι κάτι με το οποίο

σκουπίζω τα χέρια μου.

Περιπλανώμενη αδελφική καρδιοσύνη,

αυτή η διάσειση η κουβέντα

πέφτει κάποιες στιγμές προξενώντας

μια βαθιά θλίψη που είναι άλαλη,

αυτή που από καιρό έχει λείψει –

σαν οι νεκροί ξέρουν

κι οι ζωντανοί δεν μπορούν

σ’ έναν κόσμο χωρίς επιφάνεια που μοιάζει

τόσο, όσο δεν είναι παρά μια εικόνα,

σε μια αγιογραφία παραξενιάς.

Οι νεκροί μιλούν ασταμάτητα

σαν παρενέργεια μιας αγάπης μέσα μας.

Των νεκρών τα λόγια μας

στα μαύρα περπατώντας

που τα νομίζεις ακόμη

παντελόνι και σακάκι

με της απλής λογικής το σκοινί

και το σαπούνι.

Είσαι η αλήθεια που γράφεται καθώς

παύει να ισχύει κι αντηχεί,

με το λευκό της γάντι αφήνει

μελανιές στου ουρανού το κρέας

νυχιές που οργώνουν

μια εφήμερη καλλιέργεια:

οργή σφυγμοί και σιγανές ρυτίδες,

απομεινάρια είναι οι αιώνες κι αυτή

είναι η αλήθεια γιατί

το σύμπαν διοικείται

μέσα απ’ ένα μουντό καφενείο –

η εποχή με πεθαίνει γιατί έχω ψυχή

για σώμα και για σώμα

δεν υπάρχουν άλλες θέσεις·

και τι ευτυχία να ακούω

καπνίζοντας το καρμικό τσιγάρο μου

βρισιές       κατάρες        ματαιότητες

συριγμούς υπογραφών, αφιερώσεων,

ταχυτήτων που επιτρέπουν

σε κάποιον να παρατηρεί τα διατηρητέα

της λογικής αποξένωσης.

Γδύνομαι και βλέπω να με καλύπτει

μια ψυχή ειμαρμένη

πρέπει να δείχνω φυσιολογικός:

χτυπούν την πόρτα μου χαράματα ανοίγω κι εμφανίζεται

μία στοά από κίονες που οδηγεί

σ’ ένα φως ελεγειακό –

είναι μονάχα μια ζωή καρτεσιανή·

βάζω τα χέρια μου στη φωτιά

που ανάβει η τριβή της ανεξαρτησίας μου

αυτός ο άνθρωπος υποτίθεται

αυτή η ποίηση πωλείται.

Μαχαπαλίκα Μαργκ, Βομβάη 1990

Καλλιόπη Εξάρχου, Τρία ποιήματα

ΧΩΡΙΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ

Πες μου
πού θα ‘σαι
μόλις πέσει το σκοτάδι
Θα ΄ρθω
να σε βρω
κι ας μην έχει αστέρια
κι ας κλειδώνει το φεγγάρι

Έτσι τη θέλω τη νύχτα –
κρυφή κι αφώτιστη
σαν εξορία
χωρίς μάρτυρες

*

ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ

Για σένα γράφω
σε σένα γράφω
σώμα με σώμα

Προφητεύω
τον πόθο
και γίνομαι κομμάτια

Θυσιαστική πράξη
Εξ αμελείας
αποφαίνεται ο ιατροδικαστής
και τραβάει το δέρμα
μέχρι το κεφάλι

*

ΑΠΑΣ

Σε αγγίζω
Ορατός
Σε θωπεύω
Άπας
Γεροδεμένος κορμός
όρθιος
σαν τα περήφανα δέντρα
Έτσι σε βρίσκω
όταν σε χάνω
Με χάδια στα χέρια

*Από τη συλλογή “μάχιμα χείλη”, Εκδόσεις Σοκόλη, 2014.

Hlín Leifsdóttir, It’s a fine day for airstrikes / Ωραία μέρα για αεροπορικές επιδρομές  

They didn’t prepare you for the sky
in the simulator
where they taught you how to kill

They didn’t prepare you for the sun

No one can prepare you for beauty

Before you press the button
close your eyes
and feel the warmth on your eyelids

Before it’s too late
open them again
and look into the ticking light

They didn’t prepare you for the fact
that the others cannot die

They didn’t prepare you for the weeping
that wakes you up, night after night,
when you fall like a drop into the ocean of tears
as you merge with them
become them

Nothing can prepare you for the enemy

But you don’t know that yet
so, look now
look into the ticking light

You yourself will die today

Ωραία μέρα για αεροπορικές επιδρομές

Δεν σε προετοιμάσαν για τον ουρανό
στον προσομοιωτή
όπου σου μάθαν να σκοτώνεις

Δεν σε προετοιμάσαν για τον ήλιο

Μα για την ομορφιά ποιος θα μπορούσε να σε προετοιμάσει;

Προτού πατήσεις το κουμπί
τα μάτια κλείσε
και νιώσ’ τη ζεστασιά στα βλέφαρά σου

Προτού να είν’ αργά
ξανάνοιξέ τα
και κοίταξε το φως που ρυθμικά χτυπάει

Δεν σε προετοιμάσαν για το ότι
οι άλλοι δεν μπορούνε να πεθάνουν

Δεν σε προετοιμάσαν για το κλάμα
που σε ξυπνάει κάθε νύχτα,
σαν πέφτεις σ’ ωκεανό δακρύων σαν σταγόνα
καθώς μ’ εκείνους γίνεσαι ένα
γίνεσαι εκείνοι

Μα τι μπορεί για τον εχθρό να σε προετοιμάσει;

Αλλά δεν το ’μαθες ακόμα
οπότε κοίτα τώρα
κοίταξε το φως που ρυθμικά χτυπάει

γιατί εσύ ο ίδιος σήμερα θα πεθάνεις


*Μπορείτε να δείτε τη ζωντανή απαγγελία του ποιήματος στα ελληνικά εδώ: https://www.facebook.com/messenger_media/?thread_id=100004670019905&attachment_id=336733898507279&message_id=mid.%24cAABa9Gm7s_eFyai2l1_mGN3ByTbC


**Μετάφραση Χαρίτα Μήνη, http://www.hmeenee.com

Μιχάλης Νικολούδης, Τρία ποιήματα

ΧΩΡΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Πάλι έφυγες
Ή μήπως ποτέ
δεν ήρθες
Εγώ τώρα να λυπηθώ
που έφυγες
ή πιότερο να χαρώ
που δεν ήρθες

Μήπως όμως έλειπα εγώ;

*

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Σ’ αυτό τον έρωτα
θάνατος μίζερος κι αργός
-σαν των ταλαίπωρων θνητών-
δεν του ταιριάζει
Αυτοκτονία αντρίκεια
του πρέπει
ταιριαστή μ’ εκείνη
που καταφεύγουν οι θεοί
όταν οι εποχές
τους έχουν πλέον ξεπεράσει

*

ΑΘΩΟΤΗΤΑ

“Πρέπει να αναζητήσουμε
τη χαμένη μας αθωότητα”
έλεγε με έξαψη ο ποιητής

“Πού να τη βρεις, καημένε μου”
τον πείραξε ο φιλόσοφος
“Αθώοι είναι μόνο
οι αγέννητοι και οι νεκροί”
συμπλήρωσε θλιμμένα

*Από τη συλλογή “Έξοδος”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013.

Γιώργος Αθανασόπουλος, Ποιήματα

Τα σκυλιά στις φυλακές δε βλέπουν όνειρα
Κι εγώ δεν έχω άλλο αίμα για να βάψεις τις σημαίες σου
Σε παρακαλώ, να τρέφεσαι με ουτοπίες.

*

Στην ερημιά της τρέλας μου απόψε
Μέλι θα γίνει το πιο πικρό κρασί

Ποιον να φωνάξω, το δρόμο πώς να αλλάξω
Μικραίνει ο κόσμος και πια δε με χωρά

Δέντρα ψηλά τα χρόνια μου θα θρέψω
Φωτιά θ’ ανάψω μαζί τους να καώ.

*

Αιώνια πέτρα στέκει η Ιππολύτη
Κι ο έρωτας χαμένος σαν το δύτη
Δίχως αέρα
Σε άγνωστο βυθό

*

Δεν προλαβαίνω να σε αγαπήσω
Λόγο δεν έχω να σε μισήσω
Κι ακόμα με πονάνε τα φιλιά.

*

Αταίριαστα τα ρούχα που φοράω
Βγαλμένα από ταινία εποχής
Η πολη ναρκοπέδιο ξεχασμένο
Το στοίχημα από καιρό χαμένο
Σ’ αυτή τη φάρσα πρωταγωνιστής.

*Από τη συλλογή “War cigarettes”, Πάτμος 2016.

Νάνος Βαλαωρίτης, Τρία ποιήματα

ΜΕΛΟΔΡΑΜΑ

Καρατομημένο κεφάλι της νύχτας
Χτυπάει της εξώπορτας το κουδούνι
Μια και δυο και τρεις φορές
Σήμα κινδύνου με γουρλωμένα μάτια
Κι ανυψωμένα φρύδια με απορία
Ποιος να ΄ναι τέτοια ώρα της νύχτας
Που γυρεύει να μπει μες στο σπίτι
Να κάνει τι – ποιον θέλει να δει
Να του πει ό,τι έχει να πει
Στη μέση του μήνα του λειψού φεγγαριού
Ποια ηχώ της φωνής μιας φωνής που φωνάζει
Διαρρυγνύοντας του αυτιού μου το τύμπανο.

*

ΚΕΚΡΩΠΕΙΑ

Την έβαλαν σε μεγάλο συλλογισμό
Την έβαλαν σε μεγάλη απόγνωση
Είχε μεγάλη αμηχανία και δεν ήξερε
Αν θα ‘πρεπε να παντρευτεί ή όχι
Τον πρώτο τυχόντα που θα ‘βρισκε
Καθ’ οδόν προς την Ακρόπολη
Την πήραν λοιπόν και τη στεφάνωσαν
Και την έβαλαν σ’ ένα καλάθι
Και το καλάθι το ‘βαλαν σ’ ένα ντουλάπι
Και το καρφώσαν το ντουλάπι για να κλείσει
Κι όταν ύστερα από καιρό το ΄’ανοιαν
Είχε ένα φίδι στο καλάθι κι ένα μωρό
Που ‘γινε ο πρώτος βασιλιάς των Αθηνών

12.12.1983

*

ΑΣΥΓΚΟΙΝΩΝΟΥΝΤΑ ΔΟΧΕΙΑ

Όλη η νύχτα η βρύση βράζει
Βγάζοντας ψιλές ψιλές φωνούλες
Όποιος με μια γλάστρα τα βάζει
Δεν ξημερώνει γι’ αυτόν καλή μέρα

Κανονικά δεν έπρεπε να γίνει τίποτα τέτοιο
Κάτι άλλο θα ‘ταν πολύ φυσικότερο να συμβεί
Μα η φύση δεν ανοίγει τόσο εύκολα
Τα σκέλια της όταν είναι κλεισμένα.

Καλιφόρνια, 1983

*Από τη συλλογή “Ήλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014. Η έκδοση είναι δίγλωσση στα ελληνικά και ισπανικά σε μετάφραση Ξένιας Κακάκη.